Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Δεκ 2021

Ο άνθρωπος άγαλμα

Τελευταία μέρα του χρόνου, ο Λάμπης ξύπνησε νωρίς. Η πόρτα της αποθήκης δεν άνοιγε, το χιόνι ως το γόνατο, τα γένια  κάτασπρα ως το στήθος του. Κάτω απ' το στήθος μια τρυφερή καρδιά. 

Σιγύρισε την αποθήκη, έστρωσε το κρεβάτι, δυο μπάλες άχυρο, έκανε ελληνικό καφέ στο γκαζάκι, άνοιξε το ραδιόφωνο.  Έπιαναν τα χέρια του, ότι ο κόσμος πετούσε αυτός το μεταμόρφωνε σε έργο τέχνης. Βιβλιοθήκη, κουζινούλα,  τραπέζι, καρέκλα, όλα αυτοσχέδια. 

Η αποθήκη ήταν στην  άκρη της πόλης, έμεινε δέκα χρόνια εδώ, όταν τα έχασε όλα του την παραχώρησε αμισθί ο Σπύρος, ήταν το σπίτι του. Είχε μια μικρή σύνταξη, ένα σκύλο και μια γάτα. Πάντα γελαστός, πάντα λυπημένος, εκτός απ' την παραμονή Πρωτοχρονιάς που γινόταν άγαλμα. Ένας άνθρωπος άγαλμα στην κεντρική γέφυρα της πόλης.

Έκοψε τα γένια του, ξυρίστηκε κόντρα, ντύθηκε τη στολή του ιππότη και περπάτησε μες το χιόνι ως το κέντρο της πόλης. Ως τις 12 το βράδυ θα ήταν αμίλητος, ακίνητος, νηστικός, ένα άγαλμα μες το κινούμενο εορταστικό πλήθος. Παγωμένη μέρα, ο Δήμος ξεχιόνισε το κέντρο, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους όπως κάθε χρόνο.

 Ο Ληθαίος την αιώνια διαδρομή του, η γέφυρα άλλαζε χρώματα, το πανύψηλο δέντρο φωτισμένο, ο κόσμος φορούσε μάσκα, ο ιος έκοβε βόλτες. Ο Μύλος των ξωτικών κάθε Χριστούγεννα  έφερνε κόσμο στην πόλη, ο κόσμος σε κίνηση, αυτός σε ακινησία. 

Τα μάτια του έβλεπαν, τα αυτιά του άκουγαν τις πρωτοχρονιάτικες μελωδίες, το μυαλό του φτερούγιζε στη ζωή που έζησε και στη ζωή που δεν έζησε. 

Το χωριό, οι γονείς του, οι παιδικοί του φίλοι, το σχολείο, το πανεπιστήμιο, η γυναίκα που αγαπούσε και δεν είχε δίπλα του ποτέ, τα ταξίδια του, τα βιβλία του, η εργένικη ζωή του. Η πτώση. 

Έπεσε, κατακόρυφα, όταν έπεσε και η χώρα. 

Ο κόσμος  ατέλειωτος με ψώνια στα χέρια, τα τελευταία δώρα, κάποιοι έβγαζαν φωτογραφία μαζί του με φόντο τον Ασκληπιό. 

Τα παιδιά έκαναν γκριμάτσες, αυτός αγέλαστος, άφηναν φιλοδώρημα, ασυγκίνητος.

Όταν κάποια στιγμή απέναντι πήρε θέση μια ρακένδυτη μάνα με το μωρό της αγκαλιά δάκρυσε. Μόνο τότε  δάκρυσε, ο εαυτός του παιδί. 

Η μπάντα του Δήμου περιδιάβαινε τον κεντρικό δρόμο, οι τροχονόμοι σφύριζαν, η κυβέρνηση έπαιρνε μέτρα. 

Όταν ήταν μικρός η μάνα του τον πήγαινε στον ράφτη του χωριού και του έπαιρνε μέτρα για τα κοντά παντελονάκια, ο δάσκαλος του έπαιρνε μέτρα για να τον βαθμολογήσει, η αστυνομία μέτρα για την ταυτότητα, στον στρατό μέτρα, ο πατέρας του έλεγε πάντα με μέτρο,  κάθε μέρα άκουγε παν μέτρον άριστον, η χρονιά που πέρασε ήταν γεμάτη μέτρα, πάλι σήμερα πρωτοχρονιά όλοι μιλούσαν για τα νέα μέτρα. Δυό αστυνομικοί μοίραζαν πρόστιμα σε όσους δεν φορούσαν μάσκα, τα μέτρα είναι υποχρεωτικά. 

Αυτός εκεί, αμίλητος όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, δέκα χρόνια αμίλητος στο τέλος του χρόνου. Η ομιχλη, το χιόνι, τα φωτάκια και τα μέτρα  τελείωναν τον χρόνο. 

Νύχτωσε, η αγορά έκλεισε, ο κόσμος αραίωσε στους δρόμους, τα φωτάκια αναβόσβηναν, το σώμα του πάγωσε. 

Τότε ήρθε εκείνη, στάθηκε απέναντι στο άγαλμα, τον κοίταξε στα μάτια, η γυναίκα που αγαπούσε σε όλη του τη ζωή. Τον πήρε απ' το χέρι, έλα, πάμε στην καρδιά μας, του είπε. Το άγαλμα ζωντάνεψε.

Αύριο ξημερώνει ένας καινούριος χρόνος.

25 Νοε 2021

Το κενό



Πήρε την θλίψη και την έκανε κομμάτια,  μαζεύτηκαν πολλά. Ύστερα φόρεσε ένα λευκό μακό, το σορτς της γυμναστικής, αθλητικά παπούτσια και βγήκε στη βροχή. Άρχισε να τρέχει, θα έφτανε ως εκεί που θα συναντούσε το κενό.

Ήθελε πια να ξεφορτωθεί ότι τον γέμιζε, όνειρα, σκέψεις, ιδανικά.

Στα πρώτα βήματα πέταξε την πολιτική σκέψη του, δεν τον πήγε πουθενά, τον βάραινε από παιδί. Μετά άφηνε την βροχή να του ξεπλύνει και το τελευταίο όνειρο, του δέσμευαν τη σκέψη του.  Όσο έτρεχε άφηνε ίχνη ζωής που δεν κατέκτησε. Πέταξε ολόκληρη τη σκέψη του κι ένοιωσε ανάλαφρος.  Ήθελε μόνο να συναντήσει το κενό, έτρεχε και πέταγε...

Στη λίμνη άδειασε όλα τα βιβλία που διάβασε, τα τραγούδια που αγάπησε, τις γυναίκες που λάτρεψε. Η λίμνη ανέβασε τη στάθμη της, αυτός την αντοχή του.

Έτρεχε τώρα μέσα στο δάσος, ψιθύρισε όλους τους φίλους του στους θεόρατους κορμούς της οξιάς, τους χάρισε όλους.

Ποιά πατρίδα, ποιά οικογένεια, ποιά γλώσσα; Όλα στο ποτάμι που έτρεχε τώρα ορμητικό μαζί του να συναντήσει τη θάλασσα. 

Ακούμπησε την πλάτη του σε μια βελανιδιά, ξεφορτώθηκε τα ιδανικά, ποιά ιδανικά, πολεμικές σημαίες έγιναν όλα. Κοντοανάσαινε, η βροχή δυνάμωσε, ήταν χιλιόμετρα μακριά απ' τη ζωή του. 

Ήθελε, λέει, να συναντήσει το κενό. 

Τρέχοντας πέταξε όλα τα συναισθήματα, όλες τις εμμονές του. Η μελαλύτερη εκείνη που τον πήγαινε στο κόκκινο, πως ο κόσμος θ' αλλάξει. 

Νύχτωσε, σκοτάδι, το κρύο του Νοέμβρη, δεν έβλεπε τίποτα, έτρεχε στα τυφλά. 

 Μια στιγμή πεθύμησε το φεγγάρι, πέταξε και τις επιθυμίες μαζί με τις ευχές που έκανε. 

Άκουγε μόνο την καρδιά του, χτυπούσε τώρα δυνατά. Σκέφθηκε να την ξεριζώσει, πως όμως; 

Αντί γιαυτό έβγαλε το ένα του μάτι, το χάρισε στο σκοτάδι. Αν έβλεπε το σκοτάδι το φως, θα ήταν διαφορετικά. Αν η ζωή έβλεπε τον θάνατο, δεν θα έτρεχε τώρα στο κενό.

6 Ιουν 2018

Το μπλέντερ



Το μπλέντερ είναι το πιο σημαντικό εργαλείο που έχουμε σπίτι. Επειδή είναι και παιδικό απωθημένο, -στην νηπιακή μου ηλικία δεν είχαμε, κάποιες φορές πατάω το κουμπί κι ας ανακατέψει αέρα. Ακούω βέβαια τις φωνές της γυναίκας μου, αλλά το προσπερνάω. Είναι μόνιμα στον πάγκο της κουζίνας. Όταν το χρησιμοποιώ χωρίς λόγο, η γυναίκα μου το κρύβει. Πάντα όμως το βρίσκω. Είναι εξάλλου ο μοναδικός λόγος που τσακωνόμαστε. Εγώ πιστεύω πως τα ζευγάρια πρέπει να καβγαδίζουν αραιά και που. Εκείνη πάλι όχι.
Μόνo εμένα αρέσει ο ήχος απ' το μπλέντερ, οι άλλοι στο σπίτι εκνευρίζονται. Όταν όμως κάνεις τη διαδρομή Τρίκαλα- Θεσσαλονίκη με καψουροτράγουδα, σαν κλασική μουσική ακούγεται το μπλέντερ. Προχτές έκανα χυμό καρότο, τα καρότα δεν κομματιάζονταν, ζοριζόταν, μούγκριζε. Ήρθαν στη κουζίνα με το μαστίγιο. Πρόλαβα και κρύφτηκα κάτω απ' τον καναπέ. Σε καλό μου βγήκε, βρήκα ένα δίευρο και μια κατσαρίδα. Δεν είπα τίποτα για ευνόητους λόγους. Με τα ευρώ πήρα καφέ, έτσι κι αλλιώς χαμένο ήταν.
Με το μπλέντερ κάνω μαρμελάδες, πουρέ και διάφορες αλοιφές. Συχνά πετάω μέσα τις δηλώσεις πολιτικών και άλλων παρατρεχάμενων. Γίνονται πολτός, εξαφανίζονται. Το κάνω βέβαια όταν παρασύρομαι και πάω να τις πιστέψω. Στο μπλέντερ, λέω τότε. Πολυεργαλείο το μπλέντερ.
Πάω να το ανοϊξω. Θα πετάξω μέσα όλες τις αφίσες των νυχτερινών κέντρων που γεμίσαν την πόλη. Δεν τις αντέχω.
Ξέρω πάλι θα με φωνάζουν, μεσημέρι κι όλοι
κοιμούνται.

6 Ιουνίου 2018

24 Φεβ 2018

Η Αφροδίτη της Μήλου


Θυμόμαστε ότι ξεπερνάει τα όριά μας. Όλα τ΄ άλλα ανακυκλώσιμες στιγμές επιβίωσης, βόλεψης και στιγμιαίων τέρψεων. Ο έρωτας και ο θάνατος δεν βολεύονται σε καμιά λογική. Ούτε η δίψα για ζωή.
- Σκέψου Νάντια πως κτίστηκε το κάστρο, γιατί έγινε αυτό το τούνελ. Ο άνθρωπος απέναντι στους κατακτητές, ενάντια στο θάνατο. Ένα σκοτεινό λαγούμι που οδηγεί σε κάποιο ξέφωτο.
Πάμε.
Τυλιχτήκαμε και οι δυό μες τις αράχνες, προχωρούσαμε μες τη σιωπή και τη νύχτα. Αυτό το σκοτάδι δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει.
-Διαβάζουμε την ιστορία από μακριά, σαν μυθιστόρημα. Ούτε μαθαίνουμε από τα σημάδια των άλλων. Όπου και να κοιτάξεις στη γη μνημεία πολέμου. Μια ανάσα ο πόλεμος απ΄ την ειρήνη. Τη λύση ανακάλυψε ο Τραμπ, κάθε δάσκαλος και ένα πιστόλι, κάθε μαθητής κι ένα σουγιά.
Κάτι τέτοια έλεγε η Νάντια, όταν είδαμε μια αχτίδα φωτός, όπως ξημερώνει η νύχτα μες το αεροπλάνο, απότομα, από την διαφορά ώρας των ημισφαιρίων. Έξω ξημέρωσε. Ήταν μακριά βέβαια και ήταν ευθεία, όπως ο δρόμος Τρίκαλα- Καλαμπάκα. Είχαμε διανύσει τουλάχιστον δέκα χιλιόμετρα, η διαδρομή μας άφηνε μετ΄ εμποδίων να προχωράμε. Περπατούσαμε πάνω από οκτώ ώρες. Η μυρωδιά από θειάφι γινόταν όλο και πιο έντονη, καθώς πλησιάζαμε μια άχνα φωτός.
Ξαφνικά το στενάχωρο τούνελ άνοιγε προς τα αριστερά, μια μικρή λιμνούλα πλημύριζε από φως, φως που έρχονταν απ’ τη σχισμή δυό βράχων.
Ήταν τέτοια η αναπάντεχη έκπληξη που η Νάντια άρχισε να με φιλάει σαν παιδί που πήρε δώρο παιχνίδι. Οι βράχοι ήταν μεγάλοι και η μικρή τους απόσταση άφηναν μια χαραμάδα ηλιόλουστο φως. Ήταν προφανές πως κάποια ιαματική πηγή δημιουργήθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ίσως και να προυπήρχε, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται το πλάτωμα του λαγουμιού στο συγκεκριμένο σημείο. Ένας θόλος και ημικύκλια πέτρινα παγκάκια χωμένα στη λάσπη.
Μετά από ώρες περπάτημα φτάσαμε κάπου. Σε μια μικρή όαση. Το νερό ήταν χλιαρό, κάποιοι ατμοί αιωρούνταν στην χαραυγή.
- Θα δοκιμάσω, είπε η Νάντια. Το νερό είναι καθαρό.
Άρχισε να βγάζει την πανοπλία της. Έμεινε με τα εσώρουχα. Δεν είχα ξαναδεί ημίγυμνο το σώμα της Νάντιας.
- Δεν θέλω να βραχούν τα εσώρουχα μου, δεν έχω άλλα μαζί μου. Κοίτα αλλού, δεν θέλω να με βλέπεις, είπε.
Τότε ήταν που κρυφοκοίταξα πρώτη φορά την Νάντια.
Καθώς έμπαινε στο νερό και μάζευε τα μακριά μαλλιά της, έμοιαζε στα μάτια μου με την Αφροδίτη της Μήλου.

{το λαγούμι  3)

17 Ιαν 2018

Ως τα Μετέωρα



Μας τρόμαξε ένας ο ξαφνικός συρτός θόρυβος. Η Νάντια έριξε πάνω του το φακό, ένας μεγάλος ποντικός ξεβολεύτηκε. Πήγαινε σαν χαμένος πίσω μπρος. Της είπα για κείνη την εικόνα, με το που μπαίναμε στην εκκλησία στο χωριό. Είχε γίνει ο παιδικός μου εφιάλτης. Η κόλαση και ο παράδεισος ζωγραφιστά. Ατέλειωτη βαρεμάρα ο παράδεισος, φρίκη η κόλαση. Παγκάκια με γερασμένα ζευγάρια, λουλούδια και πουλάκια ο παράδεισος. Φλόγες, σάρκες να λειώνουν, δράκοι και φαντάσματα η κόλαση. Ή το ένα ή το άλλο, καμία επιλογή. Ούτε ένας φράχτης να μεταπηδάς, να εναλλάσσεσαι, να αργοπεθαίνεις και να ανασταίνεσαι.
Σιγά μη φοβηθώ, η Νάντια. Τίποτα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν φαντάσματα. Υπάρχει ότι βλέπω, ότι ακούω, ότι αισθάνομαι. Η φύση εν σοφία εποίησε τα πάντα. Άπειροι ζωντανοί οργανισμοί γεννιούνται, κάνουν τον κύκλο τους και πεθαίνουν. Είμαστε ένας απ’ αυτούς. Γεννηθήκαμε να απολαύσουμε τη ζωή. Εκατομμύρια χρόνια τώρα αυτό γίνεται.
Πάμε της είπα, δεν θα το δούμε φιλοσοφικά τώρα. Οι άνθρωποι θέλουν χειρολαβές. Πως αλλιώς θα αποδεχτούν τον θάνατο ή την ανυπαρξία ζωής.
Αρχίσαμε πάλι να προχωράμε, λιγότερο από δυό μέτρα το ύψος, ογδόντα με ένα μέτρο το πλάτος. Σβήσαμε για λίγο τους φακούς, είδαμε το απόλυτο σκοτάδι. Ποτέ δεν είναι μακριά το σκοτάδι, απλά κλείνεις τα μάτια να το δεις. Βέβαια σε μια εποχή που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα δεν προλαβαίνεις να κλείσεις τα μάτια ούτε μια στιγμή. Ίσως γι΄ αυτό δεν εκτιμάμε το φως. Τη ζωή. Ούτε τη δικιά μας, ούτε των άλλων. Το πολύτιμο του χρόνου δεν υφίσταται σε ανταγωνιστικές μέχρι θανάτου κοινωνίες.
Καθώς προχωράμε μυρίζει θειάφι. Υγρασία, μούχλα, εγκατάλειψη προχωράνε μαζί μας. Κοντεύουμε ένα χιλιόμετρο, είμαστε ακόμα στην αρχή. Υπολογίζεται γύρω στα δεκαοκτώ χιλιόμετρα η διαδρομή. Το τούνελ ξεκινάει μέσα από το κάστρο, περνάει κάτω από το τείχος του και αναζητεί τη ζωή. Αφήνοντας πίσω εχθροπραξίες και θάνατο. Όσο πιο μακριά. Ως τα Μετέωρα.

(το λαγούμι 2)


15 Ιαν 2018

Το λαγούμι


Στη Μάρω


Η ιδέα ήταν της Νάντιας. Να δοκιμάσουμε τη διαδρομή Τρίκαλα –Καλαμπάκα μέσα απ’ το τούνελ. Αφού σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να προβλέψουμε για καιρό, είμαστε ήδη επτά μέτρα μέσα στη γη. Κατεβήκαμε με σκάλα, περίπου πέντε μέτρων και κατηφορίζουμε βορειοανατολικά του φρουρίου κρατώντας από ένα δυνατό φακό στα χέρια. Μεσάνυχτα και κάτι. Σκοτάδι μέσα έξω.
Γνώρισα την Νάντια σε μια αρχαιολογική ανασκαφή στο Σπήλαιο της Θεόπετρας όπου δούλευα εργάτης πριν δέκα χρόνια. Αυτή ήταν τότε υπεύθυνη αρχαιολόγος. Αγαπούσε τόσο πολύ τη δουλειά της που έλαμπε ολόκληρη σε κάθε μικρό εύρημα. Το χαμόγελο και η καλοσύνη της έδεσε μια φιλία χρόνων. Διαβασμένη, ανήσυχη και τολμηρή συνέθετε τον χαρακτήρα πως τα πάντα γίνονται αρκεί να το θέλουμε. Ακολούθησα κι άλλες φορές παράτολμες διαδρομές της, όπως εκείνη τον Γενάρη του εννιά στον Όλυμπο. Τα καταφέραμε όμως.
Τώρα; Βλέπω τα μάτια της Νάντιας να αστράφτουν στο σκοτάδι της σήραγγας. Αν υπάρχει σήραγγα, αν υπήρξε και δεν είναι μύθος. Η Νάντια ισχυρίζεται πως υπάρχει και λόγω των πετρωμάτων της περιοχής θα είναι όπως και πριν εκατοντάδες χρόνια. Αν σκεφτούμε πως τον έκτο αιώνα ο Ιουστινιανός έκτισε το Βυζαντινό κάστρο απ΄ την αρχή, ενώ προϋπήρχε από την κλασική περίοδο, πέρασαν χρόνοι πολλοί από τότε…
Περπατάμε προσεκτικά πάνω στον λιθόκτιστο διάδρομο. Απόλυτη ησυχία, ακούγονται μόνο απαλά τα βήματα από τις λαστιχένιες μπότες που φοράμε. Είμαστε ακόμα στην αρχή και φαίνεται πως δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα πέρα από τις αράχνες που άρχισαν να τυλίγονται πάνω στις αδιαπέραστες στολές μας. Μόνο συναισθήματα αφήνουν να περάσουν αυτά τα ειδικά ρούχα. Περπατάμε σχεδόν δίπλα δίπλα, κάπου στενεύει τόσο που χρειάζεται ο ένας να ακολουθεί τον άλλο. Φοβάσαι; Με ρώτησε η Νάντια. Όχι της είπα, τα κατά συνθήκη ψεύδη επιτρέπονται. Ενθαρρύνουν και δεν προδίδουν. Αναρωτιέμαι για αυτή την τρέλα, στην σκέψη μου φαίνεται σαν υπόγεια Οδύσσεια. Η Νάντια βέβαια ισχυρίζεται ότι τα πιο μεγάλα βιώματα στη ζωή δεν κοστίζουν. Όταν βγαίνουμε απολαμβάνουμε τη φιλία μας, την αγάπη για τη φύση, τη μουσική, τα βιβλία, τον σινεμά, τις συζητήσεις μας, το οξυγόνο. Δεν ξοδεύουμε τίποτα. Ούτε και τώρα έχουμε ούτε ένα ευρώ μαζί μας, μόνο τις μπαταρίες για τους φακούς αγοράσαμε λόγω του σκότους.
Κάπως ανοίγει εδώ η διαδρομή, ένα πέτρινο παγκάκι ανέγγιχτο απ το χρόνο μας φιλοξενεί. Απέναντι μια επιγραφή: "Επί μέντοι Εχιναίου τε και Θηβών και Φαρσάλων και άλλων των επί Θεσσαλίας πόλεων απασών,
εν αις Δημητριάς τε εστί και Μητρόπολις όνομα και Γόμφοι και Τρίκκα, τους περιβόλους ανανεωσαμένους, εν των ασφαλεί εκρατύνατο… αλλά και Λάρισαν και Καισάρειαν… Βασιλεύς δε Ιουστινιανός άμφω τείχη ισχυρότατα ποιησάμενος γνησία την χώραν ευδαιμονία ξυνώκισεν". Προκόπιος, "Περί Κτισμάτων".
Πρέπει να είμαστε στη νοτιοανατολική πλαγιά του λόφου του Προφήτη Ηλία. Ακούστηκε αχνά μία φορά το ρολόι. Η Νάντια είχε πάρει μαζί της σταφίδες και κονιάκ Ένα μικρό πρώτο διάλειμμα, είπε.

(Το λαγούμι 1)


26 Ιαν 2013

Ο κόσμος μου άνω κάτω

Όλα ξεκίνησαν εξ’ αιτίας του Λάμπη.
Ήμουν ένα φιλήσυχος πολίτης, με υποταγή στους νόμους και στη σιωπή.
Ήμουν τόσο σιωπηλός που μοίραζα σε όλους χαμόγελα, αντί για λέξεις.
Είχα μια δουλειά, μια γυναίκα, δυό παιδιά και δυό γατιά. Τον Φρίξο και την Κέλυ. Για τις γάτες μου λέω. Είχα ακόμα τον Θεό μου και το νοικοκυριό μου. Είχα μια γαλάζια Scoda και ένα αμπέλι στο χωριό μου.
Σκόνταψα σήμερα το πρωί.
Ούτε που κατάλαβα πως βρέθηκα στο διπλανό κελί.
Με τον Λάμπη.
- Εντάξει κυρία Φρόσω, είπα το πρωί, θα πάω να δω εγώ γιατί…
Όταν μπήκα μες την Αστυνομική Διεύθυνση, μου ζήτησαν ταυτότητα. Την έδωσα.
Ο φρουρός της τάξης ταράχτηκε. Πήρε τηλέφωνο ψηλά, στον Διοικητή. Τον είδα που έκανε όπως ο κυνηγός που έβγαλε παπί. Που να μου πάει το μυαλό.
Μου έβαλαν χειροπέδες και δεν ήξερα γιατί.
- Συλλαμβάνεσαι, μου είπαν μόνο. «Δικαίωμά σου να μη πεις τίποτα», μου είπαν. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν έλεγα. Ήμουν υπεράνω υποψίας.
Όταν μου φέραν το χαρτί, μαζί με ένα πιάτο φακή, πάλι δεν κατάλαβα γιατί.
Συνελήφθη σήμερα και κρατείται στις φυλακές της Αγράμπελου, ο Κωστής Απάθειος, ως ύποπτος μάρτυς υπεράσπισης και δεόντως νοιαζόμενος για τον από χτες φυλακισμένο Λάμπη Ανάλαμπρο, κατηγορούμενο για τρομοκρατικές ενέργειες.
Ο Κωστής Απάθειος εθεάθη το πρωί, εις φούρνον της συνοικίας Μαύρα πηγάδια, συνομιλώντας με την Ευφροσύνη Ανακατεμένη- Ανάλαμπρου, μητέρα του κατηγορούμενου τρομοκράτη, κρατώντας στα χέρια του ωοειδές αντικείμενο σε σχήμα κούκλας, αγνώστου περιεχομένου. Το ύποπτο χαμόγελό του και οι κινήσεις των χεριών του ήταν οι πρώτες ενδείξεις, που οδήγησαν την υπηρεσία μας εις τα ευρήματα.
Μετά από έλεγχο στην αποθήκη που βρίσκεται στην αριστερή γωνία της αυλής του Απάθειου, βρέθηκαν:
Μια πλαστική μπάλα στο σχήμα φεγγαριού, έντεκα πορτοκάλια στο σχήμα του ήλιου, ένα κλαδευτήρι, ένα σφυρί και ένα δρεπάνι, ένας δονητής σε σχήμα μπανάνας και μια μπανάνα σε σχήμα δονητή, ένα αντίγραφο με τα κύματα του Δούναβη, μια γραφομηχανή, δύο αρμαθιές σκόρδα και το εγκόλπιο της ανθρώπινης ηλιθιότητας.
Ο συλληφθείς οδηγήθηκε στη φυλακή μέχρι την Δευτέρα, όποτε και θα οδηγηθεί στον εισαγγελέα.

-Και η ρώσικη κούκλα γιατί; Γιατί γαμώτο;




Ταξιδευτής
25 Ιανουαρίου 2013

25 Ιαν 2013

Ο Λάμπης ο νευρωτικός

«Ντύσου», του είπαν μόλις άνοιξε την πόρτα. Ο Λάμπης ήταν με το σώβρακο. Έξι το πρωί χτύπησε το κουδούνι. Δυο μπάτσοι κι ένας γραβατωμένος γυαλάκιας με κουστούμι και μουστάκι. Ο εισαγγελέας μάλλον.
- Καλημέρα, παιδιά. Σας περίμενα
Ο Λάμπης χρωστούσε στην εφορία 1632 ευρώ, ήξερε ότι κάποια μέρα θα τον συλλάβουν. Όσοι δεν πληρώνουν θα πάνε φυλακή, η επωδός στα δελτία των 8.
Του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Φυσικά δεν ήταν η μόνη.
Τρία χρόνια άνεργος, με δανεικά τσιγάρα την έβγαζε. Ευτυχώς είχε ένα πιάτο φαί απ’ τη μάνα του. Ο πατέρας του πέθανε στα 81, μετά από μια πορεία.
– Πατέρα, θα συνεχίσω εγώ, του είπε στην κηδεία ο Λάμπης. Και τόσοι άλλοι σαν εσένα.
Αυτός ήταν 53. Γύρισε στο παιδικό του δωμάτιο, τι να σου κάνει μια σύνταξη 350 ευρώ της μάνας και κάποια μεροκάματα που απέμειναν στην οικοδομή. Στήριξε τα παιδιά του να σπουδάσουν, έφυγαν και τα δυο στη Γερμανία, λάντζα με πτυχία, με τη γυναίκα του χώρισε, το μαγαζί το έκλεισε. Ποιος αγόραζε πια δίσκους. Δισκορυχείον τέλος.
Μύλος που άλεθε, η ζωή του Λάμπη. Άριστος και ανυπάκουος μαθητής, πτυχίο φυσικής, νύχτες δουλειάς στην λαχαναγορά, ελαιοχρωματιστής παλ χρωμάτων, οδηγός νταλίκας με σήμα ιντερνάσιοναλ στο φτερό, μέλος της κίτρινης φυλής ένα φεγγάρι, δουλειά σε εκδοτικούς οίκους, διορθώσεις, μεταφράσεις, σκιτσογράφος, καλοκαίρια στα νησιά, αεικίνητος. Στο τέλος άνοιξε το δισκάδικο.
Ο Λάμπης ήταν νευρωτικός. Έτσι τον έλεγαν στη γειτονιά. Ο Λάμπης μιλούσε ακατανόητα, ασύμβατα, απαράδοτα, απρόδοτα, για δικαιοσύνη, για παιδεία, για δουλειά -ενώ όλοι κοιτούσαν τις δουλειές τους.
Μιλούσε με θυμό, τα λόγια του είχαν οργή. Ο Λάμπης που φώτιζε, συννέφιασε.
« Άλλο είναι η ζωή και άλλο αυτό που ζούμε»( Μακριδάκης Γιάννης), τους έλεγε χτες στην αντιρατσιστική συγκέντρωση.
- Καλά πάμε; Είπε με τις χειροπέδες στα χέρια.
Του έδεσαν τα μάτια, του βούλωσαν τα αυτιά, τον πέταξαν στη φυλακή. Ένα κελί με δύο άλλους σαν εκείνον.
Ο Λάμπης προκαλούσε το δημόσιο αίσθημα δικαιοσύνης. Ένας επικίνδυνος φοροφυγάς.



Ταξιδευτής
23 Ιανουαρίου 2013


21 Ιαν 2013

Η Χιονάνθρωπος



Καταχείμωνο. Τρυφερό πράσινο, τα σπαρμένα με στάρι χωράφια. Ανέτειλαν οι φυτρωμένοι σπόροι. Από το σκοτάδι της σποράς, στο φως του ήλιου.
- Τίποτα δεν πάει χαμένο, μονολόγησε ο Λάμπης. Έσπειρε μες τη νύχτα, δεν ήταν σίγουρος αν του ξέφυγε κομμάτι γης.
Το κρύο περόνιαζε, μουντός χαμηλός ο ουρανός, έπεφταν αραιές σταγόνες χιονόνερου. Είχε ένα μήνα να πάει στο χωράφι του. Δούλευε στα μεταλλεία και το βράδυ γκαρσόν. Μετά ήταν και το χιόνι, που έπεσε πολύ μες τις γιορτές.
Όταν πρόσεξε τον καπνό στο κονάκι του, είπε ένα Τι;
Πλησίασε φοβισμένος. Η πλαγιά του βουνού νύχτωνε.
Ποιος είναι μέσα; Ποια φωτιά;
-Ποιος είναι; Καμιά απάντηση. Είναι κάποιος εδώ; Τίποτα
Έσπρωξε σιγά τρεμάμενος, την παραβιασμένη πόρτα.

Δυό τρία ξύλα στη μέση σιγόκαιγαν. Ο χιονάνθρωπος είχε αρχίσει να λειώνει. Κόκκινο νερό κυλούσε απ’ τις φλέβες του.
Δεν άντεξε άλλο την παγωνιά. Πάει μήνας που ο ταξιδιώτης του χειμώνα του χάρισε το δικό του μαντήλι. Ήταν τώρα σαν παρατημένο λάβαρο, μες τα ανεκπλήρωτα αίματα. Σχεδόν μισό αιώνα, ούτε μια τρυπούλα, το πρόσεχε σαν τα μάτια Του.
Κάποτε αγαπούσε την Λιλή, αλλά παντρεύτηκε την Ελένη.
Η Λιλή ήταν ζωγράφος και έμεινε ζωγράφος.

Ταξιδευτής
21 Ιανουαρίου 2013






22 Οκτ 2012

Για την εξορία θα σου πω άλλη φορά

Ήταν Ιούλης του 1968 Ευάγγελε. Ήμουν δεν ήμουν 9 χρονών. Μόλις τελείωσα την τετάρτη. Το ορεινό χωριό μου έχει υψόμετρο στην πλατεία 700 μέτρα και στην κορυφή του πάνω από 1000 μέτρα.  Στους πρόποδες  κυλάνε τα νερά του Ασπροπόταμου. Όταν το πρωί άνοιγα τα πράσινα παντζούρια,  πρώτα το ποτάμι έβλεπα  Άκουγα τη νύχτα το νερό.
Ο Μίμης και ο Έλλη ήταν πρώτα μου ξαδέλφια. Έρχονταν για ένα μήνα κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Έμειναν στην Αθήνα. Ο πατέρας τους ήταν ανώτερος τραπεζικός. Κάθε πρωί έπιναν σοκολατούχο γάλα carnation. Εγώ έτρωγα μια φέτα με φρέσκο βούτυρο και μέλι. Ο αδελφός μου λες και δεν έτρωγε τίποτα, ήταν πολύ αδύνατος.  Η μάνα μου τον κυνήγαγε να φάει ένα φρέσκο αυγό.
-Παιδί μου μόλις το πήρα απ’ τη φωλιά, μόλις το γέννησε η κόκκινη κοτούλα.

Το απόγευμα της Κυριακής είχαμε πάει πάνω στο σχολείο. Το σχολείο ήταν πάνω από την εκκλησία. Ακόμα παραπάνω ήταν το κοινοτικό γραφείο. Παραπάνω ήταν  δέντρα. Βελανιδιές, φτελιές, φουντουκιές, καστανιές, κρανιές, καρυδιές, κερασιές, γκορτσιές. Μες τα δέντρα ήταν κρυμμένα σπίτια. Άκουγες  κάποιον γάιδαρο να γκαρίζει, κάποιο σκυλί να γαυγίζει, κάποιον κόκορα να λαλάει.

Το πρωί της Δευτέρας συνέλαβαν εμένα και τον Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν άλλος ξάδερφος. Ήμασταν όλοι μαζί στην μεγάλη αυλή του πέτρινου σχολείου. Ο πατέρας του δούλευε στ’ Άσπρα σπίτια. Ήταν ένα μεγάλο εργοστάσιο από τότε εκεί.

Παίζαμε ποδοσφαιράκι στην Πράσινη γωνιά. Ο χωροφύλακας  μπήκε μέσα και έβγαλε το καπέλο. Ήταν ένας άγριος με μια μεγάλη ελιά στο μάγουλο.
-Να δω τα πέδιλα που φοράτε;
Ανασηκώσαμε και οι δυό τα πόδια.
-Ακολουθήστε με
Βάλαμε και οι δυό τα κλάματα
-Τι κάναμε;
-Που είναι τα πράγματα;
-Ποια πράγματα;
-Η κιθάρα,  η εγκυκλοπαίδεια;
-Ποια κιθάρα, η δική μου διαλύθηκε την πέταξα είπε ο Γιώργος. Φτιάχναμε κάτι αυτοσχέδιες κιθάρες μικροί με καρφωμένα ξύλα και πετονιά  Τα ξύλα τα βρίσκαμε στα πεταμένα του Αλέκου του Χοντρού, σαν τον Οβελίξ ήταν, που είχε την κορδέλα πάνω ακριβώς απ’ την Αστυνομία  Παίζαμε κιθάρα και τραγουδούσαμε ότι ακούγαμε στο τζουκ-μπόξ στη πράσινη γωνιά. Να τανε το 21 και στην απάνω γειτονίτσα μ’ αγαπάμε δυό κορίτσια. Φαντάσου τώρα για να πας στο χωριό εκείνη την εποχή με το φορτηγό, που είχε καθίσματα στην καρότσα  ήθελες μια μέρα χωματόδρομο. Για την  ακρίβεια μισή.
-Πάμε στο τμήμα.
-Ποιο τμήμα; Διακοπές έχουμε, είπα εγώ..
- Άσε τις εξυπνάδες, δεν ξέρεις τι σε περιμένει.
Μας περίμενε σ’ ένα γραφείο  που η πόρτα του έγραφε Αστυνομικός Διευθυντής ένας καλοχτενισμένος χωρίς καπέλο. Πίσω του μια  κορνίζα έγραφε. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Ζήτω η Επανάστασις. Εμείς ιδέα δεν είχαμε τι σημαίνει επανάστασις.
-Ποιος έσπασε το παράθυρο. Ποιος πήρε την κιθάρα; Που πήγατε τα πράγματα; Που είναι η πένα του δάσκαλου; Πως κουβαλήσατε ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια;  Τι κάνατε χτες στο σχολείο; Τη  καρέκλα που την πήγατε; Πως σπάσατε το τζάμι;   Την εικόνα του Χριστού ρε;  Θα σας αλυσοδέσω, που τα πήγατε;
Βροχή οι ερωτήσεις; Έξω ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα. Αν ήταν αυτή ανάκριση από αστυνομικό διευθυντή ολόκληρου Δήμου Κοθωνίων. Άφριζε μπροστά σε δυό παιδιά.
Δεν μιλούσαμε. Βάλαμε τα κλάματα.
- Μιλήστε ρε, θα σας βάλω στο μπουντρούμι, θα σας φάνε τα ποντίκια.
- Δεν μιλήσαμε. Μας έβαλε στο κρατητήριο. Να μιλήσουμε.
Ήταν σαν το αποχωρητήριο που είχαμε στην άκρη της αυλής. Μόνο που αυτό μύριζε μούχλα. Και ήταν θεοσκότεινο. Στο αποχωρητήριο έβλεπες να διαβάζεις Μπλέκ και Ταρζάν.
Αρχίσαμε να κλωτσάμε την πόρτα. Τι άλλο να κλωτσήσουμε. Το απόγευμα παίζαμε στο γήπεδο με το Αρματωλικό. Αν δεν μας έβγαζε από κει μέσα θα χάναμε τον αγώνα. Ο Γιώργος έπαιζε δεξί μπακ, εγώ κέντρο.

Μας άνοιξε. Δεν ήθελε να σπάσει η πόρτα φαίνεται.

Ο χωροφύλακας γύρισε με την κιθάρα στα χέρια  και μια τσάντα κι ένα τσουβάλι μισογεμάτο.

Το σπίτι του Στέφου ήταν  παρακάτω απ’ την αστυνομία. Ο Στέφος έπαιζε στην αυλή του, με την κιθάρα του δάσκαλου, την Δραπετσώνα.  Ο Στέφος ήξερε να παίζει κιθάρα.Αλλά δεν είχε κιθάρα. Οι αυτοσχέδιες ήταν λίγες γι’ αυτόν.  Ότι δεν είχε το έκλεβε. Ο πατέρας του ήταν τσοπάνος, στα πρόβατα του παππού.
Ο Στέφος φορούσε τα ίδια πλαστικά πέδιλα με μας. Αφού όλοι από το Γενικόν εμπόριον- Μητσόπουλος, τα αγοράζαμε.
Ο Στέφος μόλις είδε τον χωροφύλακα, παράτησε τη κιθάρα και το βαλε στα πόδια. Ήξερε φαίνεται από αυτόφωρο. Εμείς ιδέα δεν είχαμε πάλι.

Ο χωροφύλακας μου έδωσε το παγούρι. Τρέξε στη βρύση να το γεμίσεις, μου είπε. Τον Γιώργο τον έστειλε στο περίπτερο, να του πάρει τσιγάρα.

Μετά από λίγο καθόμασταν με το Γιώργο στο παγκάκι,  που είχε ο Σωκράτης στο περίπτερό του. Αγοράσαμε χύμα μπισκότα και τα τρώγαμε.
Που και που ταΐζαμε και τα πουλιά. Μπισκότα.

Ευάγγελε κάποιες φορές, όταν βλέπω εκείνη την στιγμή που ο Βέγγος δίνει στη φύση ένα μπισκότο, νομίζω ότι μας παρακολουθούσε μικρούς.
Όσο για τους αστυνομικούς δεν άλλαξα ποτέ γνώμη.
Για την εξορία θα σου πω άλλη φορά.


Ταξιδευτής
22 Οκτωβρίου 2012

24 Σεπ 2012

Ο βάτραχος

Ξεκλειδώνοντας το αυτοκίνητο το πρωί, με περίμενε μια έκπληξη. Ένας τεράστιος βάτραχος κάθονταν στη θέση του συνοδηγού. Καλημέρα, κουάκ μου είπε, χαμογελώντας. Καλημέρα, του είπα κι εγώ.
Μετά από μια εφιαλτική νύχτα, αντέδρασα σχεδόν φυσιολογικά, σαν να ήταν άνθρωπος.
Ήταν μια νύχτα ανήσυχη. Τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά με τις σειρήνες τους, όλη νύχτα αλώνιζαν την πόλη. Το Νοσοκομείο είχε τεθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Τα σμήνη με τα μαύρα κοράκια, που πέταγαν όλο το απόγευμα της Κυριακής πάνω απ’ την πόλη, προμήνυαν ένα απροσδιόριστο γεγονός. Τα σκυλιά γαύγιζαν, σαν να προειδοποιούσαν.
Στις 12 παρά 20 έγινε ο σεισμός. Η γη δεν είναι πάντα σταθερή κάτω απ’ τα πόδια μας. Ο σεισμός είχε διάρκεια, αλλά δεν ήταν ισχυρός. Οι μετεωρολόγοι είπαν ότι ο σεισμός ανήκε στην κατηγορία των εγκατακρημνισιγενών.
Εκείνο που αναστάτωσε την πόλη, ήταν το πολύωρο μπλακ άουτ που ακολούθησε. Ο κόσμος στα πάρκα και στους δρόμους, με ότι πρόχειρο φορούσε την ώρα του καναπέ, λίγο πριν κοιμηθεί για τα καλά. Ήταν προειδοποίηση ενός μεγαλύτερου σεισμού; Πανδαιμόνιο. Ο θεός μας τιμωρεί, έλεγε κάποιος, η φύση εκδικείται κάποιος άλλος. Εμείς φταίμε για όλα, ένας τρίτος.
Η γειτόνισσά μου βγήκε για πρώτη φορά στην αυλή της, με τα μικροσκοπικά της εσώρουχα. Ούτε που την ένοιαζε. Ενώ άλλες φορές
Άνθρωποι που κλείστηκαν σε ασανσέρ, αυτοκίνητα που τράκαραν, δρόμοι που σκοτάδιασαν με μιας, οι κλέφτες βρήκαν ευκαιρία για πλιάτσικο, δυό τράπεζες πήραν φωτιά, άγνωστο πως, οι γάτες ανέβηκαν στα κεραμίδια, τις έβλεπα γυάλιζαν τα μάτια τους στο σκοτάδι, η μικρή μας πόλη για πρώτη φορά αναστατώθηκε τόσο.
Δεν ήταν ο σεισμός. Δεν ήταν το μπλάκ άουτ. Ήταν ο συνδυασμός αυτών των δύο.

Το πρωί κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου. Πάνω από ώρα. Τι να φοβηθώ πια;
Ο βάτραχος ούτε που ξέρω, πως βρέθηκε μες στο αυτοκίνητό μου.
Χρειάζεται συνδυασμός, είπε. Μιλούσε σαν άνθρωπος.
“Εμείς όλοι μαζί αρχίζουμε την συναυλία. Εσείς οι άνθρωποι προσπαθείτε ο καθένας μόνος του”.
“Και εμείς και εσείς έχουμε να παλέψουμε με βουβάλια”. Ξαναείπε.
Οδηγούσα. Δεν του μιλούσα.
“Είναι καιρός και σεις οι άνθρωποι να παραδειγματιστείτε από μας. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας.
Από άνθρωπος βάτραχος κι από βάτραχος άνθρωπος, είπα μόνο.
Δεν ήταν ούτε πενήντα μέτρα που οδήγησα, όταν είδα την ρωγμή της ασφάλτου και σταμάτησα.
Από μέσα της φύτρωνε ένα μικρό πράσινο δέντρο, με πλατιά φύλλα..
Κοιταχτήκαμε με τον βάτραχο για πρώτη φορά στα μάτια.
Απορημένοι.

Ταξιδευτής
24 Σεπτεμβρίου 2012

5 Σεπ 2012

Η απαγωγή

Όταν σταμάτησε ξαφνικά το κίτρινο κλειστό φορτηγάκι, μιλούσα στο κινητό. Είναι η μόνη μάρτυς όσων επακολούθησαν.

Ο δρόμος είναι στην άκρη της πόλης, κοντά στο σπίτι μου και αρκετά φωτισμένος. Η διαδρομή σκοτεινιάζει που και που, γιατί οι περισσότερες λάμπες έχουν καεί. Περπατάω συνήθως μια ώρα κάθε βράδυ. Πέντε φορές από χίλια μέτρα. Τον ξέρω απ’ έξω και ανακατωτά. Κι αυτός με ξέρει. Περπατούν κι άλλοι, όλες τις ώρες. Διπλής κατεύθυνσης με μεγάλα τσιμεντένια πεζοδρόμια. Περπατάω χρόνια.

Εκείνη τη ώρα ήμουν ο μόνος περιπατητής.

Το Volkswagen. κόλλησε δίπλα μου. Άνοιξαν οι πόρτες του σχεδόν αυτόματα, με άρπαξαν οι δυό τύποι, ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα μες την κλούβα. Ο χοντρός, σαν τον Βενιζέλο, δεν κουνήθηκε απ’ το τιμόνι, σανίδωσε το γκάζι κι έφυγε. Δηλαδή φύγαμε όλοι μαζί.

Πρόλαβα και είδα τους απαγωγείς μου, δεν φορούσαν μάσκες. Ο ένας ήταν λεπτός, ψηλός με μια ηλίθια φάτσα, φορούσε γυαλιά, σαν τον Σαμαρά. Ο άλλος μετρίου αναστήματος, ασπρομάλλης και κατσαρομάλλης, με μουστάκι, θύμιζε μαϊμού το πρόσωπό του, κάτι σαν τον Κουβέλη. Αυτός μου έδεσε τα χέρια πίσω, με ένα σκοινί νάιλον, σαν αυτό που έχει η μάνα μου στον κήπο κι απλώνει την μπουγάδα. Ο άλλος ο ψηλός μου φόρεσε μια κουκούλα.

Μίλαγαν μια γλώσσα συνθηματική μεταξύ τους, ακαταλαβίστικη σε μένα. Είναι τα τελευταία επώδυνα μέτρα. Έλεγε ο ένας. Με επιφύλαξη, έλεγε ο άλλος. Με πέταξαν σαν σακί στη γωνία της καρότσας και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Μυστήρια, εμπιστευτικά, σαν Μασόνοι σε Στοά.
Κατάλαβα όταν μπήκαμε στο χωματόδρομο, από τα σκαμπανεβάσματα της κλούβας. Μύριζε σάπιο κρέας και άρωμα από λεμόνι. Υπέθεσα ότι είχαμε μπει στο λεμονοδάσος του Κερατόκαμπου. Μισή ώρα έξω απ’ τη πόλη.
Το αίμα μου είχε ανεβεί στο κεφάλι, κουλουριάστηκα. Φώναζα, δεν μ’ άκουγαν.Το στόμα μου κόλλησε. Νερό φώναζα. Λιποθύμησα, δεν θυμάμαι. Αν λιποθύμησα, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου. Αλλά και πρώτη φορά με απήγαγαν τόσο βίαια.
Βρέθηκα μετά από ώρα-ες σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, μόνο σκοτάδι. Ούτε παράθυρο, ούτε έπιπλα, το πάτωμα ήταν σανιδένιο. Ήμουν ολόγυμνος.
Χωρίς σώβρακο, χωρίς κινητό.

Κυρία μην ανησυχείτε, ο άντρας σας είναι καλά, μια χαμογελαστή αντρική φωνή. Όλα θα πάνε καλά!
- Ποιός είστε; Που είναι ο άντρας μου; Θα ήταν μετά τις τέσσερις το πρωί.
Η γυναίκα μου ήδη είχε δηλώσει την ανησυχία της στην αστυνομία, εκείνοι την καθησύχασαν και της είπαν απλά, θα περιμένουμε.

Ο τύπος με το μουστάκι άνοιξε την πόρτα, μπήκε λίγο φως μέσα στο θεοσκόταδο, σαν φάντασμα τον είδα, έβαλε το μαϊμουδίσιο κεφάλι του μες το δωμάτιο και είπε:
-Μην ανησυχείτε όλα θα πάνε καλά. Εγώ είμαι μαζί σας.
Έκλεισε απαλά την πόρτα και πάλι πίσσα.
Ο πληθυντικός μόνο μου έλειπε τώρα, είπα μέσα μου.

Εξαφανίστηκε χτες βράδυ ο γνωστός συμπολίτης μας Κωστής Ταξιδεύων . Όπως κάθε βράδυ συνήθιζε να περπατάει κάθε βράδυ στην οδό Ουτοπίας. Συνήθως γύριζε μετά από μια ώρα τάχιστου βαδίσματος. Βγήκε με το σορτσάκι του, τα αθλητικά παπούτσια του και το κινητό του, γύρω στις 11. Όταν γύρω στις 12 και 30 τον αναζήτησε η γυναίκα του, το κινητό του έδειχνε να μιλάει. Η οδός Oυτοπίας είναι ένας δρόμος που περπατάνε πολλοί συμπολίτες μας. Όποιος τον είδε να τηλεφωνήσει στο σταθμό μας. Κάθε πληροφορία θα είναι χρήσιμη. Εικάζεται ότι είναι θύμα απαγωγής. Η γυναίκα του και η αστυνομία δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για την ώρα Παρακολουθούμε την εξέλιξη και θα σας ενημερώσουμε μόλις κι εμείς μάθουμε κάτι.

Μετά τις 1 τη νύχτα το κινητό του χτυπούσε, αλλά δεν απαντούσε.

Ο Κωστής Ταξιδεύων τα έβλεπε όλα σκούρα μπλε, μες το σκοτάδι. Όπως όταν έλουζε τα μαλλιά του, με τα μάτια κλειστά. Ένας μεγάλος φωτεινός μπλε κύκλος. Τώρα ολόγυμνος έκανε βόλτες μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Θέλησε να κατουρήσει. Κατούρησε στο πάτωμα. Σκέφθηκε ότι απόψε έχει πανσέληνο και δεν θα μπορέσει να δει την καμάρα του, όταν κάθε πανσέληνο του άρεσε να κατουράει στην εξοχή. Ακόμα και τα ούρα χρυσίζουν στο φως της πανσέληνου.

Μια φτιασιδωμένη γριά άνοιξε την πόρτα. Ίδια η Μέρκελ. Κρατούσε ένα δίσκο. Τον άφησε στο πάτωμα και έφυγε αφήνοντας πίσω χαοτικό σκοτάδι. Είχε πάνω μόνο ένα αγγούρι. Με ξύδι. Πεινούσα. Το έφαγα.
Μετά από λίγο ανοίγει την πόρτα, ένας τύπος με ιατρική ποδιά και χοντρά γυαλιά μυωπίας, κάτι σαν τον Μάνο, κρατούσε μια σύριγγα.
Από μικρός φοβάμαι τις ενέσεις,. Κάθε φορά που πάταγα ένα καρφί, ένεση. Αντιτετανικός ορός. Την άλλη φορά που έπεσε ο τυροτενεκές στο κεφάλι μου, τον στέγνωνε η γιαγιά στα τσίγκια, εγώ δεν έφταιγα, ένεση. Την φορά που έκανα τραμπάλα πάνω σ’ ένα κλωνάρι καρυδιάς και έπεσα πάνω στο αγκαθωτό σύρμα του φράχτη αποκάτω, ένεση. Εκείνη τη φορά θυμάμαι ότι δεν ήξερα καθόλου σωματογεωγραφία κι έλεγα ότι βγήκε το έντερο έξω στο μπράτσο. Ένεση αυτοί. Ποιοι αυτοί, οι μπαμπάς δηλαδή. Ούτε 7 χρονών δεν θα ήμουνα. Μετά δεν ξαναέκανα ένεση. Και τώρα ο τρελογιατρός, ένεση λέει.
Κάθε φορά με κυνηγούσε ο πατέρας μου για αυτή την ένεση στις πλαγιές του χωριού, τώρα ένας χοντρός με ιατρική ποδιά μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Κι εγώ ολόγυμνος, τον πούστη. Φώναξε ακόμα έναν φουσκωτό και με εγκλώβισε όσο και αν κλώτσαγα. Μετά από σαράντα χρόνια με τρύπησε η βελόνα. Ένα υγρό σαν δηλητήριο σκορπιού ένοιωσα να κυλάει μέσα στο σώμα μου. Στο χέρι που έχουμε όλοι εμείς μια σφραγίδα, πάλι από ένεση. Αλλά με ξυραφάκι, όχι με βελόνα. Έσκιζαν το δέρμα και έριχναν το φάρμακο μέσα στη χαρακιά. Πάλι με κυνηγούσε γύρω απ’το σχολείο ο θείος καθηγητής τότε. Άκουγα ένεση και το ’βαζα στα πόδια. Και τώρα έγκλειστος, Που να τρέξεις μέσα σ’ ένα μαύρο δωμάτιο 3 επί 4;
Έφυγαν, τράβηξαν την πόρτα κι έφυγαν. Αμίλητοι. Από μέσα δεν υπήρχε χερούλι. Το Θεό τους μέσα . Τι άνθρωποι είναι αυτοί;
 Η πόρτα ξανάνοιξε αρκετές ώρες αργότερα, άρχισα να χάνω το χρόνο. Μια ψηλή κολόγρια, αγέλαστη, κάτι σαν την Κριστίν Λαγκάρντ, έφερε άλλο δίσκο. Τον άφησε στο πάτωμα κι έφυγε. Είχε πάνω μόνο μια ντομάτα. Πεινούσα. Την έφαγα όπως τρως ένα μήλο.
 Παράξενα άρχισα να ηρεμώ και να προσαρμόζομαι. Είχα σκεφθεί χιλιάδες πράγματα. Δεν σκεφτόμουν πια τίποτα. Με πήρε ο ύπνος. Γυμνός στα σανίδια.

Θυμάμαι μόνο την τελευταία σκέψη μου, ότι έξω είχε πανσέληνο κι εγώ κατουρούσα -σχηματίζοντας καμάρα-στο γκαζόν του κήπου, δίπλα να μοσχοβολάνε οι μαντζουράνες, οι ντάλιες, ο βασιλικός, οι τριανταφυλλιές, η αχλαδιά γεμάτη αχλάδια, η συκιά, να λαμπυρίζουν τα ρόδα, η κυδωνιά με αγένωτα ακόμα τα κυδώνια, ένα ταψί φουντούκια απ’ τη φουντουκιά. Το φεγγάρι μπλε τα φώτιζε όλα, όλα έμοιαζαν σαν θάλασσα με γαληνεμένο κύμα κι εγώ να κατουράω σαν τον πιτσιρικά της πλατείας που χρόνια ολόκληρα ολόγυμνος πετάει νερό απ’ το στόμα και κατουράει διαρκώς. Νερό φώναξα. Μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, ερμητικά κλειστό.

Η εξαφάνιση μου πήρε διαστάσεις απαγωγής. Μετά τη μαρτυρία της γυναίκας μου, ότι δέχεται κάθε επτά ώρες τηλέφωνο από ανώνυμη κλήση.
Καλησπέρα σας, Μην ανησυχείτε ο άντρας σας είναι καλά. Η ίδια εκνευριστική φωνή.
-Τι θέλετε, που είναι, ποιοι είστε;
-Τίποτα κυρία μου, ο άντρας σας σύντομα θα είναι κοντά σας.
-Πόσο σύντομα, τι εννοείτε;

Ο Κωστής Ταξιδεύων σπούδασε Ωκεανολόγος στην Αγγλία παρασυρμένος από τις καταβυθίσεις του Κουστώ. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στην Ελλάδα και επειδή εδώ δεν έχουμε ωκεανούς- έχουμε μόνο πελάγη, βρήκε δουλειά στην Ελληνική Ορνοθογική Εταιρεία. Τα τελευταία χρόνια μελετούσε δύο ζευγάρια από Γύπες, κοντά στα Μετέωρα και στον Κόζιακα. Έπαιρνε καλά λεφτά από ένα πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και στους τέσσερις Γύπες έβαλε πομπούς και παρατηρούσε κάθε κίνησή τους. Το χειμώνα οι Γύπες ταξίδευαν στην Αφρική. Ταξίδευε συχνά κι αυτός εκεί, αν και μέσω δορυφόρου ήξερε ανά πάσα στιγμή που είναι και τι κάνουν. Τον τελευταίο καιρό ήταν στενοχωρημένος από τον θάνατο του ενός αρσενικού. Οι κυνηγοί, αυτοί οι μαλάκες ρίχνουν φόλες να σκοτώνουν τα αδέσποτα κυνηγόσκυλα να μην τρώνε αυτά τους λαγούς και τη φόλα την έφαγε ο Γύπας. Παρ’ όλο που διέκρινε την κίνηση αυτή από την οθόνη του υπολογιστή του, δεν πρόλαβε λόγω απόστασης εκείνη τη μέρα το μοιραίο. Έλειπε στην Αθήνα.

Δυό Ιατροφορεμένοι άνοιξαν την πόρτα του σκοτεινού δωματίου. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν από το ξαφνικό άπλετο φως. Θα ήταν πρωί προς μεσημέρι. Τόση λάμψη.
Ήμουν παράξενα ήρεμος και νηφάλιος.
Με έβαλαν πάνω σ’ ένα νοσοκομειακό καροτσάκι, με σκέπασαν μ’ ένα πορτοκαλί σεντόνι και με οδήγησαν μέσα από ένα μακρύ διάδρομο, γεμάτο ασημί πόρτες ως το βάθος. Έστριψαν δεξιά, άλλος φαρδύς διάδρομος με πρασινοκίτρινες πόρτες, η κάθε μία τον αριθμό της. Απέναντι δυό πόρτες άνοιξαν διάπλατα και βρέθηκα στο διάστημα των μηχανημάτων. Κάτι σαν πυρηνικό εργαστήριο. Καρδιογραφήματα παντού. Οι δυό συνοδοί με σήκωσαν και με τοποθέτησαν πάνω στο κρεβάτι του Προκρούστη.
-Θα σε φέρουμε στα μέτρα μας. Είπαν μόνο.
-Δηλαδή; Το μόνο που είπα.
-Θα σε κάνουμε έναν φυσιολογικό άνθρωπο. Ευτυχισμένο.
Μου έδωσαν να πιω ένα ποτήρι νερό. Μύριζε ιώδιο.
Από εκεί και μετά δεν θυμάμαι τίποτα.

Είχαν περάσει εννέα μέρες, η ανώνυμη φωνή συνέχιζε να τηλεφωνεί κάθε επτά ώρες και να λέει το μονότονο: Κυρία μην ανησυχείτε, ο άντρας σας είναι καλά, σύντομα θα είναι κοντά σας. Τίποτα άλλο. Η φωνή ήταν αλλοιωμένη και κανένα μηχάνημα δεν μπορούσε να εντοπίσει την περιοχή. Το θέμα της απαγωγής μου είχε πάρει διαστάσεις. Γινόταν καθημερινή αναφορά πια και από τα κεντρικά δελτία των Αθηνών. Ήταν ολοφάνερο πια ότι είχα απαχθεί. Η γυναίκα μου αν και τη συμβούλευσαν να κρατήσει τη σιωπή της, μίλησε.

Υπήρχε μία και μοναδική μάρτυς. Εκείνη που μιλούσα μαζί της την ώρα της απαγωγής. Είχα προλάβει να κρύψω το κινητό στην εσωτερική τσέπη αστραπιαία.
Άκουσε τις αντιδράσεις μου, τις δικές τους κουβέντες. ''Τα τελευταία επώδυνα μέτρα'' και όσα δεν άκουσα εγώ, το κεφάλι μου είχε γεμίσει αίμα εκείνη την ώρα. Ως τις 1 που φθάσαμε στο καταφύγιο των απαγωγέων και μου τα πήραν όλα. Και τα σώβρακα.

Το φεγγάρι ξεχάσθηκε μισό, λευκό, στον αχνό μπλε καθαρό ουρανό του Σεπτέμβρη. Ο ήλιος απ’ την ανατολή και κείνη τη μέρα, αιώνες η ίδια διαδρομή, έλουζε τους δρουσουλίτες της νύχτας.

Στην πρωινή εκπομπή ''η άλλη κόψη'', του Λευτέρη Μύτουλα, η συζήτηση άναψε. Το θέμα ήταν η απαγωγή και η επινόηση της πραγματικότητας.
 Στη τηλεφωνική γραμμή έχουμε την κυρία Εβανς Μπλουμ Ελληνοαμερικανίδα , παλιά φωτογράφο του National Geograpfic. Είναι η κυρία που το βράδυ απαγωγής μιλούσε με τον Ταξιδεύοντα στο κινητό. Την ακούμε:
''Καλημέρα , good morning! Εκείνο το βράδυ της πανσέληνου, από ένα λάθος τηλεφώνημα βρέθηκα να μιλάω με τον Κωστή Ταξιδεύοντα. Τα τελευταία χρόνια η όρασή μου είναι μειωμένη, αν είδαν τα μάτια μου ομορφιά κι ασχήμια, ένα νούμερο πήρα λάθος, το τελευταίο, αντί για 6, 9. Απάντησε μια ευγενική φωνή με τη λέξη, Αγάπη μου.
Περίμενα να ακούσω τη φωνή του σοφέρ μου. Θα πήγαινα στο Αστεροσκοπείο Αθηνών, τελευταία παρακολουθώ τη νύχτα ένα αστέρι.. Τον Ξενοφώντα μου.
-Who is;
-Ο Κωστής Ταξιδεύων
-Συγνώμη, λάθος πήρα;
-Σωστά πήρατε
-Τι κάνεις;
-Περπατώ στα σύννεφα.
-Με τέτοιο Ουρανό απόψε; Που πατάς;
-Κρατιέμαι από ένα αστέρι;
Κάπως έτσι ξεκίνησε η συνομιλία μας. Μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Μιλούσαμε πάνω από μισή ώρα και κατάλαβα αρκετά για αυτόν τον άνθρωπο.
Όταν ξαφνικά άκουσα εκείνο το διαπεραστικό μπιμπ στο τηλέφωνο, σαν να με κατάπιε και μένα μαζί του μία χοάνη ωκεάνιου κύματος. Άκουγα απ’ την ανοιχτή γραμμή πράγματα που δεν μπορώ να σας τα μεταφέρω εδώ, θα τα δείτε όμως δημοσιευμένα στο τεύχος του National Geografic του Δεκεμβρίου. Έχω ενημερώσει τη γυναίκα του. Σας λέω μόνο ότι ο Κωστής Ταξιδεύων θα είναι ελεύθερος ξανά σε 21 μέρες από την απαγωγή του. Δεν θα είναι όμως ο ίδιος άνθρωπος. Εξωτερικά ολόιδιος, εσωτερικά εννοώ. Στην πολύχρονη περιπλάνηση μου ανά τον κόσμο δεν είναι η πρώτη φορά που συναντώ ανάλογη περίπτωση. Παρατηρώ τι λένε στις ειδήσεις και πως τηρούνται οι κόκκινες γραμμές. Αυτά συμβαίνουν σε χώρες σαν τη δική μας, λέω δική μας γιατί νοιώθω μισή Ελληνίδα, όταν βρίσκονται σε στάδιο πειραματόζωου''.
Ο Μύτουλας δημοσιογράφος προσπαθούσε να διακόψει συνεχώς με ερωτήσεις. Η κυρία Μπλουμ του είπε ότι είναι κι αυτή κατά κάποιο τρόπο δημοσιογράφος, ερευνήτρια και φωτογράφος και πρέπει να σεβασθεί το επόμενο θέμα της, μια έρευνα ζωής.
Η κυρία Μπλουμ χαιρέτησε ευγενικά και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ουσιαστικά φούντωσε τα αναπάντητα ερωτήματα και δεν είπε τίποτα.

Περιπλανιόμουν νιρβάνα μέσα σ’ ένα κτίριο που θύμιζε εντατική νοσοκομείου. Δεν είχα πια εκείνο το βάρος στο στήθος μου. Δεν με ένοιαζαν τα προβλήματα, ούτε τα δικά μου, ούτε του κόσμου. Συνομιλούσα με έναν τύπο σε αναπηρικό καροτσάκι, κάτι σαν τον Σόιμπλε λες και δεν συνέβαινε τίποτα, λες και έξω οι άνθρωποι δεν αργοπέθαιναν κάτω από τη δικτατορία των τρο ι κανών. Δεν μ’ ένοιαζε πια τίποτα.
Μια ξανθιά με πράσινα μάτια και πλούσιες καμπύλες στο τηλεφωνικό κέντρο, σαν κατσαρίδα την έβλεπα.
Την τελευταία μέρα μου είπαν, ότι πλήρωσαν όλα τα χρέη μου στην τράπεζα, ότι πια είμαστε φίλοι, ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τα ζιζάνια ανάμεσα στα λουλούδια, ότι όσο οι άνθρωποι είναι έφηβοι δικαιολογείται να αμφισβητούν, μετά δεν δικαιολογείται, και άλλα τέτοια.

Το πρωί της 21ης Σεπτεμβρίου ήταν το τελευταίο τηλεφώνημα στη γυναίκα μου. Η σπαστική φωνή είπε:
"Ο άντρας σας είναι ελεύθερος. Θα πάτε να τον παραλάβετε στην παραλία του Αρμενιστή. Στο μόλο Χανιώτη".

Στις 21 Δεκέμβρη διάβασα την έρευνα της κυρίας Μπλούμ στο National Geografic.
Ήξερα πια, ότι στο αίμα μου είχα τον ηλεκτρονικό ιό με την ονομασία ''Καμένος''. Όπως οι περισσότεροι.


Ταξιδευτής
5 Σεπτεμβρίου 2012



14 Αυγ 2012

Παναγιά μου



Όταν ανασηκώθηκε να λύσει το πάνω μαγιό την πρόσεξα. Είχα απορροφηθεί στο βιβλίο μου.
Τέντωσε το μακρύ της χέρι στην πλάτη και είδα τα δάχτυλά της, πιο μεγάλα και απ’ το χέρι της. Από τότε δεν ξεκόλλησα από πάνω της.
Όλες οι σκέψεις μου πήγαν περίπατο, πάνω στο καμπυλωτό γεφύρι του κορμιού της.
Γύρισε πάλι μπρούμυτα, ακουμπώντας στους αγκώνες. Παναγιά μου, μου ξέφυγε.
Τα στήθη της σφιχτά, χυτά, αλαβάστρινα, μελαψά, αγένοτα αχλάδια με δυό ρώγες μαύρα σταφύλια, σε κοινή θέα. Και αυτή θεά.
Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου και διάβαζε ένα βιβλίο του Μααλούφ, η απορρύθμιση του κόσμου, είδα ανθρώπους που περπατούσαν στην έρημο στο εξώφυλλο, τον τίτλο δεν τον διέκρινα καλά. Εκείνο που διέκρινα ήταν, όλοι οι λόφοι από ένα ηλιομαυρισμένο θηλυκό, που φυτεύτηκε μπρος στα μάτια μου.
Ήμουν κάτω από μια μικρή σκηνούλα. Ο ήλιος πύρωνε την άμμο και τις άσπρες πετρούλες της παραλίες. Η σκηνούλα μου είχε σκιά δέντρου, σαν πεύκο στην αμμουδιά. Ξαφνικά γέμισε από λάβα ηφαιστείου που έκαψε την Κριτική του καθαρού λόγου, του Εμάνουελ Κάντ, ενός Γερμανού φιλόσοφου που διάβαζα.
Ανάμεσα στις σκέψεις του Καντ μπλέχτηκαν τα μακριά της πόδια, τα ανασήκωνε και έπαιζε με τα ακροδάχτυλα, όπως χτυπάμε με τα χέρια παλαμάκια, αλλά αυτά τα παλαμάκια χτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά μου, που άρχισε να τραντάζεται.
Φορούσα τα γυαλιά που διαβάζω, τα έβγαλα και φόρεσα τα γυαλιά ηλίου. Τεντώθηκα, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Κι όμως συνέβαιναν όλα.
Θυμήθηκα έναν φίλο που μου έλεγε κάποτε όταν πρωτοαντίκρισε τα στήθια της ερωμένης του, νόμισε ότι ήταν τα Άγια στήθια της Παναγίας.
Οι ρώγες της, στιγμές ακουμπούσαν πάνω στις σελίδες του βιβλίου λες και έκλεβαν όλα τα φωνήεντα των λέξεων. Α, Ε, Η, Ι, Ο, Υ, Ω. Τα έβλεπα που ξανάπεφταν σαν σταγόνες αλμύρας πάνω στο βιβλίο ξανά. Τα χείλη της ανοιγόκλειναν ανεπαίσθητα, χείλη κόκκινα σαν κεράσια, μεγάλα χείλη σαν φλόγες φωτιάς.
Δεκαπενταύγουστος. Στην εκκλησία του χωριού η Παναγία γιορτάζει. Μπαίνοντας μέσα παιδί ακόμα γέμιζα φόβο μη πάω στην κόλαση. Πάνω στην ίδια εικόνα ο παράδεισος και η κόλαση. Δεντράκια και πεταλούδες απ’ τη μια, φλόγες που πυρακτώνουν τα σώματα απ’ τη άλλη. Ήδη ήμουν στην κόλαση. Όσο κι αν πάλεψα μέχρι τα δώδεκα δεκατρία να είμαι εγκρατής, τα όρια μετά χάθηκαν. Έμεινε ο παιδικός φόβος. Τα βιβλία των Αγίων μαρτύρων που αναγκαστικά διαβάζαμε στο χριστιανικό κέντρο νεότητας παιδιά, πήγαν και αυτά περίπατο στις θεωρίες του Βίλχεμ Ράιχ και του Φρόιντ αργότερα. Που να ήξεραν ότι εμείς πηγαίναμε να παίξουμε μπάσκετ και πίγκ πογκ με τη ζωή. Αυτοί μας μάθαιναν τα Χριστιανόπουλα πάνε με χαρά κι εμείς πηγαίναμε πουλάκια που γινόταν σε λίγο άντρες και τέλειωναν τα παραμύθια.
Φορούσε ένα ψάθινο καπέλο. Μια αρχοντιά την είχε πάνω της. Ακόλαστη και αθώα, άγγελος και πόρνη ταυτόχρονα. Άναψε τσιγάρο. Άναψα κι εγώ.
Το κορμί της, όπως ακούμπαγε στους αγκώνες της, έκανε τέτοια πλαγιά -κοιλάδα με τα βουναλάκια των οπίσθιων λείων ολοστρόγγυλων υψωμάτων, που νόμιζες ότι ήταν ένα ατέλειωτο ταξίδι να το κάνεις με το αργό βήμα των ματιών. Το μικροσκοπικό μπικίνι απορροφούσε όλους τους κραδασμούς στο σημείο που άρχισε η διαδρομή του φαραγγιού. Θυμήθηκα το φαράγγι της Σαμαριάς, ατέλειωτο μια ολόκληρη μέρα να το διαβείς. Και να πέσεις μετά στη θάλασσα να πλυθείς απ’ τον ιδρώτα της περιπέτειας και των αισθήσεων. Τα πόδια της οδηγούσαν στο δρόμο του φεγγαριού, μακάρι έλεγα να μας βρει η νύχτα εδώ. Ήταν ακόμα η τρέλα του μεσημεριού. Και του καλοκαιριού.
Μακάρι να μην έρθει ο Σεπτέμβρης, θα πέσουμε πάλι πάνω στην εποχή του σαράντα με πενήντα. Γερμανοί, εμφύλιος, φυλακές, εξορίες. Καμένα σπίτια απομεινάρια εκείνης της εποχής ξαναζωντανεύουν σαν εφιάλτες μισό αιώνα και μετά.
Όταν έβγαλε τα μαύρα γυαλιά της δυό φωτεινές πράσινες λακουβίτσες έγιναν πάνω στη ξανθή άμμο. Κοίταγα στα ίσια πάνω της. Με κοίταξε κι αυτή. Ήταν η δεύτερη φορά μετά από τόσα χρόνια που είπα Παναγιά μου. Τα μάτια της ενώθηκαν με τα δικά μου. Σχεδόν τυφλώθηκα. Νόμισα ότι έπεσαν τα μαύρα μακριά της μαλλιά πάνω μου, πήγα να διώξω με το χέρι μου και διαπίστωσα ότι είχα κουρευτεί σχεδόν γουλί την προηγούμενη εβδομάδα.
Έκανε αυτή την κίνηση, Τα πήρε με τα μακριά της δάχτυλα, τα χτένισε και τα έριξε πίσω της. Η πλαγιά του κορμιού της γέμισε μαύρα μαλλιά. Εγώ ξαναείδα το φως μου.
Συνήθως την ημέρα της Παναγίας ο κόσμος γιορτάζει την μάνα του, την αδελφή του, την κόρη του, την φίλη του, την γυναίκα του. Κι εγώ Γιόρταζα. Μια άγνωστη Θεά.
Χρόνια πολλά, φώναξα δυνατά , μέσα απ΄ τη σκηνούλα μου.
- Δεν γιορτάζω, μου είπε . Ελένη με λένε. Εσένα;
- Έχεις το όνομα της μάνας μου, είπα. Με λένε Χάρη. Γιορτάζω της Μεγαλόχαρης.
Μείναμε και κοιταζόμασταν, ο ήλιος ρόδιζε τη θάλασσα, μια σταγόνα έρωτα έπεσε πάνω στη σελίδα της. Άλλη μια κυλούσε στο λαιμό μου, είχε ξεκινήσει από ώρα κάτω απ’ τα μάτια μου.
Γυναίκα ακόλαστη και αθώα, άγγελος και πόρνη, η θάλασσα έμοιαζε με το χρώμα λάβας ηφαιστείου. Κι εγώ ο κολασμένος, την μέρα της Παναγίας.
Απέναντι τα απολιθώματα των βράχων, ένας κόσμος μιας άλλης εποχής. Είχε περάσει ένας αιώνας.
Ένας ολόκληρος αιώνας πέρασε, ώσπου είπε πάμε να κολυμπήσουμε.
Κολυμπούσαμε στα βαθιά, με απλωτές κινήσεις, βρέθηκα από κάτω της μια στιγμή, τα νύχια των ποδιών της ήταν βαμμένα κόκκινα, ίδια με τα χείλη της. Το άπειρο τ’ ουρανού δεν χώραγε ξαφνικά κανένα ηθικό νόμο μέσα μου. Καταμεσής της θάλασσας ήπια το πιο βαθύ φιλί του δειλινού. Η Ελένη μεγέθυνε δυό φορές ακόμα το σύμπαν μου. Στη μια ακούμπησα τη θλίψη μου και στην άλλη την επικούρεια ηδονή μου.
Η παραλία είχε αδειάσει, ο ουρανός γέμισε αστέρια, ερχόμαστε από μια σκοτεινή τρύπα και καταλήγουμε σε μια άλλη. Το ενδιάμεσα φως το λέμε ζωή, ανάκατες σκέψεις ερχόταν στο νου μου από παλιά διαβάσματα. Η κριτική του καθαρού λόγου έσβησε.
Μες τη μικρή σκηνούλα μου γίναμε ένα κουβάρι. Ένα κουβάρι από φως.
Στα σκοτάδια των καιρών κάποιο κερί άναψε μέσα μας. Είχα να κοιμηθώ σε σκηνή απ’ τον καιρό των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, μου είπε το πρωί η Ελένη.
Είχα να νοιώσω άντρας απ’ τον καιρό των τσιγγάνων, της είπα. Όταν γύριζα με τα Ό νειρά μου ολόκληρο τον κόσμο.
Όταν άνοιξα το πρωί τη σκηνή, κρέμονταν πάνω στο γερασμένο δέντρο ρώγες από μαύρα σταφύλια. Κάποιος δρομέας έτρεχε κατά μήκος της παραλίας, αφήνοντας τα βήματα του στη βρεγμένη άμμο. Ένας ψαράς ετοίμαζε τα δίχτυα του. Ένα πλοίο ταξίδευε πέρα μακριά . Δυό γλάροι πετούσαν πλάι πλάι απ’ την μια άκρη στην άλλη.
Ο ένας φτερούγισε από μέσα μου.

Ταξιδευτής
14 Αυγούστου 2012

16 Ιουλ 2012

Ήταν η πιο κρύα μέρα του χειμώνα

Ξημέρωνε Χριστούγεννα. Το χιόνι έπεφτε πυκνό όλη νύχτα, τα κρύσταλλα κρέμονταν σταλαγμίτες απ’ τα κεραμίδια. Σηκώθηκα πρωί και άναψα το τζάκι. Τυλίχτηκα με μια κουβέρτα και είπα ''ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς''. Μια εφηβική ιστορία της Μαρούλας Κλιάφα που ξαναθυμήθηκα σήμερα, την πιο καυτή μέρα του καλοκαιριού.Σήμερα που πήρα την απόφαση να εξομολογηθώ την δικιά μου ιστορία. Παράλληλες ιστορίες.
Ποτέ δεν γνώρισε από κοντά η μία φίλη την άλλη, παρά μέσα απ΄ την αλληλογραφία. Η έφηβη της Αθήνας τα είχε όλα, άνετο σπίτι με πιάνο και βιβλιοθήκη, με πολλούς φίλους και πολλά πάρτυ, εκδρομές τα σαββατοκύριακα και κολλητά τρυπημένα τζην. Η έφηβη της επαρχίας δεν είχε τίποτα. Ο μπαμπάς της οικοδόμος, πότε είχε δουλειά πότε δεν είχε, το σπίτι φτωχικό και το σχολείο και οι φίλες της αγνά χαμόγελα. Η μία ζήλευε τη ζωή της άλλης. Το έβλεπες τώρα καθαρά όσο προχωρούσε η ιστορία, η αλληλογραφία.

Σήμερα αποφάσισα να πω την αλήθεια. Η αποκάλυψη στα μυθιστορήματα συνήθως γίνεται στο τέλος. Σπάνια ο δολοφόνος φανερώνεται απ’ την αρχή στα αστυνομικά, η μαστοριά του συγγραφέα χρειάζεται να πολλαπλασιασθεί τότε, ώστε να κτίσει τον σκελετό και την πλοκή.
Είμαι στο φεις από τότε που καθηλώθηκα σ’ αυτό το αναπηρικό καροτσάκι. Τρία σχεδόν χρόνια από κεινη την εφιαλτική νύχτα. Γυρίζαμε μεθυσμένοι αργά τη νύχτα με τη γυναίκα μου, άνοιξα πρώτος την πόρτα του ασανσέρ και βρέθηκα στο κενό. Στο δεύτερο υπόγειο, δεν θυμάμαι τίποτα, παρά μόνο απ’ τις αφηγήσεις της γυναίκας μου ξέρω πλέον, γιατί δεν έχω το ένα πόδι και το ένα χέρι. Πολύ λίγα πράγματα θυμάμαι απ΄ την προηγούμενη ζωή μου. Η γυναίκα μου με εγκατέλειψε ένα χρόνο μετά. Για ένα πολύ νεώτερο μου. Αρτιμελή σωματικά και ψυχικά. Είχαμε είκοσι χρόνια διαφορά. Παιδιά δεν είχαμε. Τώρα κοντά στα εβδομήντα δεν έχω άλλη επαφή με τον κόσμο, παρά με την κυρία Κούλα που με φροντίζει και το φεις, να επικοινωνώ ισοδύναμα με τους φίλους, που πάντα ήταν η μεγαλύτερη αξία στη ζωή μου. Οικονομικό πρόβλημα δεν είχα ποτέ, ούτε και τώρα. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος αρωματικών φυτών για την φαρμακοβιομηχανία, η μάνα μου, κυρία της υψηλής κοινωνίας που δεν δούλεψε ποτέ, σαν δικηγόρος που σπούδασε. Τα έσοδά μου από τα ακίνητα και τώρα ξεπερνάν τα 500.000 ευρώ το χρόνο. Κοντεύουν όσο της Λεγκέν.
Καμιά φορά κάθομαι και σκέφτομαι γιατί όλο αυτό το παραμύθι με τους διαδικτυακούς φίλους και απ΄ την αρχή δεν φανερώθηκα. Ίσως γιατί θα με εγκατέλειπαν κι αυτοί, όπως οι πραγματικοί μετά το ατύχημα, όπως και η γυναίκα μου. Ο κόσμος βαριέται να διαβάζει θλιβερές ιστορίες, γράφει η φίλη μου συγγραφέας, σε κάποιο άλλο βιβλίο της για τους τσιγγάνους. Πόσοι από μας έχουν φίλους τσιγγάνους;
Όπως είμαι καθηλωμένος είχα το χρόνο να σκεφθώ. Αυτόν που δεν είχα πριν σε μια ζωή γεμάτη δράση και άνεση.
Γύρισα όλον τον κόσμο, αλλά πολύ λίγα πράγματα θυμάμαι πια. Μια μορφή αμνησίας ήρθε πακέτο με το ατύχημα. Τα ταξίδια πάντα τα λάτρευα και είχα την οικονομική δυνατότητα να τα κάνω. Ο μπαμπάς φρόντιζε πάντα το βιβλιάριο να είναι φουσκωμένο. Δεν θυμάμαι όμως πολλά, ούτε τα ταξίδια μου, ούτε τις ταινίες που είδα, ούτε τα βιβλία που διάβασα, ούτε τις πολλές γυναίκες που γνώρισα. Μια άνεση με τις γυναίκες την είχα πάντα, δεν έμαθα ποτέ αν ήταν λόγω πορτοφολιού και ακριβών αυτοκινήτων ή έστω και μία με είδε γυμνό στην έρημο και μ’ ερωτεύτηκε. Τη λέξη Αγάπη μου, την άκουσα όσες φορές και τη λέξη καλημέρα. Σαν πεθαμένη καλημέρα τη θυμάμαι, σε άλλες εποχές.
Το ότι σήμερα με τους 42 βαθμούς υπό σκιάν, θέλησα να ομολογήσω την αλήθεια στους λιγοστούς δικτυακούς φίλους εδώ, είναι αυτή η σκέψη που απ’ το πρωί με βασανίζει. Γυμνοί στην έρημο της ζωής μας, να κοιταχτούμε στα μάτια. Χωρίς το εξωτερικό περίβλημα, χωρίς ετεροκαθορισμούς.
Είναι ακόμα η ομορφιά της ζωής μέσα από τα μάτια ενός τυφλού, που διάβασα πριν λίγο στον τοίχο μιας φίλης.
Αυτή η εξομολόγηση της αλήθειας θα έχει συνέπειες, το ξέρω, αλλά δεν με νοιάζει πια.
Δεν το κρύβω ότι θα ήθελα να είμαι η έφηβη της επαρχίας, παρά η έφηβη της Αθήνας που τα είχε όλα, αλλά ήταν κι εκείνη σαν εμένα, πάνω σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι.
Είναι που τελικά η τέχνη είναι η προέκταση της πραγματικότητας, είναι που γράφουμε για ότι δεν μπορούμε να βιώσουμε στην πράξη.
Η κυρία Κούλα είναι ο μόνος ζωντανός άνθρωπος που επικοινωνώ, -εδώ και δύο χρόνια.
Χωρίς την κυρία Κούλα δεν θα ζούσα τώρα και χωρίς την κληρονομιά του μπαμπά, βεβαίως.

Ταξιδευτής
16 Ιολίου 2012

11 Ιουλ 2012

Καλοκαίρι 1976

Ήταν μόλις ένα μήνα μεγαλύτερη. H μπαλαρίνα, η ξαδέρφη μου. Έκανε μπαλέτο ολημερίς και διάβαζε ολονυχτίς. Το αγαπημένο της σπορ ήταν να τρομάζει εμένα. Τον εξάδελφό της. Ιστορίες με δράκους και φαντάσματα, ιστορίες που μεγέθυναν τον φόβο της ενηλικίωσης. Άλλες φορές ερχόταν κρυφά από πίσω και μου έκλεινε τα μάτια. Πόση φρεσκάδα και ιδρώτα μπαλαρίνας μύριζαν τα χέρια της. Ήταν αδύνατο να μην την αναγνωρίσω. Σ’ αυτή εξ’ άλλου όφειλα το υπερατλαντικό καλοκαίρι μου.
Είχε το όνομα της γιαγιάς, εγώ του παππού. Είχε το πάνω χέρι και τον σπινθήρα της πανέξυπνης, ευλύγιστης στο νου και στο σώμα, λίγο πιο ψηλή από μένα, στα δεκάξι μας. Έπαιρνε τη θάλασσα και την άδειαζε πάνω μου, έπαιρνε την παιδική μου αθωότητα και την πονήρευε. Είδες πως σε κοιτάει, η Μπέττυ; Μου είπε ότι είναι ερωτευμένη μαζί σου- ψέματα- θα της ξεκουμπώσω με τρόπο το κουμπάκι απ’ το πουκαμισάκι της, έλα να δεις το βυζάκι της. Της το ξεπλήρωνα με μπουγελώματα, δεν είχα την ευστροφία και την άνεση στα λόγια  Ήταν και η γλώσσα, καταλάβαινε τα ελληνικά μου, αλλά μου μιλούσε Αγγλικά.
Εκείνη τη μέρα το παράκανε με τις ιστορίες τρόμου, είχε μια καταπληκτική άνεση να κάνει τα φαντάσματα να κάθονται στην διπλανή καρέκλα, τους κλέφτες να έρχονται με μάσκες και πιστόλια στον ύπνο σου, τα σαγόνια του καρχαρία να σε καταβροχθίζουν στη κοιλιά του κήτους, ο King Kong να σε περιφέρει μες την παλάμη του πάνω απ’ τις συνοικίες της Νέας Υόρκης, ο Τζακ ο μαχαιροβγάλτης να ξεκληρίζει ολόκληρη τη γειτονιά, παράξενα έντομα να σου επιτίθενται στον κήπο, για ρουφήχτες στην χαμένη Ατλαντίδα, για κυνηγητά συμμοριών της μαφίας, για τα διπλανά σπίτια που δεν άφησαν ούτε ένα να μην το ληστέψουν, για δεμένα χέρια, στόματα, πόδια μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση, για κομμένα κεφάλια σε γωνιές της Βοστώνης, για εξωγήινους που προσγειώθηκαν μια νύχτα στην αυλή, για τα βιβλία του Στήβεν Κινκ, για την εναλλακτική λύση τρία και για επαφές τρίτου τύπου.
Η ξαδέλφη μου, είχε τον τρόπο, ήθελε να γίνει συγγραφέας ιστοριών τρόμου. Τελικά είναι η στρίγκλα που έγινε αρνάκι. Μια συνηθισμένη πλούσια αμερικανίδα. Έκοψα εδώ και χρόνια επαφή μαζί της. Ζει μες τη χλιδή, με τον εκατομμυριούχο σύζυγό της.
Αλλά την αγαπάω ακόμα, όπως και εκείνη εμένα. Αλλάζουμε μια κάρτα τα Χριστούγεννα και μία το Πάσχα.

Ήταν το πιο εφιαλτικό βράδυ στην ζωή μου.
Ο Θείος με τη θεία θα πήγαιναν σ’ ένα πάρτυ πάνω σε πλοίο. Η εξαδέλφη θα πήγαινε κι αυτή με τον Nick, τον φίλο της, σε κάποιο club.
Έμεινα σπίτι με τις δυό μικρότερες ξαδέλφες που έτρωγαν chips και έβλεπαν τηλεόραση. Και με τον Mex, το μικρό άσπρο κανίς να κουνάει την ουρά και να κάνει βόλτες πάνω στην τυρκουάζ μοκέτα του καθιστικού.
Εγώ είχα πάρει αγκαλιά το παράθυρο και περίμενα τους ληστές. Είχα μια προαίσθηση ότι όλα θα συμβούν απόψε. Φρόντισε η αγαπημένη εξαδέλφη γι’ αυτό. Όταν φάνηκαν οι ''ληστές'', μακριά ακούγονταν σειρήνες και περιπολικά. Τα σπίτια στην περιοχή απέχουν τουλάχιστον μισό μίλι, το ένα από το άλλο. Τότε κατάπιε την μοναδική μύγα που υπήρχε στο χώρο ο Mex, τη ίδια στιγμή άρχισαν και οι τσιρίδες της Joannas ότι θα πεθάνει τώρα ο Mex. Του άνοιγε το στόμα να την ψάξει. Η μύγα μάλλον είχε πάει στην κοιλιά του.
Μια μεγάλη μαύρη Plymoyth έκανε βόλτες μπροστά στη βίλλα, απέναντι η θάλασσα φαινόταν σκοτεινή. Την παρακολουθούσα από ώρα πριν σταματήσει. Οι ληστές ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν. Άμπωτης και παλίρροια η θάλασσα, τρικυμία στην καρδιά μου.
Η εξαδέλφη με είχε συμβουλέψει. Αν διαπιστώσεις κάτι ύποπτο το βράδυ, που θα είσαι μόνος σου με τις μικρές, θα ανέβεις στο δωμάτιο των γονιών μου και θα κλειδωθείτε στο μπάνιο, εκεί είστε σίγουρα ασφαλείς, η πόρτα είναι αλεξίσφαιρη και απαραβίαστη.
Αυτό έκανα. Πήρα αμέσως τηλέφωνο στον θείο. Με καθησύχασε. Είναι όμορφη η βραδιά και το τοπίο και έρχονται πολλοί τη νύχτα να τα απολαύσουν Αν συμβεί κάτι πάρε με τηλέφωνο, να πάρω την αστυνομία.
Η Joanna έκλαιγε, έχοντας στην αγκαλιά τον Mex, η Christine διάβαζε ατάραχη το παραμύθι της και ήθελε να κατέβει να δει τη συνέχεια στην τηλεόραση, εγώ είχα αλλάξει εκατό χρώματα και άκουγα παντού θορύβους. Οι ληστές ήταν μες το σπίτι τώρα. Πρόεδρος της Αμερικής ο φιστικάς Τζίμυ Κάρτερ.
Όταν κοντά στο πρωί γύρισαν ο θείος και η θεία, χτυπούσαν δυνατά την πόρτα του μπάνιου. Να ανοίξουμε. Είχαμε αποκοιμηθεί στο πάτωμα και οι τέσσερις.
Την άλλη μέρα η εξαδέλφη, μου μίλαγε για νότες στο πιάνο. Μου έμαθε τα βασικά . Ντο ρε μι φα σο λα σι. Το χολιγουντιανό σπίτι ήταν εκεί.
Ήταν ο φόβος της ενηλικίωσης και τα σαγόνια του καρχαρία, η δεύτερη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Εκείνο το καλοκαίρι οι Αμερικανοί έκαναν ουρές στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Τρεις μέρες νωρίτερα ήταν που το είχα δει, μαζί με την εξαδέλφη. Καλοκαίρι 1976.
Πολύ αργότερα ασχολήθηκα με τους καρχαρίες της ξηράς.

7 Ιουλ 2012

Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.

Ένας μεγάλος πλάτανος και μπροστά η θάλασσα. Πάνω στο τραπεζάκι σαρδέλες ψητές και ούζο.
Η Ζιζέλ νιαουρίζει μαζί με τη γάτα, που χαϊδεύει τα πόδια της. Όλο και λιγουρεύεται μια ολόκληρη σαρδέλα έτσι που με κοιτάει στα μάτια τώρα, με κείνο το ναζιάρικο ύφος, αλλά εγώ αμετανόητος της δίνω μόνο τα αγκάθια. Χτες η κοιλιά της ήταν όσο κι ο λογαριασμός. Την τάισα του σκασμού. Ποτέ μη καλομαθαίνεις μια γάτα. Όσο κι αν την αγαπάς.
Ήρθαμε στο νησί με τη Ζιζέλ εδώ και τρείς μέρες, λαθρεπιβάτες. Μια σκηνή, τα μαγιό μας και την οδοντόβουρτσα. Και ελάχιστα χρήματα. Για ούζο και σαρδέλες ψητές. Και η Ζιζέλ κι εγώ τρελαινόμαστε για σαρδέλες ψητές. Και η γάτα που μπήκε στα πόδια μας. Την νύχτα μας έπαιρνε μάτι την ώρα που κάναμε έρωτα στη σκηνή. Πρώτη φορά είδα γάτα να παίρνει μάτι ανθρώπους. Έχω δει πολλούς ανθρώπους να παίρνουν μάτι γάτες.
Συζητούσαμε για τα βιβλία που διαβάσαμε το χειμώνα. Λίγα, πολύ λίγα. Όλα ήταν λίγα φέτος. Ακόμα και οι διακοπές μας. Είναι αδικία να δουλεύεις έντεκα μήνες και ένα μήνα διακοπές. Το αντίθετο έπρεπε να συμβαίνει. Δεν είναι βέβαια η μοναδική αδικία που συμβαίνει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σκέψου και τον Αντώνη που διάβαζε απανωτά και φέτος με το μάτι του, δεν άγγιξε λέξη. Η Ζιζέλ διάβαζε ''ένα βιβλίο για πέταμα'' του Paul Desalmand απ’ τις εκδόσεις Πόλις. Μου διάβαζε τώρα το οπισθόφυλλο και σχεδόν φαινόταν η ρώγα της απ’ το μικροσκοπικό μαγιό της. Η Ζιζέλ είναι μια όμορφη γυναίκα, κοντά μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια, μεγάλο χαμόγελο, μεγάλη ψυχή, μεγάλη αγκαλιά ,διάβαζε και εγώ πρόσεχα τα φιλήδονα χείλη της. Άκου, το τελειώνω, να το διαβάσεις μετά. Θα το ρουφήξεις. Εγώ βέβαια άλλα ήθελα να ρουφήξω εκείνη τη στιγμή, αλλά την άφησα να διαβάζει κι έκανα πως την άκουγα:

‘Ένα βιβλίο σκύβει πάνω από το παρελθόν του• είκοσι χρόνια πολυτάραχου βίου, από το τυπογραφείο μέχρι το ταξίδι του στην Αφρική. Αγαπά, το αγαπούν, γνωρίζει αναγνώστες και αναγνώστριες, συζητά με άλλα βιβλία σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, αντικρίζει κατάματα τον θάνατο, θέτει ερωτήματα για τη χαοτική πορεία του κόσμου. Κι όλα αυτά, με παιγνιώδες ύφος που αγγίζει συχνά τα όρια του τραγικού.
Σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο μοιάζει με περιπετειώδες μυθιστόρημα γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές. Αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί:
- Σάτιρα του εκδοτικού χώρου - Στοχασμό για τη γραφή και την ανάγνωση - Κριτική ανάλυση των σχέσεων Δύσης-Τρίτου Κόσμου - Μεταφορά για τον θάνατο - Παιχνίδι πάνω στη μυθοπλασία - Παιχνίδι πάνω στη διακειμενικότητα (όλες οι παραπομπές και οι αναφορές, ομολογημένες ή όχι, βρίσκονται στην ιστοσελίδα http://www.quidamediteur.com/)’’

Σαχλαμαρίζουμε γενικώς, ότι κάνουμε στις διακοπές, ήταν μία το μεσημέρι και είχαμε πιει τρία μπουκαλάκια ούζο Μετέωρα. Κάθε λίγο κάναμε μια βουτιά στη θάλασσα, ο ήλιος έκαιγε, η άμμος έκαιγε, όλα έκαιγαν. Μόνο ο πλάτανος δρόσιζε και το αλμυρό θαλασσινό νερό.

Μπήκαμε στη θάλασσα και κολυμπάμε κατά μήκος της παραλίας. Πίσω απ’ το βουνό θα είμαστε κρυμμένοι, τα βράχια μπαινοβγαίνουν στη θάλασσα, μια σπηλιά μες τα βράχια εξάπτει τη φαντασία μου. Η Ζιζέλ είναι πειρασμός όλες τις ώρες. Αυτή η τρέλα του μεσημεριού, ανακατεμένη με ούζο, με τα βυζιά της Ζιζέλ και την ατέλειωτη θάλασσα μέσα μας και έξω μας, προδίκαζε τα ηφαιστιογενή βράχια.
Η Ζιζέλ ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω σ’ ένα βράχο που λες και τα κύματα τον έπλασαν επίτηδες. Απλώθηκε προς τα πίσω.. Μπήκα σχεδόν βίαια.. Στο τέλος ακούσθηκε μια παρατεταμένη ηδονική κραυγή, ταυτόχρονη, λες και άδειασε η θάλασσα. Κοίταξα πίσω τη θάλασσα, ήταν εκεί, κυμάτιζε ήρεμα τα πράσινα διαυγή νερά της. Πλημμυρισμένοι στον ιδρώτα, χωθήκαμε στην αγκαλιά της.
Και κολυμπήσαμε, ως το απέναντι μικρό ακατοίκητο νησάκι.
Είναι όμορφο να βλέπεις τη στεριά απ΄ τη θάλασσα. Είναι σαν να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι.
Πριν φύγουμε με τη Ζιζέλ, ο γιατρός μου είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του:
Πρέπει επιτέλους στην ηλικία που είσαι, να μάθεις να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι. Σωματοποιημένο άγχος. Εκδηλωμένο στους αγκώνες απ’ τα χέρια σου, η θάλασσα θα σου κάνει καλό.
Έψαξα να βρω εισιτήριο για το φεγγάρι. Δεν βρήκα. Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.
Φθάναμε πάλι στην ακτή. Το τραπεζάκι με τις μπλε καρέκλες ήταν εκεί. Πάνω του ένα βιβλίο για πέταμα.
Κι η μουσική απ’ τα ηχεία, πάνω στον πλάτανο.

Ταξιδευτής
7 Ιουλίου 2012

2 Ιουλ 2012

Επιτέλους τι θέλει η κυρία Θλιπς;

Νοιώθω ένοχα, αλλά όχι μετανοιωμένος. Χτες το ηλιοβασίλεμα τα χρώματα ήταν μεθυστικά, μόνο τα χελιδόνια κένταγαν. Ομορφιάς σιωπή του ουρανού. Μια παράδοξη ευφορία ψυχής στάλαζε στις κορυφογραμμές των βουνών. Τα πόδια μου πλατσούριζαν στην πισίνα της βεράντας, είχα βουλώσει τα δυό λούκια. Διάβαζα την ειλικρίνεια του Ραπτόπουλου και σιγοτραγουδούσα την υψηλή τέχνη της αποτυχίας. Τσακίζει κόκαλα αυτό το βιβλίο. Και ξαναγεννάει τη σκέψη.
Τότε ήταν που δεν άντεξα. Την άκουσα πάλι να μοιρολογάει, όπως στις κηδείες. Έβλεπε ειδήσεις. Πετάχτηκα πάνω, πήρα ένα σεντόνι που είχε στα πόδια της, το έκανα λωρίδες, τις έδεσα τα χέρια πίσω, μετά τα μάτια, μετά τα πόδια, την πήρα αγκαλιά 52 κιλά είναι όλα κι όλα και την κατέβασα στο υπόγειο. Στο υπόγειο είναι η κάβα με τα κρασιά, τα βιβλία που με σημάδεψαν, ένας πίνακας του Νταλί, κλεμμένος από το Μουσείο της Νέας Υόρκης, και μια ψάθινη καρέκλα παλιού καφενείου.
Την έβαλα πάνω στην καρέκλα, και την έδεσα μαζί της. Η κυρία Θλιπς είχε χλομιάσει, κοντά στα εβδομήντα, τη φοβήθηκα.
Την έχω στο σπίτι εδώ και τρία χρόνια, όταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ την είδα να ψάχνει στα
σκουπίδια του απέναντι σούπερ μάρκετ και της έπιασα κουβέντα. Ευγενική, από ξεπεσμένη αρχοντική οικογένεια. Νησιώτισσα, κυματούσα, θα σας πω άλλη φορά πως ξέπεσε στην στεριά. Ολομόναχη.
Τα τρία αυτά χρόνια υπήρξε μια αρμονική συμβίωση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ή πόλεμος ή συμβιβασμός. Προτίμησα τον συμβιβασμό. Αρμονική;.. τρόπος του λέγειν.
 Η κυρία Θλιπς δεν έκλεινε ποτέ το στόμα της. Μαγείρευε και μνημόνευε. Γαμώ τα μνημόνια, γαμώ τα. Άπλωνε ρούχα και σχολίαζε τα βρακιά. Ένα στόμα, δεν άφηνε κανέναν απ’ έξω. Ανοιχτές πόρτες, παράθυρα, να παίρνει αέρα το σπίτι, διάφανα όλα. Πανέξυπνη, διαβασμένη, όμως.
Όταν την άρπαξα χτες μουρμούριζε πάλι, μόνη της, γιατί οι Ισπανοί;-δεν έλεγε για το ποδόσφαιρο, σιγά που την ένοιαζε- γιατί οι Ιταλοί; εμείς γιατί; Να ασκήσουμε βέτο , να ασκήσουμε βέτο, φώναζε δυνατά μόνη της, λες και είχε αρχίσει ο αγώνας.
Το κλειδί απ΄ την πόρτα του υπογείου το κρατάω εγώ τώρα. Θα την αφήσω ανελέητα, να πεθάνει. Να ησυχάσω απ’ αυτή. Όταν διαπιστώσω τον θάνατό της, θα τη βαλσαμώσω. Και θα την αφήσω εκεί. Να τη βλέπω και να μην ξεχνάω.
Στους γείτονες θα πω ότι πήγε ταξίδι. Στη χώρα της φαντασίας.


Ταξιδευτής
2 Ιουλίου 2012



8 Μαΐ 2012

Μέσα έξω

Θεοσκότεινα, μέσα, έξω. Θα  άφηνε ένα σημείωμα να εξηγεί τους λόγους και θα χανόταν από προσώπου γης. Απ’ τη μια σκοτεινή άβυσσο στην άλλη. Το φως έσβησε.
Κατακαλόκαιρο, καταμεσής του Ιούλη, μέρα της γιορτής της, 
Η Ιουλίτα πήρε το κρυμμένο σημειωματάριο, από το συρτάρι με τα εσώρουχά της, και έγραψε την τελευταία της λέξη. Σ αγαπώ.
Ήταν τα τελευταία δύο χρόνια της χώρας της και της ζωής της.
Το μνημόνιο, η κατοχή, η αντίσταση, οι δρόμοι, τα χημικά, οι ελπίδες, οι απογοητεύσεις, οι φίλοι, οι αυτοκτονίες, ο θάνατος παντού, οι άνεργοι, τα πεινασμένα παιδιά, οι άστεγοι, η αποδεκατισμένη χώρα, η βεντέτα της αριστεράς, η ακυβερνησία που καλά κρατεί και ο αγαπημένος της.
Τα τηλέφωνα χτυπούσαν ακατάπαυστα, αναπάντητα τα  χρόνια πολλά. Φορούσε μόνο το κιλοτάκι της, πάνω από 40 βαθμούς το σπίτι. Κοιτάχτηκε στο καθρέφτη του χολ, ένα παραμορφωμένο πρόσωπο από βουβό πόνο. Τα χείλη της όμως, από μόνα τους χαμογελούσαν φιλήδονα, απ΄ τη μέρα που γεννήθηκε. Τα μάτια της, κάρβουνα αναμμένα.
Μια από τις πιο όμορφες γυναίκες. Μέσα έξω.
Νύχτωνε. Το βυσσινί κινητό αναβόσβηνε συνεχώς, αθόρυβο. Το κοίταξε τελευταία φορά. 198 κλήσεις, καμία από κείνον. Της είπε άλλωστε ξεκάθαρα, δεν είμαι πια ερωτευμένος, την ώρα που κατέρρευσε.
Θα έφευγε μες τη νύχτα στο βουνό, μόνη της χωρίς τίποτα, ίσως σε μια σπηλιά που πήγαινε στα νεανικά της χρόνια με τους φίλους, όταν έφευγαν απ’ το σπίτι. Και εκεί θα…

Ήταν αυτός. Ναι ήταν αυτός. Το κινητό αναβόσβηνε. Δίστασε. Το σήκωσε, τα χέρια της έτρεμαν. Σιωπή. Σ αγαπώ, της είπε. Σιωπή.
Έξω είναι πανσέληνος. Τα τζιτζίκια μέθυσαν απόψε. Ντύσου. Να περπατήσουμε τη νύχτα.
Της μίλησε, όλα αλλάζουν. Του μίλησε. Είπαν θα συναντηθούν, αφήνοντας πίσω τον παλιό κόσμο.

Φόρεσε το άσπρο της φόρεμα, έκρυψε τα σημάδια του πόνου, είπε σήμερα γιορτάζω, σήμερα είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου. Αύριο έχουμε εκλογές, η αριστερά αναμένεται να σαρώσει, περίμενα όλη μου τη ζωή να δω έναν καινούριο κόσμο. Η ανθρωπότητα από τότε που γεννήθηκε έχει τις αδυναμίες της και κάνει κύκλους. Απόψε θα χορέψω τους δικούς μου κύκλους, απόψε θα μεθύσω. Σ αγαπώ.
Έβαλε λίγο άρωμα στο λαιμό και στο στήθος της και βγήκε στο δρόμο. Ολόγιομο το φεγγάρι, γεμάτα τα μπαλκόνια από καλοκαιρινές φωνές, γεμάτες οι τριανταφυλλιές, γεμάτα τ’ αστέρια στον ουρανό.
Στο μπαρ θα συναντούσε όλη την παρέα, με το πιο πλατύ χαμόγελο. Λες και ο κόσμος με μιας άλλαξε.
Από πρίγκιπας βάτραχος και από βάτραχος πρίγκιπας. Άστραφτε όταν μπήκε μέσα στις αγκαλιές και τα φιλιά των φίλων. Απόψε  κερνάω, απόψε γιορτάζω, απόψε αγαπάω όλο τον κόσμο, αύριο η πανσέληνος θα είναι δικιά μας, τους χαρίζουμε το σκοτάδι. Μίλησε για την παντιγέρα, χόρεψε μπάλο, συρτάκι και χασάπικο. Μέθυσε με το ευχαριστώ του Σταύρου Ζώρα και με το  παγωμένο κρασί.
Ήταν μια νέα γυναίκα, όμορφη, αέρινη, ερωτεύσιμη, ήταν ερωτευμένη αυτή, ίδια η επανάσταση.
Στο μυαλό της το φεγγάρι φωτεινό, γύρω το σκοτάδι, γεμάτο αστέρια.. Βγήκε έξω να το πιει, να το μεθύσει κι αυτό. Έξαψη.
Η ώρα ήταν πέντε το πρωί. Να μ’ αγαπάς, αυτό θέλω μόνο.

Ο Νίκος κάθονταν σ’ ένα πεζούλι, με άσπρο πουκάμισο και κοτσίδα τα μαλλιά, έπινε την μπύρα του..
Τι θα ψηφίσεις αύριο τον ρωτάει;
-Σύριζα
-Κόλλα το.
Φωτογράφισε το φεγγάρι, τον έβαλε στο πλάνο, άρμεγε  το φως που ξημέρωνε, τον πήρε αγκαλιά, πάμε μέσα τώρα. Μέσα έξω.
Μίλησαν ως τα χαράματα, εκείνος της έβαλε το χέρι στον ώμ
o, μαζί είπε…
Μια καινούρια μέρα ξημέρωνε, ένας καινούριος κόσμος. Πάμε.
Θαρθώ μαζί σου, της είπε ο Νίκος. Είμαι ερωτευμένη του είπε.
Την ακολούθησε ως το σπίτι της, λες και την περίμενε και κείνος πάντα.
Αχνόφεγγε. Μύριζε καλοκαίρι.
Ένα αηδόνι κελαηδούσε, κλεισμένο μες στο κλουβί, ήθελε λευτεριά.
Σώπα του είπε, το αηδόνι. Εκείνος την αγκάλιασε, τον έκανε διακριτικά πίσω.
Είμαι ερωτευμένη, του είπε
Διψώ, της είπε.
Οι δρόμοι του καλοκαιριού στις έξι το πρωί, είναι γεμάτο ελπίδα.
Διψώ, της είπε πάλι όταν έφτασαν στο σπίτι.
Ανέβηκαν πάνω, του έδωσε ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Της ζήτησε να μείνει.
Είμαι ερωτευμένη, του είπε ξανά.
Πήγαινε τώρα, είμαι μεθυσμένη, από ζωή, από έρωτα , από επανάσταση, άνθισα απόψε.
Βγήκε στο μπαλκόνι και τον κοίταζε όταν έφευγε. Ένα απογοητευμένο αρσενικό, είπε.
Ο έρωτας και η επανάσταση δεν έχουν καμία σχέση με το πήδημα, σκέφτηκε..
Το βράδυ ο Σύριζα κέρδισε τις εκλογές με 42%.
Ένας καινούριος κόσμος γεννήθηκε.
Η Ιουλίτα ήταν ερωτευμένη.
Η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Ίδια με την επανάσταση.
Μέσα έξω.

Ταξιδευτής
8 Μαίου 2012

19 Απρ 2012

Το τρένο, ο σκύλος και η Οκτάνα

Δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Στις 9 παρά 20 τα τελευταία χρόνια, το τρένο έχει ήδη φύγει στην ώρα του.
Άφησε τον Αλέξη στο σταθμό και πήγαινε στη δουλειά του. Τα αυτοκίνητα κάνουν ουρές στο δρόμο το πρωί. Παρκάροντας είδε το βιβλίο, στο κάθισμα του συνοδηγού. Ένοιωσε όπως η μάνα, που ξέχασε να δώσει το σάντουιτς στο παιδί της, για την διαδρομή.
Παρά δέκα, ήταν πίσω στο σταθμό. Οι πόρτες του όλες κλειστές, το τρένο δεν έφευγε.
Ένα νεαρό ζευγάρι κράταγε μια πόρτα ανοιχτή και ένα σκύλο. Ο ελεγκτής, αυτός που δουλειά του είναι να τρυπάει τα εισιτήρια, όπως έγραφε ο Σκαρίμπας, ήταν κατακόκκινος απ’ τα  νεύρα του. Λογομαχούσε με το ζευγάρι, ζητώντας  ο ένας τα στοιχεία του άλλου. Ο σκύλος κούναγε την ουρά του.
 Τα τζάμια ήταν αδιαφανή απ’ έξω. Διαφανή από μέσα. Δέκα βαγόνια ήταν πολλά για να τα διατρέξει όλα. Ο ελεγκτής τραβούσε την πόρτα, ο νεαρός τραβούσε κι αυτός. Ο σκύλος γαύγιζε.
Πάνω στο διάδρομο του τρένου μια κοπέλα, πρόλαβε μόνο να δει τα μακριά της μαλλιά, πάνω στο κόκκινο μπουφάν της.
-Κράτα αυτό το βιβλίο. Θα στο ζητήσει κάποιος, πρόλαβε να πει.
Η πόρτα έκλεισε βίαια. Το τρένο σφύριξε.
Το νεαρό ζευγάρι, ο σκύλος και αυτός, έμειναν στην αποβάθρα.
Ο ελεγκτής έλεγε ότι ο σκύλος  έπρεπε να είναι σε  κιβώτιο- πακέτο, για να μπει στο τρένο. Το ζευγάρι έλεγε, ότι είναι σαν παιδί τους.
Όταν γύρισε, τηλεφώνησε στον Αλέξη.
-Ξέχασα την Οκτάνα, στο αυτοκίνητο.
-Είναι μες το τρένο. Ψάξε μια κοπέλα με κόκκινο μπουφάν και πράσινα μάτια. Ναι, δίνοντας το βιβλίο, πρόλαβε το χρώμα των ματιών της.

Είχε ανοίξει το βιβλίο και διάβαζε. Της το είχε δώσει ένας άγνωστος και θα της το ζητούσε κάποιος άγνωστος.

- Έχω την Οκτάνα. Το πιο δυνατό μου ταξίδι, είπε ο Αλέξης.


Κι όμως, υπάρχει ελπίδα.

Ταξιδευτής
19 Απριλίου 2012
.