Όταν ο αστυνομικός είπε τη λέξη πρωτόκολλο, έγινε άλλος ένας χαμός αντεγκλήσεων με τη Βίβιαν.
-Ποιό πρωτόκολλο και μαλακίες, άντε παράτα μας πρωί πρωί, αν δεν μου εξηγήσεις το γιατί, δεν σου δίνω κανένα στοιχείο.
Ένοιωθα αμήχανα, παρακολουθώντας τη σκηνή. Να επέμβω ή όχι, και τι να έλεγα;
Ο αστυνομικός ηρέμησε κάπως και είπε πως μέχρι να βρεθεί ο άνθρωπος που λείπει, είναι αναγκασμένος από το νόμο να εξετάσει όλες τις πλευρές.
-Ποιές πλευρές κύριε, πόσες είναι αυτές οι πλευρές, η αλήθεια πάντα έχει μία πλευρά, ήρθαμε εκδρομή εδώ με τον Δήμο χθες, τι με νοιάζει εμένα για τις δικές σου πλευρές. Η δουλειά σου είναι να ψάχνεις τις πλευρές;
Μου θύμισε τον Σκαρίμπα στην Κυρία του τρένου, όταν τον ξύπνησε ο ελεγκτής και του ζήτησε το εισιτήριο, εκείνα τα μικρά χακί χαρτονάκια που είχε κάποτε ο ΟΣΕ, ο ελεγκτής είχε ένα τρυπητήρι και άνοιγε τρύπες κρατς, κρατς, ο Σκαρίμπας εκνευρίστηκε και του είπε: Εσένα η δουλειά σου είναι να ανοίγεις τρύπες στα εισιτήρια;
-Εσείς κύριε θα μου δώσετε τα στοιχεία σας;
-Όχι, είπα, χωρίς να το σκεφτώ και πολύ.
-Ξέρεις, αυτό σηκώνει μέχρι και προφυλάκιση, είπε ο Άγριος
Αρκεί να μας βάλουν στο ίδιο κελί, είπα ψιθυριστά στη Βίβιαν.
Ο Άγριος πήγε μες το καταφύγιο και άρχισε να ψάχνει τα σακίδια.
Τι κάνεις εκεί; Φώναζε η Βίβιαν.
Πήρε τα δυό κινητά μας και τον σουγιά του πατέρα μου.
-Τίνος είναι ο σουγιάς;
-Δικός μου, είπα
-Τι τον ήθελες μαζί σου;
-Ήθελα να καθαρίσω το μήλο
-Θεωρείται φονικό όργανο
-Δεν είχα σκοπό να μπω σε αεροπλάνο
-Κατάσχονται
Τελικά όλα κατάσχονται στην Ελλάδα, σπίτια, χωράφια, λογαριασμοί, η Ελλάδα κατάσχεται.
Είστε τοξικοί, είπε ο Άγριος, Θα ρθείτε στο Αστυνομικό Τμήμα της Άρτας, να πάρετε πίσω τα κινητά σας όταν λήξει αυτή η ιστορία.
Όποιος αντιδρά στα σχέδια της κάθε εξουσίας σήμερα είναι τοξικός. Όποιος σωπαίνει είναι απλά καλός άνθρωπος.
Εγώ βασικά δεν θα ήθελα να είμαι τοξικός αν τα πράγματα ήταν αλλιώς. Αλλά δεν θα ήθελα να είμαι ούτε καλός άνθρωπος σωπαίνοντας.
Η λέξη τοξικότητα βέβαια σήμερα είναι μόδα, όλοι τσακώνονται για ποιος είναι περισσότερο μοδάτος, αν είσαι γαλήνιος γίνεσαι αδιάφορος και βαρετός. Ούτε εμένα, ούτε τη Βίβιαν ενδιέφερε ποτέ η μόδα και τώρα λόγω ηλικίας επιθυμούμε τη σκέψη της γαλήνης, θα επιθυμούσαμε το ίδιο και για τους νέους βέβαια, αλλά αυτοί δεν είναι ούτε τοξικοί, ούτε γαλήνιοι. Ψάχνονται μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον που έφτιαξαν άλλοι για αυτούς. Εμείς είχαμε κάπου να πατήσουμε, αυτοί που να πατήσουν σε ένα φουρτουνιασμένο κόσμο που δεν ξέρουν που θα τους πετάξει.
Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι, ποιός δεν θυμάται τον τρίτο δρόμο...
Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψε τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους.
Κι αν ο λόγος είναι αργυρός, η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί.
Έκλαιγα, γέλαγα ,έπαιζα, μου λέγανε:
«Σώπα».
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσς…σώπα»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις τον μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι:
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα.»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το «Σώπα».
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το «Σώπα».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου ,στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις, ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς
χωρίς να μιλάς, να λες : «Έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου,
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
«Μίλα!»…
Ναζίμ Ασίν (απόδοση Γιάννης Ρίτσος)
Σώπα, μη μιλάς
Μείναμε μόνοι μας, εγώ και η Βίβιαν και κοιταζόμασταν.
Ο πιλότος και ο Άγριος πέταξαν μαζί, οι άλλοι δυό άνδρες και η νέα γυναίκα είπαν θα πάρουν ανάποδα το μονοπάτι και θα ψάχνουν τον άνθρωπο που χάθηκε. Βέβαια μαζί με το ελικόπτερο πέταξαν ο σουγιάς και τα κινητά μας.
-Για τα κινητά δεν με νοιάζει, αλλά έτσι και χαθεί ο σουγιάς του πατέρα μου, θα τους κυνηγήσω μέχρι εκεί που δεν πάει, είναι κειμήλιο ανεκτίμητης αξίας για μένα.
-Δήμο ου μπλέξεις με την αστυνομία, το στρατό, τη δικαιοσύνη, τις τράπεζες και το κακό συναπάντημα στην Ελλάδα, ο Ρωμανός που είδε τον φίλο του στα δεκάξι να τον σκοτώνουν αστυνομικοί μπροστά στα μάτια του ακόμα δεν ξέμπλεξε.
-Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί, τι σχέση έχουμε εμείς με έναν άνθρωπο που χάθηκε.
-Δήμο πάντα ήσουν αφελής, το κράτος μας θεωρεί όλους ύποπτους. Αν βρεθεί νεκρός, ετοιμάσου για ανακρίσεις.
-Γιατί; Επειδή περάσαμε από το ίδιο μονοπάτι χθες;
-Τον Ρωμανό γιατί τον έχουν στη φυλακή; Επειδή λέει σε ένα βομβαρδισμένο διαμέρισμα βρέθηκε μια σακούλα με αποτυπώματα δικά του. Το πιστεύεις;
-Τη βάψαμε, θα βρουν αποτυπώματα απ ΄τα παπούτσια μας στο μονοπάτι.
-Δεν είναι πλάκα, από ανθρώπους που επιλέγουν είτε από ανάγκη, είτε από θέλω να κάνουν αυτή τη δουλειά, όλα να τα περιμένεις, εξ άλλου είδαμε και πάθαμε στην Ελλάδα, μ΄αυτούς. Όχι πως αλλού τα πράγματα είναι καλύτερα.
-Δεν είναι όλοι το ίδιο, στα αστυνομικά που έχω διαβάσει οι περισσότεροι επιθεωρητές θέλουν να σώσουν τον κόσμο από το έγκλημα, ο Μοταλμπάνο του Καμιλλέρι ήταν ωραίος τύπος, και ο Χαρίτος του δικού μας του Μάρκαρη.
-Μόνο που η πραγματικότητα δεν είναι λογοτεχνία. Η διαφθορά στους ανθρώπους αυτούς ξεπερνάει τη φαντασία. Αυτό θελήσαμε, μια κοινωνία που οι μισοί θα παρακολουθούν τους άλλους μισούς;
-Βίβιαν είσαι αυστηρή, ούτε εγώ πάω τους μπάτσους, αλλά χρειάζονται, δεν ζούμε σε μια αγγελική κοινωνία.
-Και οι νοσηλευτές χρειάζονται και οι γιατροί, αυτοί είναι που σώζουν ζωές.
-Εγώ πάλι νομίζω πως το πιο χρήσιμο επάγγελμα, είναι του λαχειοπώλη, είναι οι μόνοι που δίνουν ελπίδα εδώ που φθάσαμε.
-Είναι η μεγαλύτερη νόμιμη κομπίνα που στήνουν τα κράτη για να ληστεύουν τους ανύποπτους πολίτες. Μαζεύουν από τους πολλούς πολλά και τα δίνουν στους λίγους, μαζεύεις 100 δίνεις τα 3 σε τρείς, σου μένουν δις στο τέλος. Οι άλλοι ήταν απλά άτυχοι και δεν πήραν τίποτα απ΄ τα τρία.
-Κάποιοι ποντάρουν στον λήγοντα, τουλάχιστον να πάρουν πίσω όσα έδωσαν..
-Δήμο παράτα μας, μπλέξαμε.
Και κει που εμείς μπλέξαμε, η μέρα ξέμπλεκε με τη νύχτα. Σιγά, σιγά χάραζε, πάντα σιγά σιγά χαράζει, το σκοτάδι αραιώνει, ο ήλιος λέει εδώ είμαι, η νύχτα γίνεται μέρα πίνοντας τον καφέ σου. Τα σύννεφα αραίωσαν, άλλες βουνοκορφές χιονισμένες , άλλες όχι, πως γίνεται αυτό, με την κλιματική αλλαγή όλα γίνονται. Τα απομεινάρια μιας νύχτας, ήταν σκουπίδια για τη μέρα. Άλλοι ξεκινούν αισιόδοξα τη μέρα και άλλοι δεν θέλουν να ξημερώσει.
Εγώ πάλι δεν ήξερα αν η νύχτα έμοιαζε με την τρυφερή νύχτα του Φιτζέραλντ ή με την κόλαση του Δάντη και δεν μπορούσα να προσδιορίσω ούτε την καλημέρα, ούτε αν ήθελα να κρατήσει ακόμα ετούτη η νύχτα.
Η Βίβιαν το δήλωσε καθαρά, επιτέλους φως. Το φως δεν είναι πάντα φως όμως, ούτε η νύχτα πάντα είναι σκοτάδι, ούτε έχω μετοχές στη ΔΕΗ να προτιμώ τη νύχτα. Μερικοί άνθρωποι δηλώνουν άνθρωποι της νύχτας, οι δουλειές λένε γίνονται καλύτερα στο σκοτάδι. Εγώ πια ήμουν συνταξιούχος, στο τέλος του μήνα θα μπαίνει κανονικά η αμερικάνικη σύνταξη, αν ήταν ελληνική για φιλοδώρημα θα τη χάριζα στην Χαρίκλεια που διαμαρτύρεται πως δεν έχει λεφτά να ταΐσει τον σκύλο της, πόσες φορές δεν της είπα να πάρει γάτα κοστίζει λιγότερο. Η Χαρίκλεια έμεινε για πάντα στο Ανθοχώρι, της αρέσει μόνο η μέρα, κοιμάται νωρίς και ξυπνάει νωρίς, θέλει να πάει τις κατσίκες της για βοσκή, το βράδυ ανάβει τα καντηλάκια στο νεκροταφείο και πάει για ύπνο, κάνοντας την προσευχή της δοξάζοντας τον ύψιστο που της έδωσε άλλη μια μέρα για να κάνει τα ίδια που έκανε μισό αιώνα τώρα.
Η Χαρίκλεια είναι μια Ανθοχωρίτισα γύρω στα πενήντα, με μπόλικα πιασίματα και μπλε μεγάλα μάτια, έχει προίκα δέκα γίδες, είκοσι κότες, εκατό μέτρα κήπο, ισχυρίζεται πως είναι παρθένα και πως θα δοθεί ψυχή τε και σώματι στον άντρα που θα αγαπήσει, ξέρει να αρμέγει, να πήζει τυρί και γιαούρτι, να κάνει λαχανόπιτες και γαλατόπιτες. Λέει πως όταν ήρθε ο Μακρόν στην Ελλάδα, έστειλε μια γαλατόπιτα για την Μπριζίτ που έγλειφε τα βαμμένα νύχια της απ΄τη νοστιμάδα. Η Χαρίκλεια είναι μια γνήσια Ελληνίδα, φιλόξενη και δοτική. Πόσες φορές δεν μου έχει πει να σου κάνω μια πίτα κι εγώ είπα όχι, να μη τη βάλω σε κόπο και έχουμε άλλα. Όταν κάνω καμιά φορά πλάκα με την Χαρίκλεια είναι ολοφάνερο πως η Βίβιαν ζηλεύει, δεν εξηγείται αλλιώς που λέει συνέχεια "άστο κορίτσι ήσυχο". Εγώ βέβαια της λέω πως δεν θα βρει άντρα στο χωριό, αυτή λέει πως ο άνδρας που θα αγαπήσει δεν έχει γεννηθεί ακόμα, την κόβω να μένει στο ράφι, το αγαπημένο της τραγούδι είναι "Μια βοσκοπούλα αγάπησα μια κόρη παινεμένη", αλλά της αρέσει και το "Να τανε το 21".
-Πάω να ετοιμάσω τα πράγματα, πάμε στον Νικόλα, είπε η Βίβιαν
-Περίμενε να βγει καλά ο ήλιος, δεν τον βλέπεις σκάλωσε στο Τζιγκόρι.
-Πάμε, οι άνθρωποι στα βουνά ξυπνάνε νωρίς, τους περιμένει η μέρα να την πάρουν μπροστά.
-Γιατί εμείς την παίρνουμε πίσω;
-Μέρα που χάνεται δεν γυρίζει, πάμε.
-Τι πάμε κι όπου πάμε, χώρα είναι αυτή, Βίβιαν πολύ θολός ο Σηκουάνας την τελευταία φορά που ήρθα στο Παρίσι.
-Το Παρίσι είναι η πόλη του φωτός Δήμο, δεν καθορίζεται απ ΄την θολούρα του Σηκουάνα.
Η Βίβιαν μπήκε στο καταφύγιο κι εγώ μπήκα σε σκέψεις, τι καημός την έπιασε με τον Νικόλα πρωί πρωί…
Συνεχίζεται Η κοιλάδα του Νικόλα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου