Η μέρα ήταν καθαρή, ηλιόλουστα παγωμένη. Που και που λίγα χιόνια στη γη, -στα ζερβά, δίπλα από μεγάλες πέτρες, κάτω απ΄τα έλατα. Το μονοπάτι καθαρό, εμείς αποφασισμένοι.
"Ξεκινήσαμε πρωί και είναι μεσημέρι…"
H Bίβιαν αναστέναξε, θα μπορούσε όλα να ήταν αλλιώς, είπε.
Φίλοι από μικρά παιδιά, πήραμε άλλους δρόμους. Εκείνη στο Παρίσι, εγώ στη Βοστώνη.
Είχαμε χρόνια να συναντηθούμε από κοντά, πάντα μιλούσαμε όμως, πότε με λόγια καθημερινά, πότε με τα τραγούδια μας, πότε με τη σιωπή, διάβαζα τα βιβλία της πριν εκδοθούν. Ήρθαμε στο χωριό για τα Χριστούγεννα, η Ελλάδα ήταν μπλοκαρισμένη, η Ευρώπη αποπροσανατολισμένη.
Το βουνό ήταν πάντα η πρόκληση, δεν ανεβήκαμε ποτέ στην κορυφή. Ή τώρα ή ποτέ είπαμε, μεγαλώνουμε. Πέντε ώρες ανηφορικός δρόμος.
Ο δρόμος έρημος, Γενάρης μήνας, πέτρινες βρύσες και κρυστάλλινες πηγές, γυμνά δέντρα στα χαμηλά, τα έλατα μετά, ο Αη Λιάς, ένα παρατημένο σπίτι, διάσπαρτες καλοκαιρινές στάνες βοσκών, ούτε αρκούδες, ούτε λύκοι, μόνο ή Λίζα μας ακολουθούσε πιστά.
Κοντεύαμε στη κορυφή, το βουνό καθαρό πια σαν αυγό, οι φτέρες σάπιζαν στη γη, άπλωνες το χέρι και έφτανες τον ουρανό.
Η Βίβιαν έλαμπε, εγώ κούτσαινα! Είχαμε πει πολλά για τις ζωές μας, μόνο ένα δεν είπαμε ποτέ.
Μικρή στάση ζωής και ξανά πάλι στην κορυφή, φτάσαμε. Ο κόσμος από ψηλά.
Μακριά βόρεια άλλες ψηλότερες κορφές άσπρες στο χιόνι, πέρα δυτικά η θάλασσα, ανατολικά η μισή Ελλάδα, η άλλη μισή δεν φαίνονταν πουθενά, ούτε καν στις εκλογές.
Η Βίβιαν έβλεπε ακόμα πιο μακριά, την Ουκρανία πληγωμένη, την Παλαιστίνη τραυματισμένη, στο Ιράν έβλεπε φωτιές, εγώ πάλι δεν έβλεπα τίποτα, λόγω της ωχράς κηλίδας στο δεξί μου μάτι. Όλα μικρά κι ασήμαντα από ψηλά, ένοιωθα τους φίλους που έφυγαν τη χρονιά που πέρασε, τη μάνα και τον πατέρα μέσα μου, έγινα ένα με τον Ουρανό.
Ε, είσαι καλά; είπε η Βίβιαν
Ναι, καλά, εσύ;
Αφήσαμε τα σακίδια μέσα στο μικρό καταφύγιο, τέσσερα κρεβάτια και μια σόμπα, πέτρα και ξύλο, επιδέξια φτιαγμένο στην εσοχή ενός μεγάλου βράχου.
Φυσάει.
Τα ξανθά μακριά μαλλιά της Βίβιαν κάνουν βόλτες μέσα στα πράσινα μάτια της, ψάχνει ένα κοτσιδάκι, τα δένει, με τα χέρια πίσω στο κεφάλι της μου φάνηκε σαν να παραδόθηκε στο Θεό. Βέβαια εγώ από παιδιά την ήξερα καστανή, φαίνεται πως μεγαλώνοντας τα μαλλιά της άλλαξαν χρώμα. Ξαφνικά την είδα μπροστά μου 18 χρονών να δίνουμε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο το ονειρικό 1978. Πηγαίναμε στη Λάρισα τότε, γυρίζαμε μέσα στην κάψα του Αυγούστου, μόνο τα τραγούδια του οδηγού ήταν δροσερά, Σταύρος Ζώρας, Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο.
Η Λίζα γαύγιζε και έφυγε τρέχοντας, ένα μεγάλο γεράκι πετούσε από πάνω μας, σιγά μην το φτάσει. Η Βίβιαν έβγαλε το μικρό σημειωματάριό της, κάτι έγραφε, η Καρυστιανού ήθελε δημοψήφισμα για τις αμβλώσεις, ο Τραμπ ήθελε τη Γροιλανδία, εγώ διάβαζα τα ονόματα και τα σημάδια στον βράχο. Υψόμετρο 1980 μέτρα.
Η Βίβιαν πλάι στην Πανεπιστημιακή της πορεία έγραφε λογοτεχνία, τη θυμάμαι πάντα να κρατά σημειώσεις, ψιλοβελονιές στα κεντημένα βιβλία της.
-Τον Οκτώβριο σκέφτομαι να γυρίσω μόνιμα στο χωριό, με κούρασε το Παρίσι, τα παιδιά πήραν το δρόμο τους, βγαίνω στη σύνταξη, είπε η Βίβιαν.
-Στο χωριό, εσύ; Μα είκοσι άνθρωποι μένουν εδώ τον χειμώνα.
- Ε, και; Ο κόσμος άλλαξε και εμείς μεγαλώσαμε. Τα έχω σκεφτεί όλα. Θέλω να ξεφύγω απ΄ το χρόνο, να διαβάζω, να γράφω, να ταξιδεύω χωρίς λόγο, να αναπνέω καθαρό αέρα, οι ρίζες μου είναι στο Ανθοχώρι, εδώ γεννήθηκα, εδώ θέλω να πεθάνω.
Είχαμε περάσει τα εξήντα, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση του χρόνου, οι ώρες είναι πολύτιμες.
Πήρα μια μυτερή πέτρα κι άρχισα να σκαλίζω το όνομά μου στη μεγάλη πέτρα, Δήμος. Η Βίβιαν ήρθε κοντά, έγραψε δίπλα το δικό της. Ανεξίτηλες οι λέξεις.
Η Λίζα γαύγιζε, ακούστηκαν οπλές αλόγου, ένας άντρας καβάλα στο μαύρο άλογο μπροστά μας.
-Γεια χαρά, καλώς ήρθατε, είπε.
Άσπρα μαλλιά, μακριά γένια, εύρωστος, γύρω στα εβδομήντα.
Κατέβηκε απ’ το άλογο, πιάσαμε την κουβέντα. Ζούσε, μας είπε, μόνος εδώ και δώδεκα χρόνια, παρακάτω σε μια σπηλιά.
-Και πως ζεις μόνος σου εδώ πάνω, τον ρώτησε η Βίβιαν, νερό, ρεύμα, φαγητό, δεν φοβάσαι;
-Τι να φοβηθώ; Από τότε που ήρθα εδώ δυνάμωσαν οι αισθήσεις μου, ακούω τον παραμικρό ψίθυρο, βλέπω πιο μακριά, ανεβαίνω κάθε μέρα εδώ και αγναντεύω τη θάλασσα, βλέπω την Ιταλία πέρα, νοιώθω κάθε μικρή γεύση, μυρίζω το άρωμα του αέρα, αγγίζω τη ζωή που δεν είχα, νοιώθω το σώμα μου ολάκερο. Με το καιρό ξαναβρήκα τη φαντασία, τα ένστικτα, την διαίσθηση, τα συναισθήματα. Ένας μικρός Θεός είναι ο άνθρωπος.
Εγώ δεν βρήκα κάτι πιο έξυπνο και τον ρώτησα αν βλέπει και τον αλάθητο Πάπα στο Βατικανό, αφού βλέπει τόσο μακριά...
Κάποιες φορές ανόητες ερωτήσεις, φέρνουν σοφές απαντήσεις, ο Νικόλας ήταν δεξιοτέχνης του λόγου και άρχισε να μας λέει γιατί έφυγε απ' την Αθήνα. Δεν είπαμε λίγα περί θρησκειών. Θρησκεία
είναι η ιστορική παράδοση κάθε λαού, κατέληξε. Εμένα αυτό με βόλευε, γιατί τα τελευταία χρόνια κάνω πράγματα αλλόκοτα, απαντήσεις δεν είχα.
Μαύρα σύννεφα πρόβαλαν απ' τον βορά, ο αέρας κρύωνε, πήγε απόγευμα δίχως να καταλάβουμε. Ξεχαστήκαμε σαν τα μικρά παιδιά.
Ο Νικόλας μας προσκάλεσε στη σπηλιά του, η Βίβιαν είπε πρέπει να επιστρέψουμε θα νυχτώσει.
Αν μείνετε απόψε στο καταφύγιο σας περιμένω αύριο, μας χαιρέτησε ο Νικόλας καβαλώντας τη μαύρη φοράδα.
Με τη Βίβιαν κοιταχτήκαμε!
Ο ήλιος έδυε, το κρύο περόνιαζε, ο δρόμος της επιστροφής τρεις ώρες κατήφορος, κανείς δεν μας περίμενε, το καταφύγιο πρόκληση.
Μια κάπα, ένα μαλιότο, μερικές κουβέρτες, μια στοίβα ξύλα, σπίρτα, λάμπα θυέλλης, ένα βιβλίο εντυπώσεων και μια πινακίδα: Αφήστε το καταφύγιο όπως το βρήκατε, μετά από σας θάρθουν κι άλλοι.
Κάτω το παλαμισμένο χώμα στεγνό, πάνω οι κορμοί από κέδρο κρατούσαν σανίδες από έλατο, απ' έξω δεν το ξεχώριζες απ' τον βράχο έτσι όπως το σκέπαζαν οι πέτρινες πλάκες. Μια βαριά ξύλινη πόρτα άφηνε έξω τον καιρό.
Ή φεύγουμε τώρα ή μένουμε, είπα.
Μένουμε, είπε η Βίβιαν, αύριο θα πάμε στον Νικόλα, θέλω να μάθω για την ζωή του.
Μάζεψα κάποια μικρά ξυλαράκια, τα φέρνει ο αέρας ως εδώ πάνω, για προσανάματα. Κατάφερα ν' ανάψω τη σόμπα με μεγάλη προσπάθεια.
Η κορυφή του βουνού κάπνιζε τώρα, η μέρα νύχτωνε, η Βίβιαν σημείωνε πάλι, η Λίζα ήρθε μέσα κι εγώ μέτραγα τα πρώτα αστέρια.
"Ψηλά στη Κωστηλάτα, στα κρύα τα νερά, χορεύουν τα κορίτσια μαζί με τα παιδά" .. Η Κωστηλάτα βέβαια ήταν χιονισμένη, το καλοκαίρι μακριά, εγώ μάλλον είχα ψευδαισθήσεις.
Η Βοστώνη και το Παρίσι έγιναν κουκίδες στο χάρτη, στον κάμπο οι αγρότες έφευγαν όπως πάντα με άδεια χέρια, η Αθήνα θρηνούσε τη νεαρή εκπαιδευτικό που πνίγηκε στην τελευταία νεροποντή, η ICE σκότωνε εν ψυχρώ αθώους πολίτες, η σόμπα έκαιγε, η φωτιά φώτιζε αμυδρά το δωμάτιο, η Βίβιαν έβγαλε την πετσέτα με τον πλαστό, προνόησα για ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, μια αλλιώτικη νύχτα μας περίμενε.
Το όνειρο όταν πραγματοποιείται δεν υπάρχει πιά, η ουτοπία κινεί τα νήματα, ο ανεκπλήρωτος έρωτας κρατάει μια ζωή, όσοι έζησαν δεν φοβούνται το τέλος. Και οι πληγές αιμορραγούν ως το θάνατο.
Είχα ξαπλώσει όπως ήμουν, στο απέναντι κρεβάτι, ξαφνική θλίψη, την ήξερα καλά αυτή τη διάθεση, έρχονταν πάντα όταν δεν την περίμενα, στις πιο μεγάλες στιγμές, στις γιορτές, στα μεγάλα ύψη. Ολόκληρη ζωή στην ταχύτητα, τώρα εδώ όλα ήταν από μόνα τους γαλήνια. Η Βίβιαν δίπλα μου.
-Τι έπαθες; είπε
Τίποτα, κουράστηκα, απάντησα δήθεν αδιάφορα. Είναι εκείνη η ενοχή για όσα δεν έκανες όταν μπορούσες, για όσα δεν σήκωσες το μπόι σου να διεκδικήσεις για τον εαυτό σου, για την κοινωνία, για το πέρασμα της ζωής σου. Είναι εκείνη η παραδοξολογία να ξεχνάς τα τόσα που κατάφερες και να βουτάς στα άλλα, που δεν προσπάθησες, δεν τόλμησες, είναι ότι ξόδεψες στα ασήμαντα και δεν αφέθηκες στα σημαντικά. Ποια τα σημαντικά και ποια τα ασήμαντα, στροβίλιζε το μυαλό μου.
-Σε ξέρω καλά, έλα πες μου, είπε πάλι η Βίβιαν.
- Αυτό δεν ισχύει, κανένας δεν μπορεί να ξέρει τον άλλον, μόνο ο εαυτός του, ο κάθε άνθρωπος είναι ένα μικρό σύμπαν.
- Για σένα ισχύει, μεγαλώσαμε μαζί, ζήσαμε χωριστά, ποτέ όμως δεν χαθήκαμε, ο ένας για τον άλλον ήταν πάντα πηγή ζωής. Δήμο πες μου, εδώ δεν μας ακούει κανείς, μόνο ο Θεός.
- Ποιος Θεός, αυτός που μας έδιωξε από το φυσικό μας περιβάλλον, που μας πήγε φυλακή στις πόλεις, κι όλα αυτά για ένα δαγκωμένο μήλο;
- Δήμο σταμάτα τους αφορισμούς, είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας.
- Βίβιαν θυμάσαι πώς έφυγα στην Αμερική. Ένα γράμμα, μια μέρα, μια απόφαση στα δέκα οκτώ, έλα εδώ να σπουδάσεις οικονομικά στο κολλέγιο, είναι έτοιμα τα χαρτιά. Αυτό ήταν, άλλαξαν όλα.
- Τα πήγες καλά όμως, ανέβηκες ψηλά, παντρεύτηκες την όμορφη γυναίκα σου, έκανες το παλάτι δίπλα στη θάλασσα, χρηματοοικονομικός σύμβουλος στο Υπουργείο Οικονομίας του Λευκού Οίκου, τι άλλο ήθελες;
- Όλα ήταν λάθος. Τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη, είναι το κόλπο να βγάζεις χρήματα χωρίς να δουλεύεις, η γυναίκα μου δεν ήταν Ελληνίδα, ποτέ δεν με κατάλαβε, το παλάτι επένδυση χρημάτων ήταν κι αυτό. Όλα λάθος.
Πολλά λάθη μαζεμένα κάνουν εκρηκτικό το μείγμα, μια σπίθα και όλα τινάζονται στον αέρα. Και στα συντρίμμια μηδενίζεται ο άνθρωπος, χάνεται και η ζωή.
- Εκ των υστέρων είναι αργά. Μες την ορμή της νιότης πήραμε τη ζωή μας λάθος, "τόσοι βρήκαν τον θάνατο κανείς τον ποταμό", κοίταγα κατάματα τη Βίβιαν λες και έβλεπα τη ζωή μου.
- Αν δεν έφευγες τότε, όλα θα ήταν αλλιώς, είπε με τα μάτια της η Βίβιαν.
Έψαξα το τραγούδι του Καλογιάννη στο κινητό μου (1), βάραινε τόσο η θλίψη, ήθελε απεγνωσμένα κάποια λύτρωση…
Η μπαταρία θα τελειώσει, είπε η Βίβιαν με λέξεις, αυτή τη φορά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου