13 Ιουν 2018

Θύμα της λογικής


Παρακαλώ μην ενοχλείτε. Αυτή την ώρα συσκέπτονται δεκάδες ανθρωπάκια μες το μυαλό μου. Πρόκειται να λάβουν καθοριστικές αποφάσεις για την εναπομένουσα ζωή μου. Αν και απεχθανομαι την δημοσιογραφική γλώσσα ξεκίνησα με δαύτην. Φαίνεται όλες οι σοβαροφανείς αποφάσεις θέλουν φανταζί περιτύλιγμα. Όσο πιο ψηλά η ιεραρχία, τόσο το γελοίο θριαμβεύει κι αυτό που είναι να ειπωθεί με απλές λέξεις χάνεται στο αμπαλάζ. Αλλιώς θα φανεί η αλήθεια κι αυτό δεν συμφέρει κανέναν. Ίσως επειδή σκέφτηκα με τη λογική, κι αυτή συμβαίνει να βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του σώματός μου, φαίνεται απορρέει και τούτη η χιλιομπαλωμένη γλώσσα. Ας είναι. Οι αποφάσεις είναι σημαντικές, η σύσκεψη συνεχίζεται. Το μόνο που μ' ενοχλεί είναι η δικαστική αμφίεση και αυτό το καλιμάφκι στο κεφάλι μου. Μα πόσο γελοίος γίνομαι σήμερα, είμαι θύμα της λογικής. Το παραδέχομαι. Όπως όταν μου λένε πως αυτός είναι ο κόσμος, δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε κι εγώ κουνάω το κεφάλι της λογικής καταφατικά. Την κατάντια μου σήμερα, τι πάω και σκέφτομαι και θέλω να το γράψω κιόλας.
Μόνο ο ίσκιος της ιτιάς με ανακουφίζει ετούτη την καυτή μέρα.
Η σύσκεψη συνεχίζεται στο μυαλό μου. Τα ανθρωπάκια μου συζητάνε για το φόβο. Θέλουν λέει να καταλήξουν σε μια κοινή συνισταμένη του δεν ξαναφοβάμαι τίποτα. Ας αποφασίσουν ερήμην μου. Εγώ πάντα φοβόμουνα.
Δεν μ' αρέσει η γλώσσα που γράφω. Δεν πρόκειται να δημοσιοποιήσω αυτό το κείμενο. Χιλιοειπωμένα λόγια, βαρετά.
Τώρα συζητάνε για τη σταθερότητα στις αποφάσεις. Δεν με αφορά. Πάντα ήμουν του Βολταίρου.
Η σύσκεψη οδηγείται σε ναυάγιο. Τσακώνονται τώρα. " Εσύ τι πετάγεσαι σαν πούτσα από βρακί;" ακούω να λέει ουρλιάζοντας ένα.
Τέλος. Αποτυχία. Δεν μπορώ άλλο αυτό το βουητό της λογικής στο κεφάλι μου. Τα διαγράφω όλα.
Παραμένω ταπεινός προσκυνητής στον τάφο του Καζανζάκη.


13 Ιουνίου 2018

11 Ιουν 2018

Μάθημα δημιουργικής γραφής.



Έμοιαζε με λουλούδι πάνω στην αχλαδιά. Αλλά δεν ήταν. Και η μικρή αχλαδιά τώρα, έχει δυό αχλάδια. Το ένα για μένα και το άλλο θα το δωρίσω.
Ήταν πεταλούδα. Πήγα κοντά, δεν έφυγε. Και τη φωτογράφισα. Αυτή, τα πράσινα φύλλα και τον μπλε ουρανό. Ήθελα να βάλω στο κάδρο και δυό βαμβακιένια σύννεφα του Ιούνη, αλλά ήταν απ' την άλλη πλευρά του ουρανού.
Δεν έφευγε. Πήγα να τη χαιδέψω κι έφυγε. Ένα τρυφερό βελούδο πέταγμα. Κοντοστάθηκε μια στιγμούλα, με κοίταξε και χάθηκε. Μου θύμισε μια παλιά αγαπημένη. Ένα βράδυ που την πήγα σπίτι της, περίμενα να φθάσει την πόρτα της. Μ' άρεσε το περπατημά της, ήταν σαν να χόρευε. Σταμάτησε στο στενό δρομάκι, γύρισε με κοίταξε κι εγώ έλιωσα. Έκανε ζέστη, ήταν καλοκαίρι. Ο δρόμος μύριζε βασιλικό. Δεν την ξαναπήγα ποτέ σπίτι της. Από παλιές αγάπες δεν θέλω να θυμάμαι πολλά. Απ' την Πηνελόπη θυμάμαι το κοτσιδάκι της, απ' την Άρτεμη το τατουάζ στο πέλμα του ποδιού της κι απ' την Όλγα πόσο όμορφα κούτσαινε. Αγαπώ τις μικρές αναπηρίες των άλλων. Οι δικές μου είναι περισσότερες. Μια φορά που τις είπα, μου είπαν ότι τις λέω να πάρω σύνταξη. Ντράπηκα, δεν τις ξαναείπα.
Προτιμώ να λέω για το σφύριγμα του τρένου και για τη φωλιά του κόκορα. Όταν πάλι δεν έχω τίποτα να πω, σιωπαίνω ή γράφω αδιάφορα κειμενάκια σαν ετούτο, γιατί τα μαθήματα δημιουργικής γραφής στην Αθήνα κάνουν πάρτυ. Εγώ ζω στην επαρχία.

11 Ιουνίου 2018

6 Ιουν 2018

Το μπλέντερ



Το μπλέντερ είναι το πιο σημαντικό εργαλείο που έχουμε σπίτι. Επειδή είναι και παιδικό απωθημένο, -στην νηπιακή μου ηλικία δεν είχαμε, κάποιες φορές πατάω το κουμπί κι ας ανακατέψει αέρα. Ακούω βέβαια τις φωνές της γυναίκας μου, αλλά το προσπερνάω. Είναι μόνιμα στον πάγκο της κουζίνας. Όταν το χρησιμοποιώ χωρίς λόγο, η γυναίκα μου το κρύβει. Πάντα όμως το βρίσκω. Είναι εξάλλου ο μοναδικός λόγος που τσακωνόμαστε. Εγώ πιστεύω πως τα ζευγάρια πρέπει να καβγαδίζουν αραιά και που. Εκείνη πάλι όχι.
Μόνo εμένα αρέσει ο ήχος απ' το μπλέντερ, οι άλλοι στο σπίτι εκνευρίζονται. Όταν όμως κάνεις τη διαδρομή Τρίκαλα- Θεσσαλονίκη με καψουροτράγουδα, σαν κλασική μουσική ακούγεται το μπλέντερ. Προχτές έκανα χυμό καρότο, τα καρότα δεν κομματιάζονταν, ζοριζόταν, μούγκριζε. Ήρθαν στη κουζίνα με το μαστίγιο. Πρόλαβα και κρύφτηκα κάτω απ' τον καναπέ. Σε καλό μου βγήκε, βρήκα ένα δίευρο και μια κατσαρίδα. Δεν είπα τίποτα για ευνόητους λόγους. Με τα ευρώ πήρα καφέ, έτσι κι αλλιώς χαμένο ήταν.
Με το μπλέντερ κάνω μαρμελάδες, πουρέ και διάφορες αλοιφές. Συχνά πετάω μέσα τις δηλώσεις πολιτικών και άλλων παρατρεχάμενων. Γίνονται πολτός, εξαφανίζονται. Το κάνω βέβαια όταν παρασύρομαι και πάω να τις πιστέψω. Στο μπλέντερ, λέω τότε. Πολυεργαλείο το μπλέντερ.
Πάω να το ανοϊξω. Θα πετάξω μέσα όλες τις αφίσες των νυχτερινών κέντρων που γεμίσαν την πόλη. Δεν τις αντέχω.
Ξέρω πάλι θα με φωνάζουν, μεσημέρι κι όλοι
κοιμούνται.

6 Ιουνίου 2018

1 Ιουν 2018

Στιγμές


Η Κεφαλονιά μυρίζει θυμάρι, η Σκόπελος πεύκο, η Νάξος έρωτα. Àκούω τα τζιτζίκια στο Πήλιο, το αεράκι στη Σίφνο, στη Κρήτη μαντινάδες. Ηλιοβασίλεμα στον Αρμενιστή, γλυκοχάραμα στη Λευκάδα. Ιόνιο πέλαγος, Αιγαίο πέλαγος, πέλαγος και τα ελληνικά τραγούδια. Βλέπω τους θεόρατους βράχους στα Μετέωρα και τη γραμμή του Κόζιακα. Φως το ελληνικό καλοκαίρι. Στην Επίδαυρο και στους Δελφούς, ανασαίνει ένας άλλος αρχέγονος πολιτισμός. Περπατάω στο φαράγγι του Βίκου, στα πέτρινα σοκάκια της Ηπείρου. Το ναυάγιο στη Ζάκυνθο και η ελαφόνησος στα Χανιά.
Συλλέγω άσπρες θαλασσινές πέτρες στο Μυλοπόταμο και στη Νταμούχαρη. Συλλέγω λέξεις, άμμο, αλάτι, ήλιο, ακόμα και βουνά ολόκληρα συλλέγω. Όλυμπος, Πίνδος, Άγραφα. Περνάω πέτρινες γέφυρες, κολυμπάω στον Αχελώο. Διαβάζω στον ίσκιο του αιονώβιου πλάτανου. Πίνω νερό από κρυστάλινες πηγές. Είμαι ολόκληρος ένα ελληνικό κσλοκαίρι.
Κι ύστερα με ρωτάς που βρίσκω τόση χαρά;

1 Ιουνίου 2018

30 Μαΐ 2018

Τα στάχυα




Ο αέρας ανεμίζει τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Ο θέρος είναι κοντά. Έτσι άρχιζε πάντα το ελληνικό καλοκαίρι. Και μ' ένα κόκκινο καρπούζι κομένο στα δυό. Οι παραγωγοί ετοιμάζουν τα κιόσκα δίπλα στους εθνικούς δρόμους, στις λαικές αγορές. Ο θεσσαλικός κάμπος το καλοκαίρι γιορτάζει. Όσοι αναγκάζονται να δώσουν τη σοδειά στους μεσάζοντες, χάνουν τον κόπο της χρονιάς. Άλλοι δουλεύουν, άλλοι πλουτίζουν. Η αρπαχτή είναι εθνικό σπορ. Βέβαια υπάρχουν και πολλά άλλα. Όλα παίζουν στην τηλεόραση και ο λαός συμμετέχει σαν αθώα περιστερά. Όι πολιτικοϊ ψάχνουν τον τορό, ενώ βλέπουν τον λύκο. Αθλήματα και τρισαθλήματα, όχι για ένα κλωνάρι ελιάς, αλλά για το χατήρι των εφοπλιστών. Και άλλα τινά δαιμόνια...
Πορεύτηκε μόνος του. Δίχως ομπρέλες. Μούσκεμα ως το κόκαλο, ηλιοκαμένος ως τα νύχια. Αυτόνομος και αλληλέγγυος. Άυτάρκης και εγκρατής ζούσε με το απέριττο. Αρνήθηκε από νωρίς τον άνθρωπο καταναλωτή. Αμφισβήτηαε, διάβασε, αναζήτησε. Γέμιζε η ζωή του με το λιτό του ουρανού και την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Τώρα στα βαθιά γεράματα, έρχεται κάθε μέρα και χαιδεύει τα στάχυα. Πάντα γελαστός, πάντα κρατώντας ένα βιβλίο.

30 Μαίου 2018

26 Μαΐ 2018

Όλα τα προσωπικά στη φόρα



Αχάραγα ξύπνησα σήμερα. Έφαγα δυό κεράσια, ήπια ένα ποτήρι όνειρο κι έφυγα στο χωράφι. Όταν έφτασα έκανα εμετό τις ειδήσεις που άκουσα στο δρόμο και χάζεψά την ανατολή. Δανείστηκα τις πρώτες ακτίνες του ήλιου και άρχισα να σκάβω τον εαυτό μου. Κατάλαβα ακόμα μια φορά το ανώφελο ενός υπαρκτού ανύπαρκτου κόσμου. 
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Έμεινα να παρατηρώ ένα σύννεφο κοντά στον ήλιο. Μπάτσοι και στρατιωτικοί, χαρτογιακάδες και τραπεζικοί, δικαστές και δικηγόροι, έμποροι και τσαρλατάνοι έπιασαν δουλειά στην πόλη. Τι παράγει η πόλη; Κοσμοπολίτικο αέρα ίσως. Όλοι κάνουν μια δουλειά, δουλειά να είναι κι ας είναι ότι είναι, όπως λένε κι οι πολλοί. Ένοιωσα άχρηστος. Οι άλλοι δουλεύουν κι εγώ κοιτάω ένα σύννεφο. Αρμέγω το πράσινο της φύσης και γράφω προσωπικά κείμενα που δεν αφορούν κανένα. Άνοιξα την πετσέτα με το μεσημεριανό. Ένα μεγάλο κομμάτι απογοήτευσης και λίγη σαλάτα θεωρίας. Ένα ατέλειωτο παιχνίδι μοιάζουν κι αυτές οι σκιές.


260 Μαίου 2018

24 Μαΐ 2018

Μια άλλη μέρα


Έπεσε μια σταγόνα θλίψης μέσα στο πιάτο. Μαύρη, κατάμαυρη σαν πίσσα. Σιγά σιγά απλώθηκε σ' όλο το πιάτο. Σκούπισε τον κρύο ιδρώτα, παράτησε το φαΐ και πήρε το δρόμο για το βουνό. Περπατούσε μέσα στο μεσημέρι. Ο ήλιος κούραζε τα βήματα, η ανηφόρα τον βάραινε, η στεναχώρια τον τσάκιζε. Έφτασε στα πρώτα έλατα. Τότε γύρισε, κοίταξε πίσω τη γυμνή πλαγιά, την απεραντοσύνη του Θεσσαλικού κάμπου. Έκατσε σε μια πέτρα να ανασάνει. Δυό ελάφια έκαναν ανέμελη βόλτα. Ο ήλιος έδυε. Η νύχτα θα τον έβρισκε στο βουνό. Όλα είναι νύχτα, είπε.
Αυτός όμως θα έμενε εκεί. Θα περίμενε την αυγή.
Μιά άλλη μέρα.

Η ίδια ιστορία αλλιώς

Μιά σταγόνα ευτυχίας δάκρυσε απ' τα μάτια του. Έφαγε τη μεσημεριανή του σαλάτα, πήρε το σακίδιο με τα απαραίτητα και ξεκίνησε για το αγαπημένο του βουνό, τον Κόζιακα.

Ούτε η λύπη, ούτε η χαρά υπάρχουν για πολύ, είπε.
Ένα μεσημεριανό σύννεφο έκρυβε τον ήλιο του Μάη, δρόσιζε τη διαδρομή. Ένοιωθε ανάλαφρος, τα πόδια του πετούσαν. Η πλαγιά ήταν γεμάτη ανθισμένα αγριολούλουδα. Μέχρι να φτάσει ψηλά, μάζεψε μια αγκαλιά. Για την αγαπημένη του.
Ούτε κατάλαβε πως έφτασε στην κορυφή. Έκατσε σε μια πέτρα να ξαποστάσει. Τον πλησίασαν δυό ελάφια. Έπαιξε μαζί τους. Μια θάλασσα που την έλουζε ο ήλιος ο Θεσσαλικός κάμπος. Αγνάντεψε αχόρταγα την ομορφιά. Έσκυψε στην πηγή, ήπιε κρυστάλλινο νερό. Έκοψε λίγη φτέρη και λίγο έλατο. Ομόρφυνε ακόμα την ανθοδέσμη.
Το βράδυ θα γιόρταζαν τα γενέθλια της γυναίκας του.
Χαρούμενος έφτανε στο σπίτι.