Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξι-δέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξι-δέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιαν 2018

Η ιστορία μιας πόλης


Υγρή, πηχτή χειμωνιάτικη μέρα στις αρχές του Γενάρη. Ίσα που διακρίνεται μες την ομίχλη η πινακίδα του: Η ιστορία μιας πόλης. Πλησιάζω: Από την Αρχαία Τρίκκη, ως την πόλη του μέλλοντος, με μικρότερα γράμματα.
Είχα ακούσει πριν από χρόνια για τούτες τις τεράστιες αποθήκες του ΟΣΕ. Θα τις έπαιρνε ο Δήμος με σκοπό να στεγάσει την εξέλιξη της πόλης από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Βρίσκομαι πια σε ένα άλλο τοπίο, μετά από τριάντα χρόνια απουσίας. Ένας φαρδύς πετρόστρωτος δρόμος σε οδηγεί από την μια έκπληξη στην άλλη. Από το πάρκο του Ματσόπουλου στο υπερ- μουσείο της πόλης στον σταθμό του τραίνου, στο Μουσείο Τσιτσάνη και περπατώντας παραποτάμια στο Ληθαίο φτάνεις στο αρχοντικό Βαρούσι. Κάτω απ΄το φρούριο που κάναμε σκασιαρχεία μαθητές. Μια διαδρομή μοναδική, δίκαια ακούς για το θάμα που συντελείται στα Τρίκαλα. Μια πόλη που έχει πάνω απ’ όλα τον πολιτισμό και την ιστορία της.Το βλέπεις παντού σε κάθε πλατεία της, σε όλους τους δρόμους. Μια πόλη γεμάτη από εκθέσεις ζωγραφικής, βιβλιοπωλεία, σινεμά, γαλήνη και ηρεμία. Φθάνω στην πλατεία Αγρότισσας, μια καινούρια παιδική χαρά γεμάτο παιδικές φωνές. Δίπλα μου ποδηλάτες πάνε στις δουλειές τους. Βλέπεις λίγα πια αυτοκίνητα στους άνετους δρόμους.
Αφήνω τα μουσεία για αύριο και στέκομαι δίπλα στον ποτάμι να χαζέψω τις βάρκες. Σαν παραμύθι μες τη βροχή που άρχισε να πέφτει διακριτικά, λες και είναι από δάκρυα συγκίνησης. Ο Ασκληπιός πάνω στη γέφυρα καμαρώνει σκεφτικός. Μες του Ληθαίου τα νερά πνίγουμε τους εφηβικούς μας έρωτες.
Συνεχίζω πριν σουρουπώσει να δω το Βαρούσι, να ανέβω πιο ψηλά στο Φρούριο. Κάτω απ’ το ρολόι θαυμάζω τα φώτα, μια θάλασσα από φώτα, ήδη νύχτωσε. Όλα μοιάζουν μαγικά σε τούτη την πόλη, την πόλη μου, που ξαναβρήκα -λόγω ξενιτεμού.
Θα επανέλθω μόνιμα στα σπλάχνα που με γέννησαν, στα σοκάκια που με μεγάλωσαν, στις θύελλες που με έδιωξαν, στην αγάπη που με ξανάφερε.
Θα ψάξω και το παλιό μου ποδήλατο, κάπου στην αποθήκη θα το βρω. Στα Τρίκαλα ένα ποδήλατο θες και μια βάρκα. Τα 'χεις όλα.

7 Νοε 2015

Ερωτικό




Φθινοπωρινό καλοκαίρι το πρωινό σου χάδι. Ηλιόλουστη μέρα η μορφή σου. Χρώματα του δειλινού τα μακριά μαλλιά σου. Το άρωμά σου ανείπωτο μυστικό. Δουλεύω όλη μέρα, μα τούτη την ώρα μοναδική μου σκέψη εσύ. Πόσο ψήλωσε φέτος η τριανταφυλλιά της αυλής. Κόκκινα, κατακόκκινα τριαντάφυλλα πετάω απόψε στη ποδιά σου. Ματωμένα απ’ τα χείλη μου. Νύχτωσε, ζωγραφίζω στο φεγγάρι. Κάστανα και κυδώνια στη φωτιά, φλόγα εσύ. Φέρνει από μακριά ο αέρας το γέλιο σου. Ποτάμι εγώ, θάλασσα εσύ. Κυλάω κάθε φορά να σε συναντήσω.


Κωστής Ταξιδεύων
7 Νοεμβρίου 2015

26 Οκτ 2015

Φωτογραφική στιγμή



Είναι η γλυκιά κούραση της δημιουργίας. Η ώρα που ο εργάτης σχολάει απ' τη δουλειά, ο αγρότης απ' το χωράφι. Ο ήλιος ροδίζει τη βουνοκορφή του Κόζιακα, ακούραστος ευεργέτης. Ο άντρας κόβει ένα ρόδι να χαρίσει στην Αγαπημένη του. Σήμερα ολοκλήρωσε τον πίνακα, έργο ζωής. Εκείνη του δίνει το γλυκύτερο φιλί του κόσμου. Ύστερα χορεύουν το τραγούδι της ευτυχίας. Η αγάπη τους αγκαλιάζει τη γη. Το φιλί τους την αιωνιότητα.

Κωστής Ταξιδεύων
26 Οκτωβρίου 2015

19 Σεπ 2015

Στάση


Γέμισε η πόλη άλογα και γαϊδουράκια σήμερα. Ούτε ένα αυτοκίνητο στους ελεύθερους δρόμους.
Μένω δέκα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και κάθε πρωί είμαι αναγκασμένος να πάρω το αυτοκίνητο για τη δουλειά. Ίδια διαδρομή, ίδια μπλοκαρίσματα, παράνομα παρκαρίσματα. Το πρωί έλειπε από την αυλή μου το άσπρο Φίατ και στη θέση του ήταν ένα άσπρο άλογο. Η πρώτη σημερινή έκπληξη.
Θα κατέβω στην πόλη με το άλογο, είπα στη γυναίκα μου. Έκλεψαν το αυτοκίνητο θα πάρω τούτο το άλογο, που δεν ήξερα πως βρέθηκε μέσα στα δέντρα του κήπου μου.
Η δεύτερη έκπληξη ήταν όταν στο δρόμο συναντούσα άμαξες, γαϊδουράκια, μουλάρια, άλογα να πηγαινοέρχονται καβαλημένα από ανθρώπους που πήγαιναν στη δουλειά τους.
Τα φανάρια δεν δούλευαν, δεν είδα ούτε ένα αυτοκίνητο, ούτε παρκαρισμένο.
Που πήγαν τα αυτοκίνητα; Εν μια νυκτί άλλαξε το τοπίο; Ποιό αόρατο χέρι μας έκλεψε την ταχύτητα της ζωής μας;
Ήταν πολύ πρωί, χαράματα ακόμα όταν με ξύπνησε αυτό το όνειρο, με μια διάθεση καβαλάρη και με καουμπόικες μουσικές.
Πίνοντας τον πρωινό καφέ μου σκέφτηκα ότι αύριο είναι εκλογές και πρώτη φορά δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Ξέρω πολύ καλά τι δεν θέλω, αλλά φοβάμαι αυτά που θέλω και δεν τα βρίσκω πουθενά.
Διάβασα ύστερα ένα ανέκδοτο και άρχισα να γελάω δυνατά.
Ακόμα γελάω με τούτες τις εκλογές, να εκδικηθώ τα σπασμένα άλλων.


Κωστής Ταξιδεύων
19 Σεπτεμβρίου 2015

12 Σεπ 2015

Νύχτα



Έφτιαξε ο καιρός. Θυμίζει πάλι καλοκαίρι. Σε αναζητώ μες τον γλυκόλογο Σεπτέμβρη, σε ψάχνω μες τη σιωπή του έρωτα. Έρχονται από μακριά εικόνες σου και μυρωδιές. Τόση φασαρία γύρω μου για ένα τίποτα που απέμεινε, Πως είναι δυνατόν τόσες όμορφες λέξεις να σκοτωθούν όλες μαζί;
Άν δεν υπήρχαν αμέτρητα αστέρια απόψε στον ουρανό να σε ξεχωρίσω, πόσο σκοτάδι θεέ μου αυτή η νύχτα.

Κωστής Ταξιδεύων
12 Σεπτεμβρίου 2015

10 Αυγ 2015

Ανεμελιά




Ω ανέμελε Αύγουστε μου θυμίζεις τα παιδικά μου χρόνια, πιότερο από τους άλλους μήνες. Είσαι ένα τσαμπί σταφύλια και μια φέτα καρπούζι. Οι φασολιές και τα καλαμπόκια που παίζαμε κρυφτό. Τα άσπρα βότσαλα του Ασπροπόταμου,
Είσαι η ανεμελιά που χάθηκε στα δύσκολα μεσήλικα καλοκαίρια. Στις αναπάντητες διαδρομές των παιδικών μας ονείρων. Τότε που μας έσπρωξες στις στενωπούς των πόλεων, στις φυλακές των διαμερισμάτων, στις ουρές ανείπωτων υποχρεώσεων. Τότε που από το μικρό χωριό θα κατακτούσαμε τον μέγα κόσμο.
Μετά από τόσα ανυπάκουα καλοκαίρια, πάλι με καλείς στις παιδικές μου ρίζες.
Αύγουστε μεσιάζεις τη ζωή, προκαλείς κάθε φορά.
Είσαι μια κούνια παιδική, με πας από δω κι από κει. Και με φέρνεις πάλι στη κρυστάλλινη πηγή δίπλα στον αιώνιο πλάτανο.
Τις νύχτες πέφτουν βροχή τ΄ αστέρια, μισοτελειωμένες ευχές σβήνουν στον ουρανό.
Αύγουστε σου χαρίζω τα καλοκαίρια μου, χάρισε την ανεμελιά μου. Ένα έλατο, μια αστραπή, μια μέρα η ζωή μου. Μια στιγμή, ένα φιλί!


Κωστής Ταξιδεύων
10 Αυγούστου 2015

7 Αυγ 2015

Κανένας γλάρος δεν έζησε στη φυλακή.








Πιότερο και από τους ανθρώπους τα τραγούδια τους αγάπησα
                                                                            Ναζίμ Χικμέτ


Στάζουν αρμύρα τα ταξίδια του Αυγούστου. Ιδρωμένοι έρωτες στον ήλιο του καλοκαιριού. Φοράνε στεφάνι δροσερό το πρωινό, στα μάτια το ηλιοβασίλεμα. Σαν  δροσουλίτες της νύχτας πάνω στο Φραγκοκάστελο εκπλήσσουν τα κύματα  του νου και της καρδιάς. Θυμάρι από την Κεφαλονιά μυρίζουν οι δρόμοι της ψυχής μου. Διαβαίνω το πέλαγος βαθειά μες του Ιόνιου τα νησιά. Στην απεραντοσύνη σμίγουν μαχαιριές και βέλη αλαφιασμένα.
Ω πορφυρό της αγάπης χρώμα, κέρμα στο πηγάδι των ευχών!
Κατέβηκε απόψε το φεγγάρι στη βάρκα των στεναγμών μου, άσπρα πανιά ετούτο το ταξίδι.
Απόψε μοιάζω με δραπέτη φυλακής, ψήνομαι στον πυρετό των ονείρων πάλι. Τίποτα απ’ ότι αγάπησα στον άσφαλτο δρόμο δεν μοιάζει με τούτα τα τρυφερά, πότε άγρια κύματα.  Χορεύουν πάνω μου λαμπερά αστέρια, ξομολογούμαι στο ένα, το μοναδικό.
 Για τη ζωή που δεν έζησα, τα ταξίδια που δεν έκανα.  Τον αμείλικτο χρόνο που αστράφτει στα σωθικά μου, του απιθώνω τα μυστικά μου, βροντάει ο καιρός στον ηλεκτρισμένο κύκλο της ζωής μου.
Ω θάλασσα πάρε τα μάτια μου στην άκρη του σύμπαντος, δεν ζούνε άνθρωποι τώρα εδώ.  Σκιές ανείπωτες  οι σκέψεις μου από ανατέλλοντα πρώτα κλάματα παιδιών την ώρα της γέννας.
Μια σταγόνα αιωνιότητας η υπόλοιπη ζωή. Αυτή η λαχτάρα, προσευχή και μυσταγωγία. Αυτή η αβεβαιότητα  λευτεριά, αυτός ο έρωτας θάνατος.
Ο δρόμος ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο ρυθμός του χορού. Καμιά λίμνη δεν αντιστάθηκε στο ποτάμι.
Κανένας γλάρος δεν έζησε στη φυλακή.

Κωστής Ταξιδεύων
7 Αυγούστου 2015

3 Αυγ 2015

Οι φτέρες της ζωής μας


Κάτω ο Αχελώος. Ακούω τη βουή του. Ασπροπόταμος που κυλάει ακατάπαυστα στο διάβα των χρόνων. Καθαρό βαθυπράσινο νερό στις γωνιές του οι παιδικές μου βουτιές. Ασπρόπετρες, πλατάνια και κρυμμένες πέστροφες. Νεράιδες και ξωτικά. Κάθε μεσημέρι τα καλοκαίρια. Λαμπύριζε ο ήλιος στην πέτρα και στα κορμιά μας. Το πέτρινο τοξωτό γεφύρι, ζώα που έβοσκαν στις πλαγιές. Ήταν τα καλύτερά μας χρόνια. Έρωτας και λογοτεχνία, χώμα και ουρανός. Παιδιά της προσμονής και της ελπίδας προσπαθούσαμε να κουμαντάρουμε τα μεγάλα μας όνειρα.
Το απόγευμα ερχότανε με τον πράσινο σάκο του ταχυδρομείου τα νέα του κόσμου, αλληλογραφία από μακρινούς τόπους, όμορφα άγουρα πρόσωπα έφηβων κοριτσιών, χρωματιστά φάκελα κι εκείνα της αεροπορίας. Συλλέκτες αδιάβατων κόσμων ξεμέναμε στη συλλογή γραμματοσήμων.
Από τα μεγαλύτερα όνειρα τα ταξίδια, μεγαλύτερα από του Καζαντζάκη και του Θέμου Κορνάρου τα βιβλία. Κάτω από τον ίσκιο της καρυδιάς τέλειωναν τα βιβλία και άρχιζε το ταξίδι. Ένας Άντρας της Οριάνας Φαλάτσι, το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, τα κείμενα του Μπρεχτ.
Σκέφτομαι τώρα όλα αυτά, τώρα που κτίζω το μικρό μου μέγα αγνάντι. Με πέτρα και βιβλία, με χώμα και ξύλο κτίζω το απέριττο μέλλον μου. Με θέα την Κωστηλάτα, τα έλατα και τον ουρανό. Ο απροπόταμος πάντα ρει.
Ότι απομένει από τα μακρινά ταξίδια είναι ρίζες σου. Ένας μεγάλος έρωτας και μια κιθάρα να Σε  τραγουδώ. Και μια φωτιά να μερώνει τη νύχτα.

Κωστής Ταξιδεύων
3 Αυγούστου 2015

31 Ιουλ 2015

Κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο.


Καλοκαιρινή μέρα, καυτό μεσημέρι. Ιούλης μήνας. Ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα καλάμια στην απέναντι όχθη είναι τα μόνα που παραμένουν όρθια καταμεσήμερο. Τα τρία γατάκια μου κοιμούνται στον ίσκιο της ροδιάς, η σκέψη μου καταϊδρωμένη τρέχει να προλάβει το άγριο θηρίο του Φθινοπώρου. Ανοίγω τη βρύση και λούζομαι ολόκληρος με δροσερό νερό. Να λαμπικάρει το μυαλό, να αποχαιρετίσω τα όπλα που σίγησαν, να φτιάξω τις καινούριες σαΐτες μου. Διαδρομές που χάθηκαν στον χάρτη της αβεβαιότητας, δρόμοι που έκλεισαν οριστικά με τον μεγάλο συμβιβασμό.
Απολογισμοί, ισολογισμοί και ά-πλανα πλάνα. Όσες φορές πίστεψες, τόσες φορές προδόθηκες.
Ζωγραφίζω τους παιδικούς μου κύκλους. Κύκλοι παράλληλοι. Στο κέντρο εγώ. Εσύ. Ολόκληρος ο μεγάλος κύκλος στριφογυρίζει αέναος μέσα στο σύμπαν. Η γη. Δέχομαι και εκπέμπω. Ζωή και θάνατο. Μίσος και έρωτα. Διαγράφω την δικιά μου πορεία. Να αποτινάξω τη σκλαβιά του υπνοβάτη, να δραπετεύσω στα όρη της ελευθερίας.
Πανύψηλα δέντρα, σκούρα πράσινα έλατα οι σκέψεις μου. Καταμεσήμερο του καλοκαιριού.
Τα τρία γατάκια μου ξύπνησαν από τον κρότο της φυγής μου. Έξω από τους στενωπούς τοίχους, τους χάρτινους αριθμούς.
Χορεύουν τώρα μαζί μου το θαύμα της ζωής. Της χαράς που δεν έζησα, -ανάμεσα στις συμπληγάδες των ονείρων που με ξεγέλασαν.
Γέμισε το πράσινο χορτάρι του κήπου τρυφερότητα από παιχνίδια που ποτέ δεν παίξαμε. Κατακαλόκαιρο. Καταμεσήμερο.


Κωστής Ταξιδεύων
31 Ιουλίου 2015

13 Ιουν 2015

Χωματόδρομος


Στάχυα χρυσά, κάμπος ατέλειωτος, καταμεσήμερο Ιούνη στον χωματόδρομο. Αγρότες μαζεύουν ροδάκινα, βερίκοκα στο διπλανό καταπράσινο φορτωμένο κτήμα. Απέναντι ο Κόζιακας, στο βάθος θεόρατα τα Μετέωρα. Θεσσαλική εύφορη γη.
Μακριά στην Εθνική οδό τα αυτοκίνητα τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα. Εγώ περπατάω. Μ’ ένα μακό μπλουζάκι κι ένα παγούρι νερό.
Πατάω χώμα, αγκαλιάζω ουρανό, ντύνομαι απαλό αεράκι. Ένα με τη γη, τα φυτά και τα δέντρα, τα ζώα και τα πουλιά. Άφησα πίσω την άσφαλτο και τα τσιμέντα, τα βάρη στην πλάτη και στο στήθος, τα χαμένα λόγια της πόλης.
Δεν έχω σκοπό, κανέναν χειρουργικό προορισμό.
Αν δεν χαθείς ποτέ δεν θα βρεθείς. Αν δεν περπατήσεις αργά, ποτέ δεν θα καταλάβεις.
Καίει ο ήλιος. Καίνε τα σβησμένα όνειρα. Πέρα μακριά φάνηκε ένα μοναχικό δέντρο.
Να φτάσω στον ίσκιο του, να ακουμπήσω στις ρίζες του, να δέσουμε τις σκέψεις μας.
Ο χωματόδρομος η αφορμή, ο κάμπος το φόντο, η ψυχή στο θεό. Σαν μυθιστόρημα του Σιμενόν. Όλα μια πρόφαση.
Αργός αναγνώστης του δρόμου.

Κωστής Ταξιδεύων
Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

14 Απρ 2015

Ο καταράκτης

Καταράκτης στην Κάτω Παλιοκαρυά Τρικάλων



Ήλιος, νερό, πέτρα και ουρανός είναι η πατρίδα μας. Και γη, εύφορη γη που ανθίζει την Άνοιξη. Ευλογημένος τόπος από τη φύση και τους θεούς κεντάει το νου και το σώμα. Όποιο δρόμο και να πάρεις θα χαθείς στον παράδεισο. Από την Κρήτη ως τις Πρέσπες, από το Καστελόριζο ως τους Εγκρεμνούς, από το πρωινό φως της αυγής, ως τη δύση του ήλιου. Τότε που ανάβουν τα μαγικά φώτα στις Κυκλάδες. Στην Κεφαλονιά ο Αίνος μύρίζει θυμάρι, στη Λήμνο τα αμπέλια, στην Εύβοια το πεύκο μοσχοβολά. Τι να χωρέσει ο νους, τόση ομορφιά στα σπλάχνα της χώρας μας.Την υμνούν οι ποιητές,την αγακαλιάζουν τρία πελάγη, αυτό της ελληνικής μουσικής πιό γαλάζιο κι απ΄ το Αιγαίο, από τα νερά του Ιονίου. Καταμεσίς η άχνα της θεσσαλικής γης, υψώνει την Πίνδο και πανηγυρίζει. Η θέα του Ολύμπου πιό τυχερή απ΄όλες τις ομορφιές τούτες, αγναντεύει καμαρώντας τις άλλες. Άνθρωποι και Θεοί πασχίζουν να αγαπήσουν τον τόπο τους. Αυτός τους δίνεται απλόχερα. Οι άνθρωποι πονάνε, υποφέρουν στα κάλη της ωραίας Ελένης. Ποτέ δεν φτούρισε η ομορφιά χωρίς τον πόνο. Ο πόνος γεννάει καινούρια ομορφιά, καταράκτης με διαμαντιένα δάκρυα. Αιώνιο Ανθρώπινο σύμβολο.


Ταξιδευτής
14 Απριλίου 2015

6 Μαρ 2015

Περί ανέμων και υδάτων



Συννέφιασε. Γέμισε γκρι ο ουρανός μετά από τόσες καταγάλανες μέρες. Αυτή είναι η ομορφιά του καιρού, δεν σ’ αφήνει ποτέ να πλήξεις. Φτάνουν τόσες πλήξεις, εκπλήξεις και καταλήξεις.
Θάρθουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής, θα ποτιστεί ουράνια το χώμα, θα φυτρώσει τρυφερό το πράσινο λιβάδι της Άνοιξης. Γέμισαν μπουμπούκια τα δέντρα στον κήπο, μικρά μικρά φυλλαράκια αναδύουν πάνω στα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Και οι τριανταφυλλιές ακολουθούν αγέραστες. Γερνάμε εμείς κάνοντας κύκλους σε επώδυνη στροφοδίνη ανέξοδων ονείρων.
Υγρό ποτισμένο το χώμα περιμένει τον υγιή σπόρο να αποδώσει τροφή. Για τους ανθρώπους, τα ζώα και τα πουλιά. Οι μηχανές των ανθρώπων βουίζουν μπροστά στη γλυκιά σιωπηλή αρμονία της φύσης. Η φύση από μόνη της γονιμοποιείται. Οι μηχανές πεθαίνουν.
Θα φτιάξω πάλι των κήπο των ονείρων μου. Θα πατήσω πάνω στο χώμα που με γέννησε, στο χώμα που με περιμένει. Θα κάνω τον κύκλο μου ανάμεσα στις ροδιές, στου παραδείσου τις ελιές. Θα γευτώ τους καρπούς της κερασιάς, κόκκινα κεράσια, πράσινα κορόμηλα, κίτρινα βερίκοκα, μωβ δαμάσκηνα, το στόμα μου θα γεμίσει χρώματα.
Έρχονται ανεμίδες βροχής. Μικρές σταγόνες λύτρωσης,
Πετάω τα ρούχα μου. Γυμνός στη βροχή. Σηκώνω τα χέρια μου και παραδίνομαι.
Η βροχή δυναμώνει.


Ταξιδευτής
5 Μαρτίου 2015

24 Απρ 2014

Μονόλογος ενός πότη



Victor Oliva, πότης αψεντιού.



«Να πέθαινα για κάτι δυνατό.
Έτσι που ζω σα να μη ζω,
είναι μεγάλο άδικο και κρίμα.»

Αυτός ο πόνος στο στομάχι ακόμα να περάσει, ξεθεώθηκα στον εμετό. Ξέρασα όλες τις βραδινές ειδήσεις, σίγουρα κάποιος έριξε στάχτη στο ποτό…Εγώ δεν το βάζω εύκολα κάτω…
Ο Ψινάκης, αυτός φταίει, Δήμαρχος του Μαραθώνα, πάει και η ιστορία μας, τα τσαλαπάτησαν όλα… Το στομάχι μου…Δεν μας έφτανε ο Σταύρος του Λαμπράκη, και  ο Χριστοδολόπουλος του Βύρωνα.  Και ποιός σας είπε γαμώτο, πως όταν κλωτσάς καλά με το πόδι, σκέφτεσαι καλά και με το κεφάλι; Έβαλαν λέει, έναν ποδοσφαιριστή υποψήφιο στην Ευρωβουλή. Είναι τηλεπερσόνες λέει και θα φέρουν ψήφους στα κόμματα.  Στην εποχή του 50 ζούμε το κέρατό σας… Τότε είχε τελειώσει ο πόλεμος, τώρα είμαστε μες τον πόλεμο.. Το ίδιο είναι;  

Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Ούτε και τ’όνειρο  πια. Τότε υπήρχε, τώρα δεν υπάρχει.
Σκότωσαν το όνειρο.
Όχι πείτε μου, τι μπορεί να ονειρευτεί ένας νέος σήμερα στη χώρα μας, φορτωμένος με δυό προπατορικά αμαρτήματα; Άντε να ξεπεράσει το πρώτο υγιώς σκεπτόμενος, το δεύτερο; Δεν του φτάνει ούτε μια ζωή να πληρώνει τις αμαρτίες των γονέων, παιδεύουσι τέκνα.
Στην αρχή μας εκδημοκράτισαν, μετά μας πέταξαν στη θάλασσα να μάθουμε να κολυμπάμε, μετά μας εκσυγχρόνισαν με Μάνο και Ανδριανόπουλο, μας έφεραν πολυκαταστήματα να τα έχουμε όλα,  μετά μας έδωσαν μια κλωτσιά στο γκρεμό και τώρα θέλουν να μας σώσουν, - για να σωθούν.
 Στο τέλος θα αυτοανακηρυχθούν και σωτήρες. Πάντα βέβαια με τη βοήθεια του θεού και της αγίας τηλεπαρουσιάστριας των μεγά-λων ειδήσεων. Κι αυτή στην Ευρωβουλή;  Μπάτε σκύλοι αλέστε….
Το στομάχι μου, δεν λέει να περάσει. Μα όταν πίνω μια χαρά νοιώθω, μετά, μετά φταίει ο Μπωντλαίρ.
«Όταν οι νόμοι είναι άδικοι, οι πολίτες οφείλουν ανυπακοή» έλεγε ο Γκάντι και  «Ο μόνος δρόμος για τους διανοουμένους είναι ο δρόμος του Γκάντι. Ο δρόμος της μη συνεργασίας.» συμπλήρωσε ο Αϊνστάιν

Είχα γράψει κι εγώ κάποτε ένα σύνθημα, πάνε τέσσερα χρόνια τώρα. Ακόμα μισοσβησμένο στον τοίχο των φυλακών είναι:
«Ένα είναι το χρέος μας σήμερα. Να διώξουμε όλους αυτούς που οδήγησαν τη χώρα εδώ».
Ούτε το σύνθημα βέβαια έφυγε ποτέ απ’ το κεφάλι μου, αλλά ούτε αυτοί που οδήγησαν στη ξηρασία το μέλλον των παιδιών μας.
Εμείς, εμείς έτσι κι αλλιώς σκοτωθήκαμε νωρίς….
Δεν έφταιγε μόνο το ποτό, έφταιγαν και τα καστανά μεγάλα μάτια της. Όταν την κοίταγα έβγαναν φωτιές, που μ’ έκαιγαν …..
Το στομάχι μου δεν λέει να στρώσει…
Να το εμπιστευτώ στον Άδωνη ή να πάω πάλι στο ουζερί Σχεδόν Τέλεια;
Θυμάσαι μάνα, από παιδί και μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια, μούλεγες κάποτε.
Θυμάσαι;

Ταξιδευτής
24 Απριλίου 2014

14 Απρ 2014

Φωτεινό ντουέτο



Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τον Κόζιακα. Η μέρα παρέδιδε στη νύχτα. Σήμαναν οι καμπάνες, Μεγάλη Δευτέρα, Απρίλης μήνας.
«Στις 9 στα Μετέωρα. Έξω από την Μονή Αγίου Στεφάνου. Σε περιμένω.» έγραφε το ανώνυμο μήνυμα στο κινητό.
Εκείνη την ώρα έβλεπα τις ειδήσεις των 8. Ένας αχταρμάς το κεφάλι μου, από κακόγουστες φάρσες. Πλεόνασμα τριμήνου, μαύρα σύννεφα στη μαύρη θάλασσα, κάλπικα γκάλοπ, βρώμικα ποτάμια, αληθινές ιστορίες γεμάτες θάνατο. Και το αρνί, να γυρίζει από σήμερα στις σούβλες, και στα μυαλά.
Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ, έπρεπε να αποφασίσω. Θα πάω;
Άλλη μια φάρσα, είπα. Λάθος μήνυμα, η εποχή μας παίζει  επικίνδυνα παιχνίδια, είναι ρίσκο, είναι γυναίκα, είναι άντρας, έχω ανοικτούς λογαριασμούς με κάποιους;
Τι έχω να φοβηθώ, τι έχω να χάσω, έτσι κι αλλιώς η ζωή μου ήταν ξοφλημένη. Ζούσα τόσο συμβατά με την αναπαλαίωση τα τελευταία χρόνια, δεν ήξερα πια αν είμαι εγώ ή ένας άλλος. Άλλα σκεφτόμουν, άλλα έλεγα, άλλα έκανα. Τριχασμένο χαρακτήρα με περιέλουζαν οι λιγοστοί φίλοι.
Θα πάω, είπα.
 Άνοιξη και Πάσχα. Μύριζε ο δρόμος τρυφερό πράσινο, ταχύτητα και αγωνία. Ποιος με καλεί, γιατί με καλεί, γιατί πάω, που πάω;
Ανηφόριζα τα Μετέωρα, κατέβαιναν τα τελευταία αυτοκίνητα από τις λειτουργίες των Μοναστηριών.
Στις 9 παρά 2 λεπτά ήμουν στον Άγιο Στέφανο, που αν και είναι γυναικεία Μονή, έχει ανδρικό όνομα. Η πόρτα ήταν κλειστή, ο Θεσσαλικός κάμπος μια απέραντη θάλασσα από φώτα. Φωτισμένα χωριά στην Πίνδο και στα Χάσια αγνάντευαν από ψηλά.
Δεν υπήρχε ψυχή. Μια γάτα μόνο πέρασε και είδα στο φωτεινό σκοτάδι τα μάτια της. Φάρσα ήταν, ένα λάθος μήνυμα.
Άνοιξα μια βότκα που είχα στο αυτοκίνητο και κάθησα σ’ ένα πεζούλι. Έπρεπε να ηρεμήσω, είχε σημάνει συναγερμός μέσα μου.
Και τότε την είδα. Όταν σήκωσα τα μάτια ψηλά, να πιω την πρώτη γουλιά.
Ολοστρόγγυλη, λαμπερή, με τη γνωστή χλωμάδα της..
Ήταν η Πασχαλινή πανσέληνος. Και δίπλα της ο Άρης
Ο πιο κόκκινος Άρης που είδα ποτέ. Πιο φωτεινός κι απ’τον Σείριο.
Ήταν το πιο όμορφο ντουέτο που είδα ποτέ στον Ουρανό.
Μες τη νύχτα.

Ταξιδευτής
14 Απριλίου 2014

26 Φεβ 2014

Το παιδικό μου κάστρο

Οι αμυγδαλιές στην αυλή ολάνθιστες, το σπίτι ερειπωμένο. Καταπράσινος ο τόπος, έβρεξε πριν από μια βδομάδα, διψούσε η γης, το ευχαριστήθηκε, φύτρωσε τρυφερό χορτάρι. Ο απέραντος κάμπος έπαιρνε μακριά τα μάτια σου. Καλοσχεδιασμένα χωράφια, στάρια σπαρμένα έφερναν την άνοιξη, οργωμένα άσπαρτα ακόμα άλλα, έτοιμα για τον σπόρο. Ο ήλιος έπαιζε με τα σύννεφα, λαμπύριζαν οι πέτρες πάνω στο βουνό.
Ήρθε κοντά μας ένα μεγάλο ασπρόμαυρο σκυλί, μην το φοβάσαι είπε ο Άλκης , κουτάβι είναι. Το κοπάδι του κλεισμένο στο μαντρί, τώρα χορτάριασε, είχαμε ξέρα.
Τρεις μισογκρεμισμένοι πέτρινοι τοίχοι απόμειναν από τη μεγάλη μάντρα. Έγερνε
πάνω τους η γκορτζιά, συντροφικά παραπονεμένα. Εδώ ήταν κάποτε τα ζωντανά μας. Και η ζωή μας.
Ερήμωσαν τα χωριά μας. Ούτε ένα παιδί δεν έπαιζε στην πλατεία, το γήπεδο χορτάριασε. Το σχολείο, σύμβολο ζωντανό μέσα μου, έκλεισε, το καφενείο του Λάμπρου δεν υπάρχει πια, μεγάλωσε πολύ, τα παιδιά έφυγαν.
Το μεγάλο κονάκι κατέρρευσε. Παίζαμε κρυφτό, κλέφτες και αστυνόμους. Στη λάκα παίζαμε τσιλίκα και αμπάρτζα, τη γαϊδούρα, κυνηγητό και λουράκι.
- Λάμπρο μια λεμονάδα έψα, -ιδρωμένοι από την μπάλα.

Σήμερα η κουβέντα του Λάμπρου με κάρφωσε, εμείς ταΐζουμε τις πόλεις είπε, που μείναμε στα χωράφια, στα ζωντανά, στον τόπο μας.
Το παιδικό μου κάστρο ήταν εκεί, αγέρωχο αγνάντευε ολόκληρο το
ν κάμπο.

Φεβρουάριος 2014
Ταξιδευτής




21 Φεβ 2014

ΑΝΤΙκατοπτρισμός


Περπατούσα μετά από καιρό ανάλαφρος δίπλα στον Ληθαίο. Ο σταχτής ουρανός άφηνε μια αχτίδα ήλιου να μ’ακολουθεί. Κοίταζα τον αντικατοπτρισμό μου. Περπατούσαμε δυό μας. Εγώ στην άκρη, αυτός πάνω στο πράσινο νερό.
Φούσκωνε το στήθος μου, ευμεγέθης, ακμαίος, έπεφταν τα μαλλιά μου στις πλάτες, τα γένια μου στο νερό πιο μεγάλα, έβλεπα το είναι μου όλο δυνατό, αγέρωχο, αρμονικό στο βηματισμό, έφηβος.
Προχωρήσαμε αρκετά, περάσαμε τη γέφυρα του Ασκληπιού, το μνημείο με τους πέντε Επονίτες, φτάσαμε στο κέντρο της πόλης.
Μ’ ακολουθούσε η Pax, παιχνιδιάρα, πιστή πάντα. Απορημένη άρχιζε να γαυγίζει. Δεν είχα καταλάβει ότι εδώ και ώρα μιλούσα με τον ίσκιο μου.
Τα σύννεφα μπλόκαραν και την τελευταία ηλιαχτίδα.
Ασήμαντα μικρός, πήρα την Pax στην αγκαλιά μου.
Στρίψαμε σ’ ένα σοκάκι, βάραινα πάλι.
Είχα όμως το χαμόγελο της Pax.
Κι εκείνο το παλιό σπίτι στο βουνό. Έρχονταν και η Άνοιξη…

Ταξιδευτής
Φεβρουάριος 2014


11 Φεβ 2014

Πλακόστρωτοι δρόμοι

Δρόμοι στενοί, σοκάκια των νησιών π’ αγάπησα, σπίτια χαμηλά και εύμορφα, πινακίδες αυτοσχέδιες και κάπου κάπου μια γλάστρα στη θύρα, ένα πλεκτό κουρτινάκι στο παραθύρι, ένας βασιλικός ή μια μπουκαμβίλια.
Μια μπουκαμβίλια είναι το καλοκαίρι στην Ελλάδα, μωβ, άσπρη, κόκκινη, δεν ζει κάτω από τους -πέντε βαθμούς αυτή η βραζιλιάνα καλλονή. Πάει και ακουμπάει πάνω στους τοίχους, δεν θέλει αέρα, θέλει όμως άπλετο φως. Τροπική καθώς είναι δεν ανθίζει μέσα σε σκιές.
Στα σκοτεινά χρόνια δεν χάθηκε ο ήλιος απ’ τη χώρα μου, το αιγαίο θα είναι πάντα ανοιχτό γαλάζιο και τα ψηλά βουνά άσπρα στο χιόνι. Να αντανακλούν τον ήλιο. Ίσως για να διατηρούνται ζωντανές οι μπουκαμβίλιες, όταν παγώνει ο καιρός.
Μπορεί αυτό το λουλούδι το χειμώνα να είναι νεκρή φύση, αλλά μόλις έρθει η άνοιξη, με το πρώτο χελιδόνι, ξεμυτίζουν οι μίσχοι του.
Σήμερα μες το καταχείμωνο του Φλεβάρη, μύριζε άνοιξη.

Ταξιδευτής
Φεβρουάριος 2014

7 Οκτ 2013

Σαν μια νεράιδα στην αγκαλιά σου

Ατέλειωτο πράσινο, ανοιχτός ουρανός, απέραντο γαλάζιο. Καστανιές γεμάτο κάστανα, μηλιές, συκιές, αμπέλια, κάθε λογής δέντρα απλώνονται ζωγραφιά στο βουνό των Κενταύρων. Πάνω ο oυρανός, κάτω η θάλασσα. Πήρε να φουντώνουν τα σύννεφα, οι πρώτες υγρές σταγόνες του φθινοπώρου. O Μυλοπόταμος αγκάλιαζε τρυφερά τους εναπομείναντες του καλοκαιριού. Τέλη Σεπτέμβρη η θάλασσα ζεστή ακόμα, ιρίδιζε τα χρώματα του βουνού. Μοναδικός προορισμός το Πήλιο στη καρδιά της Ελλάδος. Εδώ σμίγουν όλες οι αισθήσεις, κάτω από μια καρυδιά αγναντεύοντας το Αιγαίο. Εδώ σμίγει και η νοσταλγία με τ όνειρο, ο έρωτας με την επανάσταση, ένα βιβλίο στη τσέπη και ραντεβού στον παράδεισο.

Ταξιδευτής
Πήλιο 7 Οκτωβρίου 2013

7 Μαρ 2013

Ξημέρωμα

Του άρεσαν οι κουβέντες των απλών ανθρώπων. Αναρωτιόταν γι’ αυτούς που μιλάνε με επιτηδευμένη γλώσσα Οι ατσαλάκωτοι υπερτερούσαν γύρω του, αλλά αυτός κρυφάκουγε εκείνες τις λέξεις, που του θύμιζαν μια άλλη πατρίδα.
Μια ξυλόσομπα αναμμένη, μια σκαφίδα στο πλυσταριό, ένα καλούπι άσπρο σαπούνι, μια πυροστιά πάνω στα κάρβουνα, ένα τενεκέ λάδι, λέξεις από παλιά. Όταν καμιά φορά, μετά από χρόν...ια τις συναντούσε, ανατρίχιαζε. Του θύμιζαν τα πέτρινα γεφύρια. Γινόταν παιδί.
Αυτοί οι άνθρωποι που απέμειναν ακόμα έτσι, είναι πιο λεύτεροι. Μιλάνε αυθόρμητα, χωρίς γλωσσσομπερδέματα, στα ίσια. Κατάματα. Ή έτσι νόμιζε.
Παρατηρούσε τον πόνο των λέξεων, τη διαύγεια, τη συγκίνηση.
Σαν δάκρυα χαρμολύπης έσταζαν πάνω του, λυτρωτικές σταγόνες βροχής.
Πήρε το μπλοκάκι του και έγραψε τη λέξη: Ξημέρωμα.
Κάποτε ήθελε να παίξει πάλι, με εκείνες τις μακρινές λέξεις. Έβαλε το φώλι, να το θυμηθεί κάποτε. Όταν θα γερνάει, ξανακερδίζοντας το χρόνο.

Ταξιδευτής
7 Φεβρουαρίου 2013

Γέφυρα Αγίου Βησσαρίωνα
Πύλη Τρίκαλα

25 Φεβ 2013

Μικροί αποχωρισμοί

Τα μαλλιά της ίσα καστανά, έπεφταν ως την πλάτη της. Δεν χόρταινε να παρατηρεί το βάδισμά της, όταν χανόταν στο βάθος.
Το ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα το Ο
ne Love, του Bob Marley. Ένα στενό δρομάκι οδηγούσε στο σπίτι της. Στα μισά του δρόμου σταμάτησε για λίγο, κοίταξε πίσω. Αυτός δεν είχε φύγει. Μικροί αποχωρισμοί.
Πριν λίγο ήταν μαζί, πάνω στα Μετέωρα. Κάτω η Θεσσαλική πεδιάδα, απέραντη θάλασσα από φώτα. Ζεστή ανοιξιάτικη νύχτα. Μύριζαν οι πασχαλιές.
Μετά το
Sante, στάθηκαν ώρα μπροστά στην παλιά ζωντανή πόλη. Τοιχογραφία μιας άλλης εποχής, από ένα Γαλλικό τιμ ζωγράφων του δρόμου.Ύστερα πήραν το δρόμο για την Καλαμπάκα. Περασμένα μεσάνυχτα. Έφτασαν στο Καστράκι, ανέβαιναν πιο κοντά στον έναστρο Ουρανό. Λούστηκαν στο φεγγάρι. Θεόρατα μυστικά, δεν κρύβονταν άλλο.
Εκείνη τη νύχτα άνοιξαν οι καρδιές τους. Ήταν χρόνια φίλοι.


Ταξιδευτής
25 Φεβρουαρίου 2013


Τρίκαλα.
Σχεδόν τρισδιάστατη τοιχογραφία στα Μανάβικα.