Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Δεκ 2021

Πάρτα όλα

Το σπίτι ήταν μικρό, ο δρόμος μικρός, η αλάνα μικρή, η μπάλα - η φούσκα του γουρουνιού μικρή, εμείς μικροί.

Οι φωνές μας ήταν μεγάλες, κάθε μέρα πανηγύρι, ήταν οι διακοπές των Χριστουγέννων. 

Ο χωματόδρομος γέμιζε κάλαντα, οι τσέπες μας δραχμές, αγοράζαμε μπίλες, το βράδυ παίζαμε πάρτα όλα. Πάρε ένα, βάλε δύο, πάρτα όλα, ένας κερδίζει οι πολλοί χάνουν. Μόνο που χάναμε δεκάρες, εικοσάρες, όλα ήταν αλλιώς. 

Η μάνα έσπαζε καρύδια, ο μπακλαβάς είχε ένα γαρύφαλλο στο κέντρο, η γάστρα δίπλα στο σπίτι. Ο Μπιθικώτσης τραγούδαγε, γωνιά γωνιά σε καρτερώ, γωνιά γωνιά σε χάνω. 

Τα Χριστούγεννα στο χωριό όλα ήταν λευκά, περπατούσαμε πάνω στο χιόνι, μερικές φορές και πάνω στα σύννεφα, ο δάσκαλος μας έμαθε πως ο Χριστός είχε μπαμπά τον κρίνο και ότι ο Άγιος Βασίλης κατέβαινε απ' την καμινάδα. 

Το καμπαναριό ήταν χιονισμένο. Εμείς τραγουδούσαμε χιόνια στο καμπαναριό, τα χέρια μας ξεπάγιαζαν, σε κάθε γωνιά και χιονάνθρωπος. Όλοι οι παιδικοί ήρωες ήταν χιονάνθρωποι, στον χρόνο έλιωσαν. 


Πάρε ένα βάλε δύο, στο τέλος τα πήραν όλα. Έμεινε ένα ξεθωριασμένο χαρτί με ξηραμένο αίμα, γεμάτο θάνατο. Άλλοι πέθαναν στα ράντσα, άλλοι πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλοι από πείνα. Όσοι ακόμα ζούμε πιστεύουμε στα θαύματα. Πες ότι θες, μόνο γυμνή την αλήθεια μη πεις, τα δόγματα δεν την αντέχουν, ούτε την επιστήμη αντέχουν. Το καλό με το δόγμα είναι ότι καταπίνεται αμάσητο, το κακό με την επιστήμη είναι ότι λέει την αλήθεια. 


Στο δρόμο για το αύριο ο Προκρούστης κόβει πόδια και κεφάλια,  φέρνει τη ζωή στα μέτρα του.  Θάρθει εκείνη η ώρα που η δύναμη του Θησέα θα τον φέρει στα δικά του. Στο ντιβάνι περίσσευε το κεφάλι. Ένα άχρηστο κεφάλι που σπέρνει τον θάνατο, πληρώνεται με το ίδιο νόμισμα. 


Αρχημηνιά και αρχηχρονιά, τα παιδιά λένε τα κάλαντα. Οι μεγάλοι τα ξέχασαν από χρόνια.

13 Φεβ 2015

Βραδιάζει



Ένα ζευγάρι σκυλιών ερωτοτροπεί. Μικρά πουλιά ψάχνουν μια φωλιά να περάσουν την χειμωνιάτικη νύχτα. Στο πράσινο λιβάδι δυο υγρά μάτια νερού της βροχής καθρεφτίζουν το ηλιοβασίλεμα. Γυμνά δέντρα στον κάμπο υψώνουν στον ουρανό, ελπίδες της άνοιξης. Η ανθισμένη αμυγδαλιά στην άκρη του κήπου, προσεύχεται να περάσει ανώδυνα ο υπόλοιπος χειμώνας. Άσπρο χιόνι αντίκρυ στο βουνό εναλλάσσει τις ανταύγειες της φύσης και των ανθρώπων. Φλεβάρης μήνας.
Η νύχτα σε λίγο θα κρεμαστεί από τα αστέρια του καθαρού ουρανού. Διαύγεια μες τον χειμώνα. Κάθε πρωί η νύχτα παραδίδει στη μέρα. Νομοτελειακά.
Ψύχραιμα και θαρρετά η Ελλάδα προχωράει μπροστά. Ένας διαβάτης προχωράει αποφασισμένος να φτάσει εκεί όπου δεν μπορεί.
Ως εκεί που μπορεί.
Μόλις ξεκίνησε.
Ένας ολόκληρος λαός τον ακολουθεί.



Ταξιδευτής
13 Φεβρουαρίου 2015

11 Ιουλ 2012

Στα δροσερά εκείνα χρόνια

Από χρόνια οι τσοπάνοι χάραζαν σταυρούς πάνω στον τεράστιο κορμό του έλατου. Ποτέ δεν θα πέσει κεραυνός εδώ, έλεγαν. Και πράγματι ποτέ δεν λύγισε, ποτέ δεν κόπηκε στα δυό, όταν μέσα στο ελατόδασος του Ίταμου πελεκημένοι κορμοί και κλωνάρια τσακισμένα ύφαιναν την φαντασία του φόβου, σε κείνες τις ξαφνικές καταιγίδες του μεσημεριού. Νόμιζες ότι τώρα συντελείται ο κατακλυσμός, άνοιγε ο ουρανός, άστραφτε και σειόταν η γη από τα μπουμπουνητά, έτρεμαν τα πόδια σου και η καρδιά σου, ώσπου να περάσει η μπόρα. Μετά λες και το καλοκαίρι συνέχιζε την πορεία του, οι βρεγμένες φτέρες γυάλιζαν τις βρόχινες σταγόνες και οι πέρδικες άρχιζαν πάλι να ανακατεύονται μες το κοπάδι με τα πρόβατα που σκάριζε στη πλαγιά να βοσκήσει το τρυφερό γρασίδι του βουνού. Τα κριάρια ανέβαιναν στις ράχες απ΄ τις προβατίνες και με γρήγορες κινήσεις έβγαζαν τη γλώσσα έξω λες κι απολάμβαναν το απόβροχο, κοιτώντας τα λιγοστά σύννεφα στον γαλανό ουρανό. Τα πρόβατα μαρκαλίζονται το καλοκαίρι, ο τσοπάνος τα παρακολουθεί. Ήμουν μικρός και τους άκουγα να λένε αυτή μαρκαλίστηκε, εκείνη όχι, ήξεραν απ’ έξω το ιστορικό της κάθε μίας. Κάποιες είχαν και ονόματα, ανάλογα με το χρώμα, λάια, μαύρη, ανάλογα με την εξυπνάδα, τη δύναμη, το περπάτημα. Το βούρλο. Βούρλο έλεγαν και τους χαζούς του χωριού.
Ο έλατος αυτός δεν ήταν τυχαίος, ήταν μοναδικός στην Μαλόραχη. Αιωνόβιος, θεόρατος, βαθιά ριζωμένος, χορτασμένος από τις ιστορίες ζώων και ανθρώπων, γεμάτο δάκρυα ρετσίνης, ένας με τον τόπο που γεννήθηκε. Η ατέλειωτη προνομιακή πλαγιά με τα απέραντα λιβάδια, κάτω απ’ τις φτέρες αντανακλούσε όλο το καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων. Τα κουδούνια και τα γαυγίσματα των σκυλιών. Η στρούγκα και το άρμεγμα. Το πήξιμο του τυριού και οι τσαντήλες να κρέμονται στη σειρά. Το κακάβι με το γάλα, πάνω στην πυροστιά. Το καρπούζι να παγώνει μες την πηγή με το κρυστάλλινο νερό, δίπλα στον έλατο. Οι αλαταριές, η βρύση με την μεγάλη κοπάνα για το πότισμα. Ο γαλατάς έφευγε στα μέσα Ιούλη, μετά το άρμεγμα γινόταν μια φορά τη μέρα, κοντά στις δέκα  το πρωί. Λιγόστευε το γάλα.
Αν ανέβαινες νωρίς το πρωί στην κορυφή, στην διαύγεια της ατμόσφαιρας έβλεπες μακριά τα περιβόλια με τα πορτοκάλια της Άρτας και το χρώμα της θάλασσας. Αχνό γαλάζιο. Έσμιγε με τον Ουρανό.
Κάθε πρωί κινούσαμε καβάλα στα γαϊδουράκια, μαζί με τον ξάδερφο, δίναμε ραντεβού στον Σταυρό, μετά στα Βαρκά, στον Πλάτανο, πριν την Μαλόραχη χωρίζαμε. Οι στάνες ήταν αλλού.
Εκείνη τη μέρα τα σκυλιά γαύγιζαν αγριεμένα, τρέχοντας κατά πάνω μας.. Παρατήσαμε τα γαϊδούρια και ανεβήκαμε πάνω στην κερασιά. Ήταν κοπάδι από σκυλιά, λες και βάλθηκαν να καθαρίσουν τα βουνά απ΄ τα φαντάσματα. Κάθε τόπος εκεί πάνω μύριζε μπαρούτι. Απ’ τους Γερμανούς, απ’ τον εμφύλιο, απ’τους ληστές.
Τα κεράσια κατακόκκινα, κόβαμε βάντες και κοκκινίζαμε κι εμείς. Τα σκυλιά μας γαύγιζαν, τα γαϊδουράκια δεμένα μεταξύ τους έκαναν σβούρες.
Ήταν πολύ αργά όταν έφτασα στον έλατο. Ο Αλέκος έβαλε τις φωνές. Κιοτή, φοβάσαι τα σκυλιά και άλλα τέτοια. Τι στέλνει εσένα ο πατέρας σου, αφού είσαι χέστης. Ο ήλιος ήταν μεσούρανα, όταν άρχισε ο Αλέκος να αρμέγει. Κι εγώ να χτυπάω στρούγκα. Τα πρόβατα δεν άντεχαν, άρχισαν να πηδάνε τη φράχτη. Ο Αλέκος σηκώθηκε να τα εμποδίσει, τα άλλα που απέμειναν πήραν σβάρνα το καρδάρι με το γάλα και οι φωνές και τα νεύρα του τσοπάνη αντιλάλησαν στο βουνό. Φόρτωσα δυό τσουβάλια κοπριά για τον κήπο με τις φασολιές και τα καλαμπόκια. Ανέβηκα καβάλα στον φίλο μου γάιδαρο κι έφυγα για το χωριό. Μέσα στο δάσος με τα έλατα συνάντησα δυό μαυροφορημένες γυναίκες, νόμισα ότι ήταν φαντάσματα, αλλά δεν ήταν. Χαροκαμένες ήταν.
Είναι κάτι μέρες αλλιώτικες απ΄ τις άλλες. Τα νεύρα όλων γίνονται τσατάλια.
Από ασήμαντες καθημερινές αφορμές. Όπως η ζέστη.
Και τότε σε γαληνεύει ένα ταξίδι στη πρώτη νιότη, στα δροσερά εκείνα χρόνια. Εκεί που έκρυψα κάτω από μια πέτρα μια ευχή, τότε που ήθελα να μεγαλώσω.
Τώρα που θέλω να μικρύνω, θα πάω αυτό το καλοκαίρι να τη συναντήσω πάλι. Τρυφερά όσο και ο πρώτος βλαστός.

Ταξιδευτής
10 Ιουλίου 2012