Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Ταξιδεύων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Ταξιδεύων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Απρ 2023

Τα τραγούδια της χτεσινης μέρας

Βουτιά στην άνοιξη, ταξίδι στη νιότη, ήταν μια όμορφη εποχή.

"Θάλασσα πλατιά, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις τόσο". 

Το μπαράκι με το πάγκο της καρυδιάς, στους τοίχους ασπρόμαυρες φωτογραφίες,  o Elvis Presley, o Jim Morison, η Tzanis Joplin, οι Pink Floyd τραγουδούσαν το The Wall, η Barbra Streisant έπαιζε "τα καλύτερά μας χρόνια", η Χαρούλα και η Δήμητρα τραγουδούσαν τον έρωτα κι εμείς νέοι, ερωτευμένοι, ονειροπόλοι...

Γέμισε παπαρούνες το χωράφι, τα δέντρα μοσχοβολούν άρωμα, ίδιο με το δικό σου. Νύχτωσε, κρύωσε, ντύσου καλά κι έλα απόψε να χορέψουμε τη χαμένη νιότη μας, τον έρωτα που χάθηκε, τα όνειρα που γέρασαν, έλα απόψε να γιορτάσουμε την αγάπη, να φωνάξουμε στα αστέρια για τη ζωή που μας πήραν, να τραγουδήσουμε τα τραγούδια της χτεσινής μέρας. 

Μη βάψεις τα χείλη σου, θέλω να τα φιλήσω απόψε!

17 Φεβ 2023

Οι βάρβαροι στο κεφάλι μας

Όταν πέφτει και το τελευταίο προπύργιο της Δημοκρατίας, απέραντη θλίψη. 

 Όταν και Έλληνες δικαστές υποκύπτουν στα κελεύσματα της βαρβαρότητας, η χώρα δεν έχει έλεος, ούτε προοπτική στο μέλλον.

Μαύρα κοράκια κρώζουν στο μπλε ουρανό, πόνος και φόβος στις πιο παραγωγικές δυνάμεις του τόπου

Όμηροι οι εργάτες, οι αγρότες, οι εργαζόμενοι, με τι καρδιά, με τι αγάπη; 

Τι κρίμα στην πιο όμορφη χώρα ο θάνατος να στήνει καρτέρι. 

Ω τι κρίμα, η ιστορία να γράψει: " Οι Έλληνες δεν στάθηκαν ικανοί ούτε τα σπίτια τους να σώσουν, οι βάρβαροι διέλυσαν τη χώρα"

18 Ιαν 2023

Το φύλλο

Το τελευταίο φύλλο, στο πιο ψηλό κλωνάρι της μηλιάς, Γενάρης μήνας και ήταν ακόμα στα χέρια της μάνας του,  ένα όμορφο πρασινοκίτρινο φύλλο, καμάρωνε την αντοχή του.

Ήταν η μέρα που έφυγε ο Τσιτσάνης, σιγοψιθύριζα τα τραγούδια του, μιλούσα με τη μηλιά για κείνη, ήταν ένας κρυφός, ανομολόγητος έρωτας, πάει χρόνια τώρα. Ο  ήλιος απλώνονταν μες στα γυμνά δέντρα,  γύρω τα βουνά αχιόνιστα, ζεστή μέρα στη καρδιά του χειμώνα. Ακούμπησα την πλάτη μου στον κορμό της μηλιάς, με βάραιναν οι σκέψεις, σχεδόν αποκοιμήθηκα. 

Είδα το φύλλο να πετάει στον μπλέ ουρανό, να ταξιδεύει πάνω από οργωμένα χωράφια, ανάμεσα σε γυμνές λεύκες, πάνω  απ' το ήρεμο πάρκο του Μύλου, κατά μήκος του ποταμού, σε στενούς δρόμους, είδα το φύλλο να ταξιδεύει με προορισμό, πότε αργά και πότε γρήγορα να προλάβει, είδα Εκείνη στο μπαλκόνι της, φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και χαμογελούσε με απλωμένα χέρια, είδα το φύλλο να κολλάει ανάμεσα στα στήθια της, σαν φιλί.

Όταν ξύπνησα το τελευταίο φύλλο της μηλιάς είχε πέσει πάνω μου, στο χωράφι είχε άπνοια και ο ήλιος πήγαινε στον Κόζιακα να κρυφτεί.

16 Ιαν 2023

Το παραμύθι

Του άρεσε να σκαρώνει ιστορίες της στιγμής, έβαζε στο μπλέντερ δράκους, μάγισσες, βασιλιάδες, αθώους και ένοχους, το παρατσούκλι της γιαγιάς, νιφάδες του χιονιού, και έτοιμο το παραμύθι. Τα παιδιά τον άκουγαν με ανοιχτό το στόμα..ενίοτε και οι μεγάλοι. 

Οι δράκοι έβγαζαν φωτιές απ' το στόμα, οι μάγισσες έφερναν βότανα, οι αρκούδες περπατούσαν μες την πόλη, οι βασιλιάδες είχαν γαλάζιο αίμα και ο Χάρυ Πότερ μαγικό ραβδί. Το γέλιο της αρκούδας έπεφτε όταν  ο Χάρυ Πότερ έκοβε με το ραβδί το κεφάλι του βασιλιά και ένα ποτάμι από γαλάζιο αίμα ξεχύνονταν στον κάμπο. Τότε τσαλαβουτούσαν εκεί μέσα ακέφαλα στρατιωτάκια που είχαν αρπάξει φωτιά απ' τις φλόγες του δράκου, άλλα δεν προλάβαιναν και καίγονταν σαν μυθικά κεριά, και άλλα τσουρουφλισμένα χοροπηδούσαν στο πράσινο λιβάδι. Τότε έπεφτε μια νιφάδα χιονιού κι έσβηνε τον καημό τους. 

Οι άνθρωποι σ' αυτόν τον τόπο δεν είχαν ανάγκη από δουλειά, ούτε έτρωγαν, ούτε κρύωναν, ούτε αρρώσταιναν, για να περνάει η ώρα άκουγαν παραμύθια. Άκουγαν τόσα παραμύθια που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν την πραγματική ζωή απ' τους δράκους και τους βασιλιάδες. 

Αν μπορούσαν να ερωτευτούν, ν' αγαπήσουν,  τουλάχιστον θα είχε κάποιο νόημα η υπαρξή τους. Αλλά έτσι είναι η ζωή, δεν μπορεί να τάχεις όλα. Ήταν αναπόφευκτο να θρέφονται με το παραμύθι.

31 Δεκ 2022

Μιά ευχή

Είπαμε ευχή είναι, ως εκεί.  "Τ' αγαθά κόποις κτώνται", αν οι ευχές ήταν έργα θα ήταν όλα αλλιώς, έκανε την ευχή την ώρα που έπεφτε ένα αστέρι, την νύχτα της Πρωτοχρονιάς, μόνος του στο χωράφι, όχι ακριβώς μόνος του, με τη Λίζα. Πέρα μακρια πυροτεχνήματα άλλαζαν το χρόνο, ο ουρανός εδώ ήταν καθαρός γεμάτος αστέρια, στα χέρια του κρατούσε το φεγγάρι και την Ανδρωμάχη. Στα χέρια του κρατούσε τη ζωή του, στη σκέψη του μια ολόκληρη λίμνη, ελαφρύ κρύο αεράκι έκανε μικρά κύματα αυτογνωσίας, από που ήρθα, που είμαι, που πάω;


Τι είναι ο χρόνος; Φεύγει κι αφήνει πίσω του σημάδια, φίλοι που χάθηκαν, έρωτες που έσβησαν, ιδέες που ναυάγησαν.

Μελαγχόλησε, υπάρχουμε και μετά δεν υπάρχουμε.

Άνοιξε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, ήθελε να μεθύσει, να εκμηδενίσει τον χρόνο, άνοιξε το ραδιόφωνο, έπεσε πάνω στον Τσιτσάνη, "Με παρέσυρε το ρέμα", έφερε δυο τρεις στροφές,  τ' αστέρια αναποδογύριζαν, τα γυμνά δέντρα έβγαλαν φύλλα, - λες και ήταν Άνοιξη, στα κλαδιά τους κρέμονταν βιβλία, ο Μουρακάμι, ο Ραπτόπουλος, ο Καζαντζάκης, ο Λειβαδίτης, ο Ακρίβος κι άλλοι, όλα έγιναν καλοκαίρι, το χωράφι γέμισε αστέρια και βιβλία, μουσικές και μυρωδιές, οι συγγραφείς μιλούσαν δυνατά, ο αέρας ξεφύλιζε τα βιβλία, το ραδιόφωνο έπαιζε το The Wall, η Λίζα γαύγιζε τον ουρανό, τα πουλιά ξύπνησαν και κελαηδούσαν, τα φύλλα των δέντρων κίτρινα έπεφταν στο χώμα, τα βιβλία  σκορπίστηκαν στη γη, ένα γλυκό φθινόπωρο πλημμύρισε το χωράφι, τον κούρασε ο χρόνος που πέρασε, ξάπλωσε να ξεκουραστεί, η νύχτα κρύωσε, σκεπάστηκε με φύλλα και βιβλία, τον πήρε ο ύπνος.

Όταν ξύπνησε το πρωί, τα δέντρα ήταν γυμνά, το χωράφι άσπρο,  έγραψε με το δάκτυλο πάνω στη πάχνη Καλή Χρονιά.

Ο χειμωνιάτικος ήλιος έλιωνε την πρωινή πάχνη,  όλα ήταν ίδια, καθημερινά.

22 Δεκ 2022

Ταραγμένη ζωή

Γεννήθηκε, μεγάλωσε κι έζησε στον τόπο του, δεν έφυγε ποτέ, παρά μόνο για σπουδές και λίγα ταξίδια.  Ακόμα και μες τη χώρα του, δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στη γη του, στα δέντρα του, στο αμπέλι του, στη ζωή του.

Αν δεχόταν τότε την πρόσκληση της Αμερικής, θα είχε πάρει άλλο δρόμο, - εδώ στον τόπο σου να αναστηθείς και να τον αναστήσεις, δεν το μετάνοιωσε ποτέ. Ήταν βαθιές οι ρίζες του, ο μεγάλος έρωτας το χώμα, ο μπλε ουρανός η ανάσα του. Ο ήλιος έβγαινε απ' το Κάστρο, κρύβονταν στον Πύργο, η μέρα του η ίδια διαδρομή, το μυαλό του βυθισμένο μες στις σκέψεις του ονείρου και της απογοήτευσης. Γεννήθηκε μέσα σε μια φτωχή καλύβα, έζησε μια ταραγμένη ζωή. Όλο το παιχνίδι  στο μυαλό παίζεται. Έβαζε μικρούς στόχους και τους πετύχαινε, πλημμύριζε από χαρά, στους μεγάλους γκρεμοτσάκιζε τη ζωή του. Η γη του δεν τον πίκρανε ποτέ, οι άνθρωποι ήταν το πρόβλημα. Άλλα σκέφτονται, άλλα λένε άλλα κάνουν. Αυτός ήταν άνθρωπος, ήταν πρόβλημα ο ίδιος. 

Μια μέρα αποφάσισε να μεταμορφωθεί. 

Έγινε αέρας. 

Ανέβηκε παραμονή Χριστουγέννων στη κορυφή του χιονισμένου βουνού, τη νύχτα το σώμα του έγινε στήλη πάγου, καθώς κυλούσε η ηλιόλουστη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα, ο ζεστός ήλιος μαζί με τις άπειρες ευχές τον έλιωσαν, μετά εξατμίσθηκε, έγινε ένα με τον αέρα, έγινε αέρας. 

Επιτέλους αόρατος έκανε ότι ήθελε. 

Απαλό αεράκι χάιδευε τα μαλλιά των γυναικών που αγάπησε, άγγιζε τα φύλλα των δέντρων σαν νάταν φιλιά του έρωτα, τρύπωνε στα μυστήρια της ζωής να βρει απαντήσεις, ταξίδευε σε μέρη ξωτικά, - είχε κουραστεί τόσες συμβάσεις, πιότερο απ' όλα τα ταξίδια χαιρόταν. Αγκάλιαζε τρυφερά τους "ταπεινούς και καταφρονεμένους" ν' αντέχουν, γίνονταν τυφώνας στην αδικία του πλανήτη, σφύριζε και χόρευε μες τη γιορτή της φύσης.

Ήταν το οξυγόνο της ζωής, ο δρόμος του Αη Βασίλη, η καρδιά της ουτοπίας. 

Ο άνθρωπος με την ταραγμένη ζωή ήταν πια ο αέρας της γαλήνης στη γη.

3 Δεκ 2022

Την έλεγαν Δημοκρατία

Γέρικη κι ανήμπορη αναπολούσε τα όνειρά της, κάποτε ήμουν νέα, είχα σφρίγος, δύναμη, χαμόγελο, αντίσταση, περπάτησα στη φωτιά, κοιμήθηκα σε παγετώνες, νύχτες ολόκληρες έμεινα ξάγρυπνη,   

είχα την αντοχή και την ελπίδα δρόμο ανοιχτό, έπεφτα και κατάφερνα να σηκωθώ πάλι, ήταν το όνειρο φως στο σκοτάδι, μ' έκλειναν στα μπουρντρούμια της φυλακής κι εγώ εγκυμονούσα την ελευθερία της ουτοπίας, ήταν τα χρόνια όμορφα, χρόνια της νιότης, ήμουν νέα και όμορφη, με ήθελαν όλοι, οι άντρες στα καφενεία σταμάταγαν την κουβέντα να με κοιτάξουν σαν πέρναγα, δεν ανήκα σε κανέναν, με διεκδικούσαν όλοι, ακόμα και οι στραβοί κι ανάποδοι με επικαλούνταν, κάποιοι με έκαναν μάσκα και με φόραγαν να κρύψουν την ασχήμια τους, ήταν άλλα τα χρόνια, οι λέξεις είχαν βαρύτητα, εννοούσαν αυτό που έλεγαν, ήμουν κι εγώ μία όμως, ξελογιάστρα, τους  μίλαγα για την ομορφιά του κόσμου, τον ήλιο που βγαίνει για όλους το πρωΐ, για την πανσέληνο της δικαιοσύνης, για του κόσμου την αγάπη, φορούσα άσπρα μακριά φορέματα και τους χόρευα, πόσοι δεν πέθαναν για χάρη μου, ήταν άλλα τα χρόνια, τώρα  αφού με σακάτεψαν, με βίασαν, ποιός θέλει μια άσχημη ετοιμοθάνατη γριά, κοιτάνε μόνο ποιός θα κληρονομήσει τα πλούτη μου, αλλά εγώ θυμάμαι πως έλαμπαν τα μάτια ανδρών και γυναικών όταν με κοίταγαν, ενέπνεα τον έρωτα, όταν πεθαίνει ο έρωτας πεθαίνει κι η ζωή, τα μάτια κάρβουνα σβηστά τώρα δεν φέγγουν στο σκοτάδι, καμιά φορά ακόμα λένε το όνομά μου, αλλά αλλού έχουν το μυαλό τους,  στην αρπαγή, μια ζωή χωρίς ψυχή, τι ζωή είναι;

25 Νοε 2022

"Κι Εσύ να λείπεις"

 Αναπάντεχα, ξαφνικά τα νέα

Του θανάτου

Μαχαίρια κοφτερά ο δρόμος

Μας

Φεύγουν οι φίλοι μας 

Κομμάτια της ζωής μας

Φεύγουμε κι εμείς

Αναλαμπή η γέννηση

Ο έρωτας

Ο θάνατος

Και μετά το σκοτάδι

Ήταν τα μάτια σου φως

Το χαμόγελό σου

Η σκέψη σου ήταν φως

Πέρναγες κι άνθιζαν  

Λουλούδια

Εσύ για Όλα

Εσύ για Όλους

Εσύ το Δίκιο, Εσύ η Ειρήνη

Το τραγούδι σου

Η ζωή να κυλάει 

"Κι Εσύ να λείπεις"





20 Νοε 2022

Μόνο νύχτα

Κυριακή σήμερα,  σκόρπια σύννεφα, λίγη βροχή, ζεστή υγρασία, είπα το πρωΐ δεν κάνω τίποτα, μόνο θα παρακολουθώ, νόμιμα και παράνομα, ηθικά και ανήθικα, πήρα τα γιαλιά μου, ένα μεγεθυντικό φακό, τα κιάλια και πήγα στο χωράφι, στο δρόμο παρακολουθούσα τα πάντα, βενζινάδικα, περιβόλια, παρατημένα κιόσκια του καλοκαιριού, θερμοκήπια του χειμώνα, αδέσποτα σκυλιά, απρόσεκτες γάτες που πάνε να περάσουν το δρόμο, το θολό ποτάμι του Πηνειού, αγελάδες με πουα χρώματα, λωτούς φορτωμένους σε αυλές των σπιτιών, χρώματα στα κάγκελα κάθε αυλής, γυμνά αμπέλια, κίτρινα φύλλα στον αέρα και στη γη, δεν άφηνα να μου ξεφύγει τίποτα, όταν έφτασα στο χωράφι επεξεργάστηκα για λίγο το υλικό του δρόμου και άρχισα να παρακολουθώ  τα δέντρα, τα κοράκια, μαύρα κοράκια κοπάδια πετούσαν χαμηλά, η Λίζα γαύγιζε, μετά άρχισα να παρακολουθώ τη Λίζα, η Λίζα είναι πιστή μου το ξέρω, αλλά καμιά φορά δεν ξέρεις, που πάει, τι κάνει όταν εξαφανίζεται, που πάει όταν χώνεται μες τα βάτα, χώθηκα κι εγώ σήμερα, γρατζουνίστηκα, έσταζα αίμα, άρχισα να υποψιάζομαι, να νοιώθω ανασφάλεια, φαντάσου να σε προδώσει ακόμα και το σκυλί σου, παρακολουθούσα τα μάτια της, το στόμα της, τ' αυτιά της, όσο την παρακολουθούσα ανέβασα πυρετό, άρχισα να μετράω τα δέντρα, μπέρδευα το σύνολο, όλα ήταν στη θέση τους, αν ήταν πρόβατα πως θα ήξερα πόσα είναι, θα έπρεπε να τα παρακολουθώ κάθε μέρα, δεν κάνω εγώ για τσοπάνης έλεγα,  μετά παρακολουθούσα τα μαύρα σύννεφα, ήταν και άσπρα στον ουρανό, μετά έγιναν όλα μαύρα, άρχισε να αστράφτει, να μπουμπουνίζει, - μέτρησα πάνω από εκατό κεραυνούς, βρέχει δυνατά τώρα, νύχτωσε, έγινα μούσκεμα, έφυγα απ' το χωράφι, στο δρόμο του γυρισμού ούτε ένα αστέρι, μόνο νύχτα, νύχτα και δυνατή βροχή.

Έψαξα μια φωτογραφία με καθαρό ουρανό, βρήκα αλλά στην κορυφή του βουνού, έχει πολύ ανηφόρα ως εκεί. 



7 Νοε 2022

Το άδειο καλάθι


Τον είδα γερμένο,  απελπισμένο, κουρασμένο από χρόνια, γύρω στα εξήντα.

Φορτωμένος ένα μεγάλο καλάθι, το έδεσε πάνω του και περπάταγε πρωΐ πρωΐ την οδό αβεβαιότητας. Τον ακολουθούσε ο σκύλος του. 

Ο ήλιος μόλις έβγαινε να διώξει την πάχνη του Νοέμβρη, η πόλη κοιμόταν.

Εικόνα βγαλμένη απ' το "Χωρίς Οικογένεια" του Μαλό.

Τελευταία είχε παραιτηθεί, τα γένια του μεγάλωσαν, τα ρούχα του πάλιωσαν, κάποτε ήταν νοικοκύρης. Τον ήξερα χρόνια, ζούσαμε στην ίδια γειτονιά. 

Η κατάρρευση του Αντώνη άρχισε  με τη χρεωκοπία της χώρας, έκλεισε το μαγαζί με τα βιολογικά, τα παιδιά του έφυγαν στην Σουηδία, η γυναίκα του πέθανε από καρκίνο. 

Τον συναντούσα πολλές φορές στο Λυχνάρι, διάβαζε πολύ. 

~ Που πας χαράματα Αντώνη, φορτωμένος; 

~Άδειο είναι,  ότι απόμεινε στη ζωή μου, ένα άδειο καλάθι. Φεύγω, πάω στο βουνό  υπάρχει ένα μικρό σπιτάκι του πατέρα μου θα το συγυρίσω και θα μείνω εκεί, όσο πάει πια. Δεν αντέχω άλλο τον τεκέ της πόλης, είναι μια χαμένη ιστορία. Γεια χαρά.. κι έφυγε με τα βήματα της απογοήτευσης. 

Από το πρωί δεν έφυγε η εικόνα αυτή απ' το νου μου, - φυλακισμένος στον υπολογιστή της τράπεζας που δουλεύω, αύριο δηλώνω παραίτηση.  

Το καλάθι του μυαλού μου είναι άδειο. Δεν καταλαβαίνω πια τίποτα στις λεωφόρους που ζούμε. 







1 Νοε 2022

Κάποτε ήταν κι αυτός

 


Προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά, ανάμεσα στην ανέχεια και τ' όνειρο. Μιά στο θεό και μιά στην κόλαση η ζωή του. Ούτε η ζέστη, ούτε το κρύο υποφέρεται, ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος.

Μέρες ίδιες κι απαράλλαχτες, η επιβίωση.

Νέος ήθελε να ταξιδέψει, να διαβάσει, να περνάει τα βράδυα με φίλους συζητώντας για σινεμά και μουσικές, να δώσει και να πάρει ζωή. Τη μέρα να δουλεύει, η χαρά της δημιουργίας, για μια καλύτερη κοινωνία πολιτών για ένα πιο δίκαιο κόσμο με κριτική σκέψη και ελεύθερες επιλογές. Διάβαζε τον Ζορμπά και ήθελε να του μοιάσει. 

Τώρα μετράει τη ζωή του πάνω στους στίχους του Σεφέρη "Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι

μέσα από τα δάχτυλά μου

χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.

Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.

Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,

δεν έχω άλλη συντροφιά.

Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια

που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι

και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου."

 Τα όνειρα πάλιωσαν, η ζωή στένεψε,  αντί για ειρήνη ο πόλεμος, αντί για δίκιο ο σώζων εαυτόν σωθήτω. 

Κοιτάει τις λεύκες του Φθινοπώρου και αναπολεί τα χρόνια που έφυγαν σαν μονοετή φυτά. 

Του μένει όμως ο εαυτός του παιδί, τα μάτια των νέων, κάποτε ήταν κι αυτός. 


21 Οκτ 2022

Τούνελ

 




Όλα ξεκίνησαν όταν του πήραν άδεια και δίπλωμα οδήγησης. Οδηγούσε χωρίς ζώνη στο χωματόδρομο,  όλα τ' άλλα ήταν νόμιμα. 

Ο Διοικητής το πρωί ήταν σαφής, θα μου φέρετε τριάντα κλήσεις το μεσημέρι, τρέξτε παντού στα χωριά, στα χωράφια, τρακτέρ στην άσφαλτο, όλοι είναι ύποπτοι... 

Τι ζητάει ένα παλιό punto στα χωράφια, είναι ένα ύποπτο αυτοκίνητο!

Δεν πρόλαβε να στρίψει στην άσφαλτο  του χωριού- θα φορούσε  τη ζώνη, είδε τα αλαρμ του πυρπολικού, τα χαρτιά σας κύριε.  Τα έδωσε όλα ευγενικά, όλα εντάξει. 

-Δεν φορούσατε ζώνη, θα σας γράψουμε... Τι δουλειά κάνεις, που μένεις, τι κάνεις εδώ;

-Έχω ένα χωράφι και δουλεύω, εσείς τι δουλειά κάνετε τώρα;  άρχισε να χανει την υπομονή του ο Ανέστης. 

-Θα σας πούμε τη διαδικασία για να ξαναπάρετε το δίπλωμα και την άδεια.. 

- Πάντα τόσο ευγενικοί είστε, ευχαριστώ, για πείτε;

- Θα πάτε στο αστυνομικό  τμήμα να κάνετε ένσταση, στην άκρη κύριε όχι πάνω στην άσφαλτο.. 

- Εγώ έβαλα τρία ευρώ βενζίνη ναρθώ στο χωράφι, ως εκεί θέλει δέκα, που να βρω τόσα χρήματα;

-Δικό σας πρόβλημα! 

-Μα νόμιζα πως οι μπάτσοι είναι να λύνουν προβλήματα, όχι να δημιουργούν εκεί που δεν υπάρχουν. 

- Ωρίστε κύριε, τη θήκη κρατήστε την. 

-Ευχαριστώ πολύ.

 Όταν ο Ανέστης διάβασε τη κλήση εξερράγη. Δυό μήνες χωρίς δίπλωμα και άδεια. Μνήμες παλιές,  ήταν 12 χρόνων όταν τον έκλεισαν στο κρατητήριο του χωριού για κλοπή που δεν έκανε την εποχή της χούντας, κάθε φορά που βλέπει μπάτσο νοιώθει ένοχος.

Πήρε ένα zanax κι ένα τηλέφωνο στο αστυνομικό τμήμα.

-  Θέλω πίσω τα χαρτιά μου, πως θα πάω αύριο τον πατέρα μου για αιμοκάθαρση, πως θαρθώ στο χωράφι να ταίσω τα ζώα;

- Δικός σας πρόβλημα κύριε, ελάτε αύριο να κάνετε ένσταση και ηρεμήστε.

- Ευχαριστώ για τη συμβουλή,  θέλετε να φέρω κανένα τενεκέ λάδι; 

- Τι είναι αυτά που λέτε, για το καλό σας πήραμε το δίπλωμα, άλλη φορά να φοράτε ζώνη, ο χωματόδρομος έχει λακούβες. 

- Κύριε Διοικητά καμία  λακούβα δεν έχει, τις μπάζωσα όλες το καλοκαίρι μόνος μου, πάτε να δείτε, απάντησε ο Αντώνης με ανεβασμένη φωνή. 

- Μη σηκώνεις φωνή, μιλάς με τον Διοικητή.

-Συγνωμη κύριε Διοικητά, θέλετε να σας πάω με το μαλακό, πως κοιμηθήκατε τη νύχτα; 

-Δεν προκειται να πάρεις τα χαρτιά ούτε σε δυό μήνες, και έκλεισε το τηλέφωνο.

 Κάπως έτσι ο Ανέστης μπήκε στη παρανομία. Πάει ένας μήνας τώρα που οδηγεί χωρίς δίπλωμα, από παράδρομους, από χωματόδρομο σε χωματόδρομο, στο χωματόδρομο φοράει πάντα ζώνη.

Το πρωϊ πήρε ένα δύσβατο δρόμο γεμάτο χόρτα και βάτα, είπε να κόψει δρόμο. Μόλις χάραζε, τα βατράχια στο ποτάμι είχαν συναυλία, τα διπλανά χωράφια χέρσα από χρόνια. 

Τότε άκουσε τη φωνή. Βοήθεια, βοήθεια! 

Η φωνή έβγαινε μέσα από ένα μικρό παλιό κτήριο, κτισμένο με τσιμεντόλιθα, κρυμμένο μες τα δέντρα και τα ψηλά χορτάρια. 

Ο Ανέστης ξαφνιάστηκε, πήρε το κρητικό μαχαίρι, φόρεσε τις μπότες και βγήκε έξω απ' το αυτοκίνητο, η φωνή ακουγόταν ξεψυχισμένη τώρα. Πέρασε το κανάλι με δυσκολία, λάσπη και βάτα, ασφένταμοι και βιζοκρανιές έκλειναν τον δρόμο. Ενα μικρό κενό παραθύρι ανέδυε δυσωδία και πόνο, κλάμα και αγκωμαχητά. Η σκουριασμέη πόρτα κλειδωμένη με καινούρια κλειδαριά. 

Βοήθεια, βοήθεια, διψάω, πεινάω, πονάω. 

Στο μισοσκόταδο είδε μια γυναίκα σωριασμένη στο πάτωμα.

Δεν φαινόταν ούτε ένα δρομάκι, πως βρέθηκε αυτή η γυναίκα φυλακισμένη στην ερημιά;

Ο Ανέστης είχε ένα  καλέμι κι ένα σφυρί στο αυτοκίνητο, πάλεψε ώρα να ρίξει την σιδερένια μικρή πόρτα. 

-Πάρε με από δω, έρχεται τη νύχτα.. 

-Απο που έρχεται, δρόμος δεν υπάρχει πουθενα; 

Του έδειξε με τα μάτια μια μέγάλη τρύπα στο  τσιμεντένιο πάτωμα.  

Τούνελ!

Ένα μεγάλο τούνελ πάνω απο είκοσι μέτρα ήταν η  κρυφή πρόσβαση του άντρα της στη φυλακή της γυναίκας του. 

Προσπάθησε να καταλάβει ο Ανέστης που οδηγεί, αλλά ήταν ερμητικά κλειστό από μέσα μ' ένα τετράγωνο σιδεριένιο καπάκι.

-Πως σε λένε;

-Ελευθερία Πεινάω!

Ο Ανέστης  μετά βασάνων πήγε στο αυτοκίνητο και πήρε το φαγητό της μέρας του κι ένα μπουκάλι νερό.

Έτρωγε λαίμαργα με τα δυό χέρια, σα νηστικό αρκούδι. Μια στρατιωτική χλαίνη σκέπαζε το  σώμα της, πρησμένο πρόσωπο, μελανιασμένα χέρια, πόδια, ήταν μία ζωντανή νεκρή.

- Πάρε με από δω,  το τέρας, ψέλιζε συνέχεια! 

Ο Ανέστης πήρε τη γυναίκα στα χέρια του και κατάφερε να φτάσουν ως το αυτοκίνητο.  Την έβαλε στο πίσω κάθισμα ξαπλωμένη, φόρεσε ζώνη, φαρ ουεστ στο χωματόδρομο, στην άσφαλτο άναψε τα αλαρμ, οι μπάτσοι δεν τον σταμάτησαν στο μπλόκο της γέφυρας,  στα επείγοντα του Νοσοκομείου.


Ένα μήνα μετά


Πίνουμε καφέ με τον Ανέστη στο Αγνάντι, κάτω η πόλη δύει στη νύχτα, η μέρα σώνεται νωρίς.

Ο Ανέστης έφτασε ως εδώ την αφήγηση και ξαφνικά σταμάτησε. Είμαστε φίλοι από παιδιά, ξέρει ο ένας τη ζωή του άλλου.

Άρχισε να μιλά για την ακρίβεια, για τον χειμώνα που έρχεται, για τον μήνα που δεν βγαίνει...

-Αυτά τα βιώνουμε όλοι, συνέχισε την απίστευτη ιστορία που έλεγες;

-Αλλη φορά..

- Μα αφήνεις όλη την ουσία αναπάντητη, ποιός ήταν που φυλάκισε και τυράννησε

έτσι αυτή τη γυναίκα;

-Στο είπα αυτό, ο άντρας της, συνελήφθη, είναι ήδη στη φυλακή. Η γυναίκα απ' το νοσοκομείο μεταφέρθηκε στο "Σπίτι Οικογενειακής Χαράς", εκεί την επισκέφθηκα και μου είπε ολόκληρη την ιστορία της, θεωρεί ότι μου χρωστάει τη ζωή της.

-Βασικά τη χρωστάει στον τροχονόμο που σου πήρε την άδεια, έλα συνέχισε.

- Είναι μια αδιανόητη ιστορία, το σκέφτηκα πολύ, πήρα την αδειά της και άρχισα να τη γράφω. Μέχρι να γράψω το βιβλίο δεν θα πω τίποτα. Αν τη διηγηθώ θα χαθει η εσωτερική ενέργεια της πρωτοαφήγησης. Θα διαβάσεις πρώτος το βιβλίο και θα καταλάβεις τότε. 

~Πότε, σε δυό χρόνια; Πάντα ο ίδιος Ανέστης, μυστήριος, μισοτελειωμένη ιστορία είσαι φίλε. 

Τα φώτα της πόλης άναψαν, μια κόκκινη θάλασσα απλώθηκε μέσα στη νύχτα. 

- Πάμε, είπε ο Ανέστης, στις οκτώ έχω να πάω κάπου.. 

Με τους παλιούς φίλους και συμμαθητές βρισκόμαστε που και που, πόσο άλλαξαν όλα. 


 

14 Οκτ 2022

Έχω ένα όνειρο

Βλέπω τα δέντρα να μεγαλώνουν, ν' ανθίζουν την άνοιξη, το καλοκαίρι να κάνουν καρπούς, να κιτρινίζουν τα φύλλα το φθινόπωρο, νεκρή η φύση του χειμώνα.

Έχω ένα όνειρο. Το χωράφι. Περπατάω μέσα στους δρόμους του, τρυφερό πράσινο χορτάρι με την πρώτη βροχή.

Κιτρινοπράσινα φύλλα στή μέση του Οκτώβρη ψυθιρίζουν τα μύχια της ψυχής. Ρόδια, κυδώνια, κάστανα κρέμονται γενομένα, ένα ευχαριστώ για τον πλούτο της ζωής.

Αχνίζει αγάπη το χώμα, μάνα η γη, ο ουρανός πατέρας. Η αγκαλιά του κόσμου. 

Εδώ δεν χωράει ο πόλεμος, το δίκιο είναι για όλους το "ίδιο"τέλος. Ο θάνατος. 

Πριν το θάνατο η ζωή, ο έρωτας, η δημιουργία, η γέννα, η ομορφιά. 

Εδώ δεν χωράνε τα τέρατα, είναι ήδη νεκρά. 

Οι Άνθρωποι που νοιάζονται, τα δέντρα που μεγαλώνουν,  οι φίλοι που αγαπήσαμε, ένα μεγάλο ευχαριστώ είναι το θαύμα της ζωής. 


Υ. Γ. Ένα μικρό αντίδοτο συγκίνησης για τις τόσες ευχές.  Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους. Να είμαστε όλοι καλά!

30 Σεπ 2022

Με μιά ανάσα

Ζεστή, καθαρή  μέρα, τέλος του Σεπτέμβρη, φθινοπωρινή γλύκα περιρρέουσα τον Θεσσαλικό κάμπο, πανύψηλες λεύκες ασημίζουν περήφανες, τα πρώτα κίτρινα φύλλα της αχλαδιάς πέφτουν σαν πούπουλα στη γη, κάποια κοπάδια βόσκουν το πράσινο χορτάρι μέσα στις καλαμιές, η Ελλάδα αναστενάζει, η Ευρώπη αγκομαχάει, μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία με αραιές τουφεκίές, με πυκνό θανατικό, ο Σουλτάνος ξεσάλωσε, η ακρίβεια ρημάζει,  άσπρο ανοιχτό βαμβάκι για τη σοδειά, σκοτάδι για το ξόδι, τα φορτηγά περνάνε φορτωμένα καλαμπόκι, πέντε  συννεφάκια βολτάρουν  γύρω απ' το μεσημεριανό  ήλιο, το μικρότερο σαν καπέλο σκιάζει το έρημο τοπίο της σκέψης μου, το φεγγάρι ένα μικρό τόξο περιμένει τη νύχτα, η μισινέζα κατεβάζει τα χορτάρια που θέριεψαν στο χωράφι, τα δέντρα δείχνουν το μπόι τους, η μισινέζα ζεστάθηκε επικίνδυνα, δεν δουλεύει πια, ο τεχνίτης την έλυσε, πόση υπομονή, κουράστηκα να τον παρατηρώ, το μηχάνημα έγινε, τα χορτάρια ζιζάνια ξεψυχάνε, ο ήλιος γέρνει, η μέρα λιγοστεύει, κάθε μέρα αφαιρείται απ' τη ζωή μας, πόση ζωή απομένει, μιά ανάσα!

18 Σεπ 2022

Ο καρυοθραύστης

Αυτή η βασίλισσα Ελισάβετ αποδείχτηκε πολυ μυγιάγγιχτη, συνέλαβαν τον άνθρωπο που άγγιξε το φέρετρο της από.. θλίψη. Τέλος πάντων, το δικό μου πρόβλημα φέτος είναι που σκάνε τα ρόδια. Μάλλον απ' το κακό τους, φαίνεται συμπάσχουν με το κλίμα τούτου του Φθινοπώρου. Σκάει το λάστιχο του ποδηλάτου, σκάει η ακρίβεια, σκάνε οι διασυνδέσεις της ΕΥΠ,  σκάει η Ευρώπη για τον χειμώνα που έρχεται, σκάει το ένα, σκάει τ' άλλο, ποιός νοιάζεται για της ροδιάς μου τα ρόδα.

Όταν τίποτα δεν έχεις να πεις, καλύτερα μη γράφεις τίποτα. Αν πάλι τίποτα δεν  γράψεις μπορεί να σκάσει η σκέψη σου και χωρίς σκέψη πας όπου σε πάει ο άνεμος. Αλλόκοτη ζέστη του Σεπτέμβρη, φυσάει ζεστός ο αέρας. Η ζέστη έχει παρενέργειες, λες κι έφταιγα εγώ που έσπασε ο καρυοθραύστης και τσακώθηκα με τη γυναίκα μου. Ισχυρίζεται πως έφταιγα εγώ, εγώ πάλι ισχυρίζομαι πως έφταιγε το αμύγδαλο. Μάλλον η Κίνα φταίει και μεις τσακωνόμαστε. Βέβαια δεν είναι σωστό να λέμε, πως φταίνε πάντα οι άλλοι. 

Ο πόλεμος έχει νεκρούς, τα μέτρα έχουν αντίμετρα, όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει, λέει ο υπουργός. Πολύπειρος ο υπουργός, γνώστης της επιστήμης του χαμαιλέοντα, δίνει συμβουλές ακριβείας! 

Το τρικαλινό παζάρι προσαρμόστηκε, δεν πεθαίνει ποτέ, επέστρεψε η ζωοπανήγυρη. Γαιδουράκια, προβατάκια, κατσίκες, γουρουνάκια ποζάρουν αποφασισμένα να πουληθούν. 

Βέβαια την παράσταση κλέβει ο τρελός της πανήγυρης. Φωνάζει δυνατά, ότι πάρετε δέκα λεπτά και χτυπάει ένα άδειο βαρέλι.. Χωρίς πάτο.

4 Σεπ 2022

Το μυθιστόρημα του Αυγούστου

Το υλικό υπάρχει, απομένει το τέλος. Όλοι βέβαια το γνωρίζουν, αλλά...

Όλα ξεκίνησαν με την παρακολούθηση ενός δημοσιογράφου και ενός  αρχηγού πολιτικού κόμματος. Βέβαια το σκηνικό είχε στηθεί από την πρώτη στιγμή, ο Εθνικός κίνδυνος! Πόσοι άλλοι παρακολουθούνταν ουδείς  το γνωρίζει, ούτε ο πρωθυπουργός της χώρας! Δεν ήξερες, δεν ρώταγες;  

Κάπου εδώ αρχίζει το μυθιστόρημα, ποιός κυβερνάει επιτέλους αυτή τη χώρα; 

Βασικοί ήρωες ο πολιτικός προϊστάμενος, ο δοιηκητής  της ΕΥΠ, ένας ανηψιός του πρωθυπουργού και το απόρρητο. Το απόρρητο είναι ο πρωταγωνιστής.  Ένα ογκώδες και χορταστικό μυθιστόρημα που διαβάζεται χαλαρά στις διακοπές. Ως γνωστόν μετά τις διακοπές αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα. 

Το μισοτελειωμένο μυθιστόρημα αναμένεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Αναμένεται να είναι το βιβλίο της  χρονιάς. Πρώτη φορά ένα ελληνικό βιβλίο θα μεταφρασθεί ταυτόχρονα σε 29 γλώσσες. Ο εκδότης προβληματίζεται για τον τίτλο, πιθανότερος είναι "Όλα στο φως" ή  "Η αριστεία της κόλασης"

Γλυκός Σεπτέμβρης, γεννομένα σταφύλια, ώριμα αχλάδια,. 

Αν δεν μαζεύεις τα φρούτα στην ώρα τους πέφτουν. Σαπίζουν και πέφτουν μόνα τους.

14 Αυγ 2022

Το σπίτι ήταν παλιό

Εγκατελελειμμένο χρόνια, η σκεπή έμπαζε νερά στη πρώτη βροχούλα, τα παράθυρα τάκανε βόλτες ο αέρας, σκόνες και αράχνες, γεμάτο ποντίκια και κοριούς. Απ' έξω έμοιαζε αγέρωχο, μες τα ζιζάνια της αυλής κατοικούν φίδια και άλλα ερπετά.

Κάποτε, ίσως τα αρχαία χρόνια, είχε μια αρχοντιά, ήταν ένα ωραίο σπίτι που κοίταγε την ανατολή.

Λένε πως το κτισαν σοφοί, άφησε παρακαταθήκες. Ήταν τέτοια η μαγεία που ενέπνεε που το καμάρωναν οι περαστικοί, το ανέδειξαν όσοι το κατοίκησαν.

Εδώ έζησαν μεγάλοι συγγραφείς, επαναστάτες και σπουδαίοι πολιτικοί, επιστήμονες που στήλωσαν τη γη. 

Τώρα όλοι απορούν για την εγκατάλειψη, ίσως είναι αργά πια να συντηρηθεί. Πολλοί υποστηρίζουν την κατεδάφιση, το γκρέμισμα της ιστορίας μια και καλή, οι επιστήμονες μιλάνε για επανεκκίνηση. 

Χρόνια ολόκληρα αυτή η διαμάχη, το σπίτι  στοίχειωσε, μόνο φαντάσματα το πλησίαζαν, τι θα γίνει επιτέλους μ' αυτό το σπίτι;


Ήταν  Αύγουστος μήνας, μαύρα σύννεφα γέμισαν τον ουρανό, αστραπές και βροντές, η μπόρα ήταν τόσο δυνατή, μισή ώρα κράτησε, το πήρε και το σήκωσε ο δυνατός αέρας, το σπίτι σωριάστηκε, κομμάτια και θρύψαλα, ένας σωρός από διεφθαρμένα υλικά. 

Η φύση πάντα δίνει τη λύση, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν.


Κωστής Ταξιδεύων

Αύγουστος 2022

10 Αυγ 2022

Το δύσκολο καλοκαίρι

Αν  δεν κυλάει το νερό οι πέτρες χορταριάζουν, αν λείπει η χαρά η λύπη κάνει αόρατους λάκους πάνω στο σώμα. Ο κάμπος δύσκολος, το βουνό είναι μακριά κι η θάλασσα μακρύτερα. Η άσφαλτος καίει, η χαρά ένοχη αναζητά την ομορφιά στα πράσινα φύλλα των δέντρων.  

Στάσιμη λίμνη, αδιέξοδη κι εγκλωβισμένη η δημοκρατία ασφυκτιά ετούτο το δύσκολο καλοκαίρι.  

Που πήγε το ανέμελο Ελληνικό καλοκαίρι;  Το σφρυγηλό σώμα, το ανάλαφρο στήθος, το  όνειρο του παιδιού, - δεν επικαλούνται πια την αρχαία ελληνική δημοκρατία, η Αφροδίτη στέκεται δακρυσμένη.

 Ένα ναυάγιο γεμάτο σκουπίδια, ένας άντρας σκοτώνει τη γυναίκα του, ένας πρωθυπουργός πυροβολεί την λιπόσαρκη δημοκρατία, οι ωραίοι άνθρωποι πεθαίνουν νωρίς. 

Σουρουπώνει γλυκά ο Αύγουστος, γλυκαίνουν τα σταφύλια, ροδοκοκινίζουν τα ρόδια, ένα ερωτευμένο ζευγάρι σπόμεινε μόνο του στη παραλία. 

Ξεσπάει κι άλλη φωτιά στο δάσος, μέσα στις τόσες φωτιές,  οι φλόγες, ο καπνός, τα δέντρα που πεθαίνουν, σώνεται το οξυγόνο της γης. Νερό από τα βάθη της ποτίζει τις ρίζες των δέντρων, νερό κρύο, δροσερό δροσίζει το ζεστό καλοκαίρι. Μετά το βράδυ, η νύχτα, το φεγγάρι, τ' αστέρια κι Εσύ. 

Η ζωή είναι ωραία,  χαμόγελα τα μάτια σου, μουσική η φωνή σου, άγιο το σώμα σου. 

Αυτό το δύσκολο καλοκαίρι.

24 Ιουλ 2022

Το συρτάρι

Δίπλα στο κρεβάτι το κομοδίνο. Δυό συρτάρια, το κάτω κλειδωμένο, το πάνω ελεύθερο.

Τη νύχτα ακούω θορύβους, είναι η τοξικότητα του κάτω συρταριού. Εγωισμός, αλαζονεία, υποκρισία, ενοχές, αποτυχίες, αδικία, άγνοια, βάρη, ένα εκρηκτικό μίγμα που χρόνια κατατρώει τα σωθικά μου.  Άτιμα όλα τούτα, στήνουν χορό τη νύχτα, τα κλείδωσα δίπλα μου, ποτέ δεν κατάφερα να τα εξαφανίσω απ' το δρόμο μου.

Το πάνω συρτάρι γαληνεύει την τρικυμία μου, εδώ το όνειρο, εδώ το δίκιο, εδώ η φύση της αθώας δημιουργίας. 

Το κλειδωμένο συρτάρι είναι το πρόβλημα. Ούτε η ανθρωπότητα απαλλάχτηκε, ούτε κανένας από την τοξικότητα που δημιουργεί στο δωμάτιο του μυαλού ετούτο το συρτάρι. Το πολεμάς και επανέρχεται, το κλειδώνεις και θορυβεί ασύστολα. 

Άδικο ξόδεμα ζωής, χαμένος χρόνος, αφαίρεση. 

Η πολλή φιλοτιμία βλάπτει σοβαρά την καθημερινή υγεία. Παν μέτρον άριστον σ' έναν  ασύμμετρο κόσμο.


Πάλι ετούτη την ζεστή νύχτα ο ύπνος δεν τον έπιανε. Σηκώθηκε και κατέβηκε στον κήπο. Άρχισε να βγάζει χορτάρια με τα χέρια, το φεγγάρι φώτιζε, η νύχτα έγινε δροσερή. 

Τον βρήκε το πρωί να θαυμάζει την ομορφιά του κήπου. Η ομορφιά, το μόνο καταφύγιο.

22 Ιουν 2022

Δράκοι και νεράιδες

Πρέπει ν' αντέξω, δεν έχω άλλη επιλογή, έλεγε και προχωρούσε μέσα στη νύχτα. Όχι δεν ήταν όλα σκοτάδι, το καλοκαιρινό φεγγάρι έλουζε τον ουρανό. Έψαχνε ένα ξέφωτο, το δάσος ήταν πυκνό, το σώμα του διπλωμένο στα δυό.

Πως βρέθηκε αφημένος εδώ, ούτε ήθελε να ξέρει πια. Σέρνονταν στη γη, κοιτούσε τον ουρανό. Δεν είχε κανένα αποκούμπι, ούτε θρήσκος ήταν, ούτε ταγμένος κάπου, ήθελε έναν άλλο κόσμο αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Ο κόσμος τούτος του έμοιαζε παραμύθι, δράκοι, μάγοι, νεράιδες και ξωτικά. Και βασιλιάδες, τελικά ένα παραμύθι θέλει ο άνθρωπος ν' αποκοιμηθεί.

Έπεσε κάτω, ανάσκελα έβλεπε ένα αστέρι, ήταν η γυναίκα που αγαπούσε.  Ένα αεράκι του δάσους έφερε το άρωμα της, τον χάιδευαν τα ξανθά της μαλλιά, τον πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησε κολυμπώντας στο γαλάζιο της θάλασσας.  Την είδε απέναντι να του χαμογελά, μια νεράιδα κι αυτή. 

Περίεργα που είναι τά όνειρα!