Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ημερολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ημερολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Απρ 2014

Καλή Ανάταση



Μεγάλο Σάββατο, ξυπνήσαμε πρωί με τον Οδυσσέα. Πήραμε ένα παγούρι νερό, θα περπατούσαμε πάνω από δίωρο. Η Γκοτζια-μ-λάκα είναι πίσω από το βουνό. Απέραντα λιβάδια, ένα μικρό ποτάμι είχε την πηγή στα ριζά του βουνού, -έρχονταν τότε οι γυναίκες του χωριού και έπλεναν τα χειμωνιάτικα,, ένα σμήνος από πεύκα ανατολικά  και ο προφήτης Ηλίας σε ένα μικρό βουναλάκι. Ευλογημένος τόπος.
 Εκεί ήταν και ένα μικρό κτήμα του πατέρα μου, εκεί είχαμε ένα δωμάτιο με πλιθιά και ξύλα φτιαγμένο, εκεί είχαμε κήπο, τα μελίσσια, αμυγδαλιές, αχλαδιές, ελιές, μουριές, συκιά, πηγαίναμε τότε καβάλα στ’ άλογο, γυρίζαμε γεμάτο καλούδια της φύσης.
Στις γύρω πλαγιές έβοσκαν πρόβατα, αλυχτούσαν σκυλιά, ακουγόταν που και που καμιά τουφεκιά από κυνηγούς,  τσοπάνηδες απ’ τα γύρω χωριά, θυμόμουν τα περισσότερα χωριά με τούρκικες ονομασίες, Τσαγκλί, Ινελί, Ντιρεκλί, Αιβαλί, Κιπικλί. Όλα αυτά τα χωριά είχαν πρόσβαση στην εύφορη κοιλάδα. Ο τόπος ήταν καταπράσινος, η γης έβγαλε χορτάρι, τα ζώα βγήκαν απ΄τους στάβλους.

Όλα παρατημένα.  Μισογκρεμισμένο το κονάκι, τα δέντρα γέρασαν. Το πηγάδι τότε είχε νερό. Τώρα ήταν κρυμμένο μες στ΄ αγριοχόρταρα.. Γέμισε η ψυχή μου χαρμολύπη, τα χρόνια που πέρασαν. Ένοιωθα βαρύ το σώμα μου, ένοιωθα ανάλαφρο το μυαλό. Και τότε ήταν που είδα τον Οδυσσέα με τον λαγό στα χέρια, έναν ολοζώντανο  μικρό λαγό. Ήταν παγιδευμένος μέσα σ΄εκείνον τον κέδρο.
Βρήκαμε το δώρο που θα πάμε στην Βίκυ και την Όλγα για το Πάσχα. Θα τον πάρουμε στην Αθήνα. Θα γίνουμε φίλοι. Θα τον μεγαλώσουμε.

Διαφωνούσαμε με τον Οδυσσέα, δεν ανεχόταν τη στήριξη μου στον Σύριζα. Συστημικό τον ανέβαζε, βολεμένο τον κατέβαζε.  Αυτός ήταν Ανταρσία. Εγώ πάλι του έλεγα ότι για να κάνουμε Ανάσταση, η ισχύς εν τη ενώσει. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση, κι εγώ είμαι ανυπόμονος. Όχι ότι εγώ δεν είχα τις ενστάσεις μου, αλλά μετά από πενήντα χρόνια θα είναι αργά. Ποτέ δεν μπόρεσα να αισθανθώ αυτό το μεταφυσικό '"Οταν"" του ΚΚΕ.
Αν και τις περισσσότερες φορές μιλούσαμε για λογοτεχνία  και μαζέυαμε μανιτάρια στας εξοχάς των Αθηνών, συχνά πυκνά αρπαζόμασταν από τον γιακά για ψύλλου πήδημα.
-Οδυσσέα, στους καιρούς που ζούμε, αν ο καθένας δεν υπερτόνιζε το εγώ του, -όλα τα ξέρω εγώ, αν Οδυσσέα όλοι οι αριστεροί, όλοι οι άνεργοι, όλοι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι αγκαλιαζόταν λόγω ...Πάσχα, ...λόγω Άνοιξης, έναν Μαη του 68 θα τον είχαμε και ούτε Βορίδη, ούτε Άδωνη, ούτε Σαμαρά, ούτε Άνθιμο θα είχαμε. Και τέλος πάντων ρε Οδυσσέα, ο γόρδιος δεσμός τώρα ξέρεις καλά  δεν λύνεται. Όλα απ΄την αρχή.  Ανταρσία Οδυσσέα και μοναδικότητα στον Άνθρωπο. Αλλά αν δεν πάμε μαζί, πάλι άνεργοι θα είμαστε.
- Εγώ δεν βάζω νερό στο κρασί μου, έλεγε ο Οδυσσέας και άρχιζε να μιλάει για το κρασί απ' το αμπέλι του, μια τραμετζάνα πήραμε μαζί μας, κόκκινο ημίγλυκο.

Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, δυό τρία σύννεφα στον ουρανό και μια πρωινή άχνα στη Θεσσαλική γη, μισή ώρα απ'τη θάλασσα. Αλλά θάλασσσα δεν βλέπαμε πουθενά, μας έφτανε το μπλε του Ουρανού.

Πήραμε το μικρό λαγό στα χέρια, σαν νεογέννητο αρνί που αγνοεί τη σύντομη ζωή του και γυρίσαμε πίσω. Πήγε μεσημέρι.
Καλή Ανάσταση, το δώρο σας για το Πάσχα, ένα ολοζώντανο λαγουδάκι.  Δεν το πίστευαν, ούτε η Βίκυ, ούτε η Όλγα, μήπως το πιστεύαμε εμείς;

Πήρα τη ''Λέσχη των αθεράπευτων αισιόδοξων'' και πήγα στην αγριογκορτσιά. Στην απέναντι πλαγιά.  Από τότε που ήμουν μικρός ακούμπαγα την πλάτη μου στον κορμό της και διάβαζα. Ήταν το αγαπημένο μου δέντρο, έστεκε ακόμα εκεί, φιλλοξενώντας διαβατάρικα πουλιά.  Ένα δέντρο μόνο το, σ' ένα απέραντο λιβάδι. Σ αυτό έμοιασες, έλεγε η μάνα μου.  
Ακόμα και τώρα έμεινα ένα δέντρο σε μια πλαγιά, αγναντεύοντας τον ατέλειωτο κάμπο.

Καλή Ανάσταση, είπε ένας περαστικός και θυμήθηκα να γυρίσω πίσω....

Ταξιδευτής
 19 Απριλίου 2014

18 Απρ 2014

Πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια.




Ξύπνησα χαράματα της Μεγάλης Πέμπτης, στο παιδικό μου δωμάτιο. Έβαλα το μαξιλάρι στον τοίχο, ακούμπησα την πλάτη και φυλλομετρούσα τη δεκαετία του 60 στο χωριό. Η Όλγα κοιμόταν τρυφερά δίπλα μου. Ένα κρεβάτι δίπλα στον τοίχο και η μπαντανία από τον αργαλειό της μάνας μου. Ένα τραπέζι, μια μικρή αυτοσχέδια βιβλιοθήκη, ένα μπαούλο, δυό παράθυρα και μια οπτασία. Η μάνα μου νέα, όμορφη και χαμογελαστή κάθε πρωί έρχονταν δίπλα μου, χάιδευε τα μαλλιά μου, με φιλούσε, έλα ξύπνα  τώρα .. Άνοιγε μετά τα παράθυρα, να πάρει αέρα το δωμάτιο, έλεγε.
Πάνω στο τραπέζι ένα ραδιόφωνο εποχής, ένα τρελαμένο  ξυπνητήρι, μια παλιά κόντακ φωτογραφική μηχανή, ένα σπασμένο σιδερένιο μαχαίρι ψωμιού, ένα ωρολόγι τσέπης του πατέρα κρεμασμένο στον τοίχο και μια  εικόνα του Μυστικού δείπνου πάνω από το κρεβάτι. Απέναντι στον μεγάλο τοίχο, αφίσες με τον Δομάζο να βάζει γκολ με ψαλιδάκι, τον Νίκο Κούρκουλο να βάζει φωτιά στη στράτα του, η γέφυρα του Μανχάταν στη Νέα Υόρκη, ο σκαραβαίος του θείου Παύλου κι εγώ να ποζάρω στο τιμόνι έξι επτά χρονών.

Σηκώθηκα αθόρυβα να μη ξυπνήσω την Όλγα, πήγα στη βιβλιοθήκη και πήρα το Χωρίς οικογένεια, εκδόσεις Αστέρος. Κίτρινα φύλλα, στη πρώτη σελίδα Πάσχα 1969, δώρο από το θείο Χρήστο, με δικά μου γράμματα… Όλα άλλαξαν από τότε μόνο ο γραφικός χαρακτήρας παραμένει ο ίδιος και η υπογραφή. Ο πατέρας  μου έμαθε πως να υπογράφω, που να υπογράφω. Η υπογραφή δεν άλλαξε, αλλά το που, ποτέ δεν το κράτησα όρκο. Μετά διάβασα και το Με Οικογένεια, αλλά ήδη με είχε κερδίσει το Χωρίς. Εγώ θα είμαι με τους αδύνατους ένοιωσα. Από τότε. Μόνο στο ποδόσφαιρο ήμουν με τους δυνατούς, ο Παναθηναϊκός είχε συντρίψει τον Ερυθρό Αστέρα με 4-1 και προκρίθηκε, ήταν τότε που ανεβήκαμε στα τραπέζια του καφενείου του Λάμπρου απ’ τo πανηγύρι της χαράς και μας πέταξε έξω…αυτός ήταν Πανιώνιος.

Λένε ότι όσοι δεν ζουν το τώρα, νοσταλγούν το παρελθόν. "Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τι σου συμβαίνει, αλλά τι θυμάσαι και πώς το θυμάσαι." έλεγε ο Μαρκές. Εγώ πάντως νοσταλγώ τη μυρωδιά που είχαν τα μήλα τότε, όταν τα έφερνε κάθε Τρίτη ο πατέρας μου από το παζάρι.  Τη μυρωδιά που είχε ο Θησαυρός των γνώσεων, μια δωδεκάτομη πράσινη δερματόδετη εγκυκλοπαίδεια της εποχής. Και όταν μετά από χίλια παρακάλια, μου αγόρασε δερμάτινη μπάλα, ένοιωσα σαν τον Μαραντόνα. Εκείνο που δεν συγχωρώ στον πατέρα μου, είναι όταν με κορόιδευε στις ατέλειωτες ερωτήσεις μου, ότι δήθεν υπάρχουν μικρά ανθρωπάκια μες το ράδιο και μιλάνε μεταξύ τους, τραγουδάνε, παίζουν μπάλα, λένε ειδήσεις, έκαναν σχόλια σαν τον Μηνά Λαμπρινίδη… Έπρεπε να μεγαλώσω αρκετά για να καταλάβω, ότι ούτε κι αυτός ήξερε. Συνήθως έτσι γίνεται, ότι δεν ξέρουμε το κοροϊδεύουμε ή το περιφρονούμε. Μπορούμε όμως και να σωπαίνουμε.

Ο ήλιος γέμισε φως το δωμάτιο, απ΄τα μισάνοιχτα παντζούρια, ξημέρωσε για τα καλά. Η Όλγα στριφογύρισε και έβαλε τα χέρια της στα μάτια.
Μετά μου χαμογέλασε. Την φίλησα, σαν το πρώτο φιλί.
 Άκουσα και τον Οδυσσέα, είχε βγει στην αυλή και έψαχνε την Ιθάκη του. Αλλά βρήκε ένα τσοπανόσκυλο που τον γαύγισε και ήρθε τρέχοντας μέσα.
Μήπως εγώ δεν φοβόμουν τα τσοπανόσκυλα μικρός. Τα τσοπανόσκυλα και τους κεραυνούς. Τίποτα άλλο.
Όταν μεγάλωσα άρχισα να φοβάμαι όλα τ' άλλα.


Παιδιά έκανα καφέ, ελάτε, φώναξε η Βίκυ.

Βολευτήκαμε στη μικρή κουζίνα και αρχίσαμε να διαφωνούμε για τις τιμές αρχηγού Κράτους, που θα ξοδέβαμε το βράδυ για τη μεταφορά  του φωτός.
Να ήταν τουλάχιστον και θαυματουργό.

Ταξιδευτής
17 Απριλίου 2014

17 Απρ 2014

Πάσχα στο χωριό





«Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του Αντώνη Σουρούνη. Είναι και η Ανάσταση. Και του Χριστού, αλλά και της φύσης. Ίσως η Ανατροπή.  Μια Ανατροπή που δεν έρχεται ποτέ, αλλά γιορτάζεται κάθε χρόνο. Και γίνεται  κι αυτή προσδόκιμη γιορτή.
Από τότε που θυμάμαι, θυμάμαι την ελπίδα, λες και είναι το απαραίτητο αξεσουάρ της εικονικής ζωής μας. Ανάσταση φαίνεται δεν είναι το φαίνεσθαι, αλλά το είναι.
Ποιός νοιάζεται για το είναι;»
Αυτά έλεγε ο Οδυσσέας, στο κάθισμα του συνοδηγού κι εγώ οδηγούσα βραδυπορώντας στα παιδικά μου χρόνια. Πλησιάζαμε στο χωριό.  Θα ανοίγαμε το πατρικό μου σπίτι και θα κάναμε Πάσχα μετά από χρόνια στο χωριό. Η  Όλγα και η Βίκυ στο πίσω κάθισμα, μάζευαν παπαρούνες με τα μάτια τους. Είχαμε αναλύσει όλη την επικαιρότητα στη διαδρομή και δεν καταλήξαμε πουθενά. Εκτός απ’ την ελπίδα.
Η ανεργία τσάκιζε τη ραχοκοκαλιά της κοινωνίας, τους νέους ανθρώπους τους εξόριζε, μεσήλικες  τους έριχνε κάτω, καταντήσαμε χώρα γερόντων, είπε η Όλγα.
Δεν εννοείς εμάς, της είπε ο Οδυσσέας. Εγώ δεν μιλούσα. .
Και οι τέσσερις ήμασταν άνεργοι. Θα μοιραζόμασταν το επίδομα.
Μεσημέρι Μεγάλης Τετάρτης. Φύγαμε πρωί απ’ την Αθήνα.

Απέραντα οργωμένα χωράφια και πράσινα στάχια ο Θεσσαλικός κάμπος. Η παιδική μου ζωγραφιά. Και παπαρούνες κόκκινες, κατακόκκινες στην άκρη της ασφάλτου.
Αχίλειον, Αμπελιά, Νεράιδα, Πολυδάμιον, Ερέτρια, διάσπαρτα μικρά χωριά μέσα στον κάμπο, στις ρίζες των μικρών βουνών, στις πλαγιές, αγροτικά μηχανήματα, άλογα, κοπάδια, σκυλιά που γαύγιζαν τα αυτοκίνητα. Πρόβαλε το χωριό στο τέλος του δρόμου. Πάντα φαίνεται στο τέλος επανέρχεται η αρχή. Και ο Αη Γιώργης στην κορυφή, σαν φύλακας άγγελος με το κοντάρι του να σκοτώνει τον δράκο. Σωπαίναμε, να αρμέξουν τα μάτια μας. Φως, ορίζοντας, Άνοιξη.
Το σπίτι πέτρινο, μικρό, δυό δωμάτια και μια κουζίνα, το συγύρισε η θεία  Ουρανία που κρατάει το κλειδί. Οι γονείς ανήμποροι πια έμειναν στην Αθήνα.
Με τον Οδυσσέα και τη Βίκυ, γνωριστήκαμε στις πορείες, ήμασταν αγανακτισμένοι. Από τότε γίναμε ζευγάρια κολλητά. Τα παιδιά μας  μετά τις σπουδές είχαν φύγει από την Ελλάδα.  Γενικά τα παιδιά μας φεύγουν απ΄ την Ελλάδα.  Έρχονται όμως οι ξένοι και αγοράζουν Ελλάδα.

Ω γλυκύ μου έαρ, είπε ο Οδυσσέας, πόσα παιδιά πεθαίνουν κάθε μέρα,  απλώνοντας τα χέρια στη φύση. Οι αμυγδαλιές ήταν ανθισμένες στην αυλή με τα πρώτα φυλλαράκια. Το χορτάρι τρυφερό, δροσερό πράσινο. Το κάστρο ήταν εκεί, το γήπεδο γεμάτο αγκάθια, το τούρκικο κονάκι μισογκρεμισμένο, η έρημη πλατεία, το κλειστό σχολείο, το κλειστό παντοπωλείο, το παλιό μονοπώλιο, η βρύση στην άκρη του χωριού είχε αρκετό νερό, -δυό αγελάδες μόνες τους έπιναν στην κοπάνα, σε μια κούνια της παιδικής χαράς μια μαμά με το κοριτσάκι της, ένας μανάβης με την ντουντούκα του, μια γιαγιά καθόταν στη βεράντα της…

Οι άνθρωποι που ήταν;
Πόσοι απέμειναν;
Έφυγαν τόσοι απ’ τη ζωή, είπε η θεία Ουρανία. Οι περισσότεροι ζουν στις πόλεις. Αν έρχονται Χριστούγεννα και Πάσχα. 
Ήμουν ένας απ’ αυτούς.  Τουρίστας στο χωριό μου.  Εσωτερικός μετανάστης.
Τώρα ένας άνεργος, που γύρισα στα παιδικά μου χρόνια.
Η καμπάνα του Αη Γιώργη, Μεγάλη Τετάρτη απόψε..

Ήμουν επτά χρονών, ο πατέρας ήρθε ανήσυχος στο σπίτι, δεν θα βγείτε έξω στους δρόμους αύριο, κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, μας είπε…Απέναντι στο βουνό έγραψαν « Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, Ζήτω η επανάστασις»
Πέρασαν σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε…Η Βίκυ είχε μαζί της την κιθάρα της, την πήρε και άρχισε να τραγουδάει…Εμείς ακολουθήσαμε, μέχρι αργά.

Ήταν γλυκιά ανοιξιάτικη η βραδιά, αφεθήκαμε στη αυλή, Μεγάλη Πέμπτη αύριο.



Ταξιδευτής
16 Απριλίου 2014

16 Σεπ 2013

Κλεψύδρα



Τα τελευταία βράδια από τις 12 ως τη 1, συνηθίζω να κάθομαι στη βεράντα. Μόνος μου, με δυό τσιγάρα. Αγόρασα επίτηδες μια κλεψύδρα που κρατάει ακριβώς μια ώρα. Δεν σκέφτομαι τότε τίποτα απ' τα προβλήματα του κόσμου, ούτε τα δικά μου, παρά μόνο ότι είμαι ζωντανός. Αν άξιζε κάτι τη μέρα που πέρασε, αν μπορώ ακόμα να εκπλήσσομαι, αν ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι. Κάτι σαν διαλογισμός.
Το μέρος της βεράντας που κάθομαι δεν έχει ιδιαίτερα φως και ο Ουρανός είναι γεμάτος αστέρια.
Είναι η πιο πολύτιμη ώρα του ημερόνυχτου. Κάτι σαν ευτυχία αφελούς.
Τότε παρατηρώ πόσα αεροπλάνα ταξιδεύουν διασχίζοντας τ' αστέρια. Την ημέρα ούτε υποψιάζομαι αυτά τα ταξίδια, προσγειωμένος στα γήινα.

Ύστερα ανοίγω τις σελίδες στο Αλγέρι του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά, Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Τσ.
Σε πείσμα της κλεψύδρας.

Ταξιδευτής
16 Σεπτεμβρίου 2013

17 Ιουλ 2012

Από παλιό ημερολόγιο

 Ήταν μια ασυνήθιστη μέρα. Το μεσημέρι επισκεφτήκαμε με τον θείο και τη θεία και τη μεγάλη μου εξαδέλφη το Μουσείο Πολιτισμού και Επιστημών, εδώ στη Νέα Υόρκη. Ο θείος ήταν όλο προτροπές. Το κήρυγμα του μπροστά στα πνευμόνια, ενός που κάπνιζε στη ζωή του και ενός που δεν κάπνιζε ήταν σοκαριστικό, όπως και η ζωντανή αναπαράσταση που έβλεπα. Δεν νομίζω ότι θα καπνίσω ποτέ στη ζωή μου. Το υποσχέθηκα στο θείο και στον εαυτό μου.
Ακόμα είμαι κατακόκκινος, από μια τυχαία κίνηση που έκανα άθελά μου. Στο πάνω όροφο του Μουσείου κι ενώ υπήρχε απόλυτη προσηλωμένη σιωπή, στα λόγια του ξεναγού, για την πρώτη προσσελήνωση του διαστημοπλοίου στο φεγγάρι, συνέβη αυτό που δεν περίμενα.
Κρατούσα ένα μικρό διαφανές πλαστικό κουτάκι με μικρές άσπρες καραμέλες μέντα, όταν ξαφνικά άνοιξε το μικρό καπάκι του και προσγειώθηκαν δυό τρεις στο διαφανές μαρμάρινο πάτωμα, τη στιγμή ακριβώς που ο  Νιλ Άρμστρονγκ άνοιξε την πόρτα της σεληνακάτου να πατήσει το πόδι του στη σελήνη. Η αμερικάνικη διαστημική αποστολή του  Απόλλων 11 επετεύχθη, ήταν 20 Ιουλίου 1969.
Δεν θυμάμαι να έχω κοκκινίσει άλλη φορά τόσο πολύ στη ζωή μου των δεκάξι χρόνων. Ο ξεναγός χαμογέλασε ελαφρώς, λες και έκανε ενός λεπτού σιγή στη στιγμή που περιέγραφε, οι καραμέλες χοροπηδούσαν στο  αστραφτερό πάτωμα σαν παλαβές, είχαν το περίεργο σχήμα που έχουν οι κάψουλες και συγχρονίστηκαν άψογα με το μάρμαρο, ώστε να κοκκινίσω εγώ, την ώρα που τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάνω μου.
Όταν γυρίσαμε σπίτι το μεσημέρι η θεία έβαλε ηλεκτρική σκούπα, το επεισόδιο είχε ξεχασθεί, αλλά συνέβηκε άλλο. Είχα αφήσει δίπλα στο κρεβάτι τις κάλτσες μου και η ηλεκτρική σκούπα ρούφηξε μία. Η  ηλεκτρική σκούπα δεν ρούφαγε πια, η κάλτσα είχε σκαλώσει κάπου, ο θείος αναγκάσθηκε  ανοίξει όλους τους σωλήνες και μετά από έρευνα, η κάλτσα μου είχα καταλήξει στη σακούλα απορριμμάτων την οποία ανοίξαμε  μαζί με το θείο. Μέσα στη σακούλα τίγκα από σκόνη, ήταν η κάλτσα και ένα εκατοδόλαρο. Ο Θείος είπε ότι μου ανήκει, γιατί αν δεν είχα αφήσει την κάλτσα δίπλα στο κρεβάτι, ενώ συνήθως τις βάζουμε μέσα στα παπούτσια, τα εκατό δολάρια, που κάποια άλλη φορά ρούφηξε η σκούπα θα πήγαιναν στα σκουπίδια. Άρα καλώς άφησα τις κάλτσες δίπλα στο κρεβάτι. Αμείφθηκα με εκατό δολάρια.
Η μεγάλη ξαδέρφη μου ζήλεψε και μου έβγαζε τη γλώσσα έξω. Ποτέ ο μπαμπάς δεν μου έδωσε εκατό δολάρια, είπε. Και συνέχισε να γράφει ποιήματα. Όλοι οι νέοι νομίζουν ότι κάποτε θα γίνουν ποιητές. Πάω  κρυφά δίπλα της, την ώρα που γράφει και κρυφοκοιτάζω, όταν με καταλαβαίνει, αρχίζει το κυνηγητό ή το μπουγέλωμα.
Θυμάμαι κάποιους στίχους  που έγραφε το μεσημέρι, άγουροι, ρομαντικοί, ερωτικοί, μελαγχολικοί και ελπιδοφόροι.
Θα τους μαρτυρήσω, έτσι κι αλλιώς και να τους εκδώσει δεν θα έχουν καμία τύχη.
17 Ιουλίου

Αυτά που ελπίσαμε μας ανήκουν
ο ήλιος
η θάλασσα
η φύση
Αυτά που μας ανήκουν
                 θα τα παλέψουμε
Το καλοκαίρι είναι δικό μας
                  τους χαρίζουμε την αλμύρα του ήλιου
Θα περπατήσουμε μόνοι
                 είμαστε λεύτεροι

Πήγα και της έκανα το λ  δ και όταν το είδε με κυνηγούσε μ’ ένα ποτήρι νερό. Έχω βρει όμως τον τρόπο να την καλοπιάνω. Της μεταφράζω τους στίχους από ελληνικά τραγούδια και δακρύζει.

Ταξιδευτής
17 Ιουλίου 2012

13 Απρ 2012

Ω γλυκύ μου Έαρ!


Τούτος ο μακρύς δρόμος της σταύρωσης οδηγεί στην Ανάσταση.
Μικρός  ανασήκωνα τις πέτρες, να ανακαλύψω τα κρυμμένα μυστικά τους. Ξεφύλλιζα τις σελίδες των βιβλίων, να συναντήσω τη συνέχεια του κόσμου. Ανέβαινα στην κορυφή του βουνού και αγνάντευα τον δρόμο που άφηνα πίσω.
Η άλλη πλευρά, ήταν η έκπληξη, στα παιδικά μας μάτια.
Στέκεσαι για μια στιγμή. Κοιτάς πίσω, κοιτάς μπροστά.
Σηκώνεις τα χέρια και τα μάτια στον ουρανό και φωνάζεις δυνατά.
Είμαι ζωντανός, ένα πλάσμα ασήμαντο μες την απεραντοσύνη σου.
Σ΄ ευχαριστώ που γεννήθηκα, από μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια.
Για τούτο το ταξίδι, για τούτο το πέταγμα.

Ταξιδευτής
13 Απριλίου 2012