22 Οκτ 2012

Για την εξορία θα σου πω άλλη φορά

Ήταν Ιούλης του 1968 Ευάγγελε. Ήμουν δεν ήμουν 9 χρονών. Μόλις τελείωσα την τετάρτη. Το ορεινό χωριό μου έχει υψόμετρο στην πλατεία 700 μέτρα και στην κορυφή του πάνω από 1000 μέτρα.  Στους πρόποδες  κυλάνε τα νερά του Ασπροπόταμου. Όταν το πρωί άνοιγα τα πράσινα παντζούρια,  πρώτα το ποτάμι έβλεπα  Άκουγα τη νύχτα το νερό.
Ο Μίμης και ο Έλλη ήταν πρώτα μου ξαδέλφια. Έρχονταν για ένα μήνα κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Έμειναν στην Αθήνα. Ο πατέρας τους ήταν ανώτερος τραπεζικός. Κάθε πρωί έπιναν σοκολατούχο γάλα carnation. Εγώ έτρωγα μια φέτα με φρέσκο βούτυρο και μέλι. Ο αδελφός μου λες και δεν έτρωγε τίποτα, ήταν πολύ αδύνατος.  Η μάνα μου τον κυνήγαγε να φάει ένα φρέσκο αυγό.
-Παιδί μου μόλις το πήρα απ’ τη φωλιά, μόλις το γέννησε η κόκκινη κοτούλα.

Το απόγευμα της Κυριακής είχαμε πάει πάνω στο σχολείο. Το σχολείο ήταν πάνω από την εκκλησία. Ακόμα παραπάνω ήταν το κοινοτικό γραφείο. Παραπάνω ήταν  δέντρα. Βελανιδιές, φτελιές, φουντουκιές, καστανιές, κρανιές, καρυδιές, κερασιές, γκορτσιές. Μες τα δέντρα ήταν κρυμμένα σπίτια. Άκουγες  κάποιον γάιδαρο να γκαρίζει, κάποιο σκυλί να γαυγίζει, κάποιον κόκορα να λαλάει.

Το πρωί της Δευτέρας συνέλαβαν εμένα και τον Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν άλλος ξάδερφος. Ήμασταν όλοι μαζί στην μεγάλη αυλή του πέτρινου σχολείου. Ο πατέρας του δούλευε στ’ Άσπρα σπίτια. Ήταν ένα μεγάλο εργοστάσιο από τότε εκεί.

Παίζαμε ποδοσφαιράκι στην Πράσινη γωνιά. Ο χωροφύλακας  μπήκε μέσα και έβγαλε το καπέλο. Ήταν ένας άγριος με μια μεγάλη ελιά στο μάγουλο.
-Να δω τα πέδιλα που φοράτε;
Ανασηκώσαμε και οι δυό τα πόδια.
-Ακολουθήστε με
Βάλαμε και οι δυό τα κλάματα
-Τι κάναμε;
-Που είναι τα πράγματα;
-Ποια πράγματα;
-Η κιθάρα,  η εγκυκλοπαίδεια;
-Ποια κιθάρα, η δική μου διαλύθηκε την πέταξα είπε ο Γιώργος. Φτιάχναμε κάτι αυτοσχέδιες κιθάρες μικροί με καρφωμένα ξύλα και πετονιά  Τα ξύλα τα βρίσκαμε στα πεταμένα του Αλέκου του Χοντρού, σαν τον Οβελίξ ήταν, που είχε την κορδέλα πάνω ακριβώς απ’ την Αστυνομία  Παίζαμε κιθάρα και τραγουδούσαμε ότι ακούγαμε στο τζουκ-μπόξ στη πράσινη γωνιά. Να τανε το 21 και στην απάνω γειτονίτσα μ’ αγαπάμε δυό κορίτσια. Φαντάσου τώρα για να πας στο χωριό εκείνη την εποχή με το φορτηγό, που είχε καθίσματα στην καρότσα  ήθελες μια μέρα χωματόδρομο. Για την  ακρίβεια μισή.
-Πάμε στο τμήμα.
-Ποιο τμήμα; Διακοπές έχουμε, είπα εγώ..
- Άσε τις εξυπνάδες, δεν ξέρεις τι σε περιμένει.
Μας περίμενε σ’ ένα γραφείο  που η πόρτα του έγραφε Αστυνομικός Διευθυντής ένας καλοχτενισμένος χωρίς καπέλο. Πίσω του μια  κορνίζα έγραφε. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Ζήτω η Επανάστασις. Εμείς ιδέα δεν είχαμε τι σημαίνει επανάστασις.
-Ποιος έσπασε το παράθυρο. Ποιος πήρε την κιθάρα; Που πήγατε τα πράγματα; Που είναι η πένα του δάσκαλου; Πως κουβαλήσατε ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια;  Τι κάνατε χτες στο σχολείο; Τη  καρέκλα που την πήγατε; Πως σπάσατε το τζάμι;   Την εικόνα του Χριστού ρε;  Θα σας αλυσοδέσω, που τα πήγατε;
Βροχή οι ερωτήσεις; Έξω ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα. Αν ήταν αυτή ανάκριση από αστυνομικό διευθυντή ολόκληρου Δήμου Κοθωνίων. Άφριζε μπροστά σε δυό παιδιά.
Δεν μιλούσαμε. Βάλαμε τα κλάματα.
- Μιλήστε ρε, θα σας βάλω στο μπουντρούμι, θα σας φάνε τα ποντίκια.
- Δεν μιλήσαμε. Μας έβαλε στο κρατητήριο. Να μιλήσουμε.
Ήταν σαν το αποχωρητήριο που είχαμε στην άκρη της αυλής. Μόνο που αυτό μύριζε μούχλα. Και ήταν θεοσκότεινο. Στο αποχωρητήριο έβλεπες να διαβάζεις Μπλέκ και Ταρζάν.
Αρχίσαμε να κλωτσάμε την πόρτα. Τι άλλο να κλωτσήσουμε. Το απόγευμα παίζαμε στο γήπεδο με το Αρματωλικό. Αν δεν μας έβγαζε από κει μέσα θα χάναμε τον αγώνα. Ο Γιώργος έπαιζε δεξί μπακ, εγώ κέντρο.

Μας άνοιξε. Δεν ήθελε να σπάσει η πόρτα φαίνεται.

Ο χωροφύλακας γύρισε με την κιθάρα στα χέρια  και μια τσάντα κι ένα τσουβάλι μισογεμάτο.

Το σπίτι του Στέφου ήταν  παρακάτω απ’ την αστυνομία. Ο Στέφος έπαιζε στην αυλή του, με την κιθάρα του δάσκαλου, την Δραπετσώνα.  Ο Στέφος ήξερε να παίζει κιθάρα.Αλλά δεν είχε κιθάρα. Οι αυτοσχέδιες ήταν λίγες γι’ αυτόν.  Ότι δεν είχε το έκλεβε. Ο πατέρας του ήταν τσοπάνος, στα πρόβατα του παππού.
Ο Στέφος φορούσε τα ίδια πλαστικά πέδιλα με μας. Αφού όλοι από το Γενικόν εμπόριον- Μητσόπουλος, τα αγοράζαμε.
Ο Στέφος μόλις είδε τον χωροφύλακα, παράτησε τη κιθάρα και το βαλε στα πόδια. Ήξερε φαίνεται από αυτόφωρο. Εμείς ιδέα δεν είχαμε πάλι.

Ο χωροφύλακας μου έδωσε το παγούρι. Τρέξε στη βρύση να το γεμίσεις, μου είπε. Τον Γιώργο τον έστειλε στο περίπτερο, να του πάρει τσιγάρα.

Μετά από λίγο καθόμασταν με το Γιώργο στο παγκάκι,  που είχε ο Σωκράτης στο περίπτερό του. Αγοράσαμε χύμα μπισκότα και τα τρώγαμε.
Που και που ταΐζαμε και τα πουλιά. Μπισκότα.

Ευάγγελε κάποιες φορές, όταν βλέπω εκείνη την στιγμή που ο Βέγγος δίνει στη φύση ένα μπισκότο, νομίζω ότι μας παρακολουθούσε μικρούς.
Όσο για τους αστυνομικούς δεν άλλαξα ποτέ γνώμη.
Για την εξορία θα σου πω άλλη φορά.


Ταξιδευτής
22 Οκτωβρίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου