3 Ιουλ 2014

Έχω ένα όνειρο


Το παλιό εργοστάσιο στη Θεμιστοκλέους, σήμερα είναι Πολιτιστικό κέντρο. Μουσείο, όλες εκείνες οι μηχανές που έφτιαχναν τα αναψυκτικά Κλιάφα, μηχανές πάγου, μπουκάλια  και καπάκια, τυπογραφεία παλιών εφημερίδων. Κέντρο ιστορίας και πολιτισμού, αίθουσα διαλέξεων και συνεδρίων, διδασκαλία της τοπικής ιστορίας, παιδική βιβλιοθήκη. Ένα παλιό εργοστάσιο, ένα σύγχρονο κτήριο κοσμεί την πόλη. Το ένα πόδι στο παρελθόν, το άλλο στο μέλλον, κεντράρουν το σήμερα. 
Κάθε Ιούνη ο πατέρας έφερνε το πρώτο κασάκι στο σπίτι. Πορτοκαλάδα, λεμονάδα, βυσσινάδα, ανάκατα. Όταν άδειαζαν τα ωραία εκείνα μπουκάλια, πήγαινε πίσω το κασάκι και έφερνε άλλο. Αυτό γινόταν όλο το καλοκαίρι.  Ήταν άλλη η γεύση. Και η αίσθηση. Το γυάλινο μπουκάλι.  
 Έφεραν χτες από το καινούριο εργοστάσιο, το ψυγείο στο Ουζερί.  Αναψυκτικά Κλιάφα.  Με πλάγια πορτοκαλί γράμματα σε μπλε φόντο. Το μόνο επώνυμο μέσα στο Ουζερί.  Γιατί το …σχεδόν τέλεια, φιλοδοξεί στα χνάρια αυτής της οικογένειας να περπατήσει. Ποτέ δεν συμπάθησα τις φίρμες για λόγους αισθητικής και ιδεολογίας. Μονόχρωμα χωρίς στάμπες μακό. Οπαδός της απέριττης ομορφιάς. Στολίδια από δω, στολίδια από κει πάντα με μπέρδευαν. Μια χλαμύδα όλα τα ρούχα μου. Αν και το καλοκαίρι θα ήταν όμορφο να κυκλοφορούσαμε γυμνοί. Αλλά πόσα ωραία δεν σκοτώθηκαν. Που πήγε το κάλος των αρχαίων με την επέλαση του χριστιανισμού;  Εκεί στο Σούνιο τι απέμεινε; Γιατί ο  Σεφέρης έγραψε « Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»;
 Πώς να θωρήσω τα γυμνά της χείλη, το άρωμα από τα φρεσκοπλυμένα μαλλιά της, να θαυμάσω την αφτιασίδωτη σάρκα του προσώπου της, κατάματα να δω την ομορφιά της;  
 Μόνος μου, κάθομαι πάνω στο μπαρ, μυρίζει φρεσκοβαμμένο το μαγαζί. Η μυρωδιά του ξύλου, ψάθινες καρέκλες, τραπεζάκι με άσπρο μάρμαρο, ακόμα μοιάζει γυμνό. Ακούγεται ανεπαίσθητα ο θόρυβος από το ψυγείο Κλιάφα, σκέφτομαι πως τίποτα που δεν θα είναι τοπικό δεν θα μπει εδώ μέσα.  Έρχονται στο μυαλό μου άλλες εποχές, τότε που τα σπίτια είχαν αυλές και ο κόσμος το καλοκαίρι ξένοιαστος στα μπαλκόνια. Τριανταφυλλιές και βασιλικός, ασβέστη και βραδύτητα.  Το παντοπωλείο της γειτονιάς, τον φούρνο που έψηνε τα φαγητά, τον μανάβη που μοσχοβόλαγε φρούτα το μαγαζί του. Τότε που τα φρούτα μοσχοβόλαγαν. Και κοντά σ’ αυτά και οι άνθρωποι, οι ανάσες τους, τα λόγια τους, τα χαμόγελα, η ξενοιασιά τους, τα πρόσωπα που έλαμπαν αλήθειες.  Ίσως εγώ να μεγάλωσα, ίσως εγώ να χάθηκα μέσα στην απρόσωπη πολιτεία, μέσα στις νέον πινακίδες, στα αχανή πολυκαταστήματα. Κι όταν δεν έχω κέρμα για το καρότσι της κατανάλωσης, μπαίνω αγοράζω ένα γιαούρτι Τρίκκη, ένα γάλα εργοστασίου και φεύγω….Φεύγω  με σκοτωμένο τ’ όνειρο. Την ολιγάρκεια και την αυτάρκεια μαζί, δεν μπόρεσα να αποκτήσω στα απέραντα λιβάδια της ελληνικής γης. Βλέπω τις ουρές έξω από τις πολυεθνικές, κοράκια που τον ιδρώτα αρπάζουν του λαού και αρρωσταίνω. Και ο λαός, αυτός ο λαός δεν θυμάται τίποτα , εζήλεψε τας  Ευρώπας να εξορίσει τα παιδιά του. Άμα αγαπάς τη χώρα που σε γέννησε, τους ανθρώπους της που συγκοινωνείς, τότε αγαπάς την ελιά και το ελληνικό αμπέλι, αγαπάς τον ήλιο και τη θάλασσα, που σε μεγάλωσαν. 
Κάτι τέτοια σκεφτόμουν, την ώρα που μπήκε η Ρένα. 
-Καμαρώνεις, αφ’ υψηλού;
-Σκέφτομαι τον Σεφέρη; 
-Ένας Διπλωμάτης ήταν και αυτός
-Έπαιρνε στροφές όμως, λάτρευε τη χώρα του
-Τι σε τσίτωσε πάλι; 
-Αυτός ο τόπος γέννησε σημαντικούς ανθρώπους, ξέχωρα ευλογήθηκε από τους θεούς. Θεόρατοι βράχοι υμνούν τα ουράνια, ατέλειωτα δάση και ποτάμια, γεφύρια πέτρινα, εύφορος κάμπος και λατρεμένα φαράγγια, μια ζωγραφιά γεννήθηκε. Τον Ταμήλο ποιος τον γέννησε;
-Τα έμαθα, και έβαλε τα γέλια. Μπορείς και ασχολείσαι  με τους Ταμήλους ακόμα; Δεν είναι  ο μόνος, ο άλλος ο απόστρατος είναι καλύτερος ή το άλλο το παιδάκι που προώθησε ο μπαμπάς. Αλλά οι αποτυχημένοι και ανίκανοι κανακεύονται πια στη πολιτική κουνίστρα.  
-Ρένα εγώ δεν τον ξέρω και δεν με ξέρει, αλλά όταν προσβάλει την πόλη που αγαπώ, οργίζομαι.
-Και γιατί δεν οργίζεσαι με όσους του δίνουν τον λόγο;
-Δεν είναι το ίδιο Ρένα, ξέρεις ο Νομός μας γερνάει και η Ελλάδα γερνάει. Οι νέοι όλο και λιγοστεύουν. Τι μπορείς να περιμένεις από ανθρώπους που μεγάλωσαν αλλιώς;
-Γι’ αυτό θα έπρεπε να έχουν σοφία, τη σοφία του γέροντα. Έκαναν δήμαρχο έναν αποτυχημένο εργολάβο, και βουλευτή έναν αποτυχημένο Δήμαρχο. Έχουμε ότι μας αξίζει.
-Γι’ αυτό ξενιτεύονται οι νέοι, γι’ αυτό ερήμωσαν τα χωριά μας.
-Χάρη σταμάτα.  Εσύ έχε ένα όνειρο. Είσαι κουρασμένος. Πάμε να περπατήσουμε. Έλα πάμε.

 Κλείδωσα το μαγαζί,  σταματήσαμε απέναντι και το καμάρωνα. Εγώ και η Ρένα. 
-Έχει πολύ δουλειά ακόμα, σχεδόν τελειώνουν τα σημαντικά, αλλά αυτό το μαγαζί στη λεπτομέρεια θα αναδειχτεί. Ξέρεις Ρένα μπορεί να χρησιμοποιήσεις τα καλύτερα υλικά, αλλά οι αποχρώσεις τονίζουν το αποτέλεσμα. 
Βγήκαμε από τη Γαμβέτα στην 28ης Οκτωβρίου. Σταθήκαμε σ’ ένα μεγάλο κατάστημα ηλεκτρικών, αμέτρητες τηλεοράσεις έδειχναν την ίδια εικόνα. Μουντιάλ. Η πόλη έρημη. Σαν τα μπουλούκια οι άνθρωποι σιωπηλοί κρέμονταν από τα χείλη του εκφωνητή.  Ήταν η στιγμή που ένας φίλαθλος μπήκε στο γήπεδο με το σύνθημα « Σώστε τα παιδιά που πεθαίνουν στις φαβέλες».  Τον είπαν τρελό, τον άρπαξαν οι μπάτσοι. 
Περπατήσαμε κατά μήκος, περάσαμε την κεντρική πλατεία, ένα πιτσιρικάς μόνος πετούσε νερό από το στόμα. Κατουρούσε πάνω στη νεκρική σιγή της πόλης. 
Περάσαμε  δίπλα στην πλατεία του Ο
TE, στρίψαμε στον Άγιο Νικόλαο, κατεβήκαμε στο ποτάμι.
Περπατούσαμε αργά, συζητώντας δίπλα στο Ληθαίο. Η Ρένα είχε καλή διάθεση, άρχισε να φτιάχνει και η δικιά μου. Πάνω στον Κόζιακα ο ήλιος έγερνε, ένα ρόδινο χρώμα απλώνονταν στη Θεσσαλική γη.
Ήμασταν στο δρόμο για τα Κουτσομύλια, το φρούριο και ο Προφήτης Ηλίας τόνιζαν το ζεστό γλυκό βράδυ του Ιούλη. 
Ας κατέβουμε στο ποτάμι, είπε η Ρένα, εδώ δεν έχω κατέβει ποτέ.  Πήραμε από μια μπύρα και καθίσαμε κάτω στο χορτάρι, στην πλαγιά της όχθης. Ο Ληθαίος κυλούσε αμέριμνος τα αιώνια νερά του. Ήταν ωραία. . Γλύκαναν οι στιγμές μας. Η Ρένα ήταν τρυφερά όμορφη, φορούσε ένα άσπρο κεντητό πουκάμισο. Η Σπινούλα δεν γέννησε ακόμα.

Τότε άλλαξαν όλα. Όταν είδαμε και οι δύο, το ανθρώπινο πτώμα να επιπλέει. Τα νερά να το προχωράνε σαν κούτσουρο. 
Η Ρένα έβαλε τα χέρια στα μάτια της και έβγαλε φωνή οδύνης. 
Τηλεφώνησα στην αστυνομία. Το βράδυ σκοτείνιασε.

Ταξιδευτής
3 Ιουλίου 2014 (23)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου