26 Ιαν 2026

Η κοιλάδα του Νικόλα

 Ο ουρανός άνοιξε, ο ήλιος έλουζε το βουνό, το πρωινό κρύο μας περόνιαζε, ούτε εγώ ούτε η Βίβιαν κοιτάξαμε πίσω, πήραμε το μονοπάτι που μας είπε ο Νικόλας, κατήφορος, κατεβήκαμε περίπου πεντακόσια μέτρα στην κοιλάδα του Νικόλα. Έλειπε η Λίζα.

Περιμέναμε να δούμε μια καλύβα, είδαμε ένα μικρό παράδεισο στη γη. Ανάμεσα στα έλατα, ένα ξέφωτο, απόγονο απ΄ τον καιρό, φωτεινό απ΄τον ήλιο, φροντισμένο από Άνθρωπο.
Από μακριά είδαμε τον καπνό απ΄το τζάκι, από κοντά ένα μικρό πέτρινο σπίτι μέσα στη φύση. Ένα μικρό σπίτι, όσο χρειάζεται ο άνθρωπος. Τα σκυλιά γαύγιζαν.
Ο Νικόλας καθόταν στην αυλή και έπινε τον καφέ του.
-Καλημέρα, Ήρθαμε.
-Σας περίμενα, ήμουν σίγουρος πως θα ρθείτε.
Εγώ πάντως δεν ήμουν και πολύ σίγουρος ότι θα ερχόμασταν, αλλά η Βίβιαν και ο Νικόλας φαίνεται ήταν.
-Κρυώνετε, έχω το τζάκι αναμμένο και το τραπέζι στρωμένο για πρωινό. Πάμε μέσα.
-Καλά είμαστε εδώ, μέσα περάσαμε ολόκληρη ζωή, είπε η Βίβιαν
Εγώ έκατσα στο ξύλινο παγκάκι, η Βίβιαν στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Ο Νικόλας καθόταν σε μια απλή ψάθινη καρέκλα.
-Ότι θα δείτε στο σπιτικό μου τα έφτιαξα μόνος μου. Κάθε μέρα και κάτι φτιάχνω, οι ώρες εδώ είναι χρόνος, η δημιουργία είναι χαρά. Καθόμαστε σε διαφορετικές καρέκλες, η ομοιομορφία σκοτώνει την ομορφιά, είπε ο Νικόλας δένοντας τα μακριά μαλλιά του με ένα κοτσιδάκι.
Ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι, στα πόδια μας τρεις τέσσερις γάτες, τα σκυλιά μας περιεργαζόταν διακριτικά παραδίπλα, το ένα έμοιαζε με τη Λίζα, το άλλο άσπρο, κάτασπρο.
Ο Νικόλας σηκώθηκε, πάω να φέρω καφέ.
Μείναμε για λίγο μόνοι με τη Βίβιαν, κοιταζόμασταν πάλι, η κοιλάδα του Νικόλα ήταν έκπληξη, μια ασύμμετρη αρμονία τύλιγε ετούτο το πρωινό του Γενάρη, φαντάσου την Άνοιξη είπε η Βίβιαν. Τα έλατα στην διπλανή πλαγιά ανέδυαν τη μυρωδιά του χειμώνα.
Ο Νικόλας έφερε δυό φλιτζάνια άσπρα με ελληνικό καφέ και δυό ποτήρια νερό. Πάω να φέρω το πρωινό έξω, είπε.
-Όχι είπε η Βίβιαν, θα ρθούμε μέσα, να δούμε το τζάκι σου..
Αν και ήμασταν καλά ντυμένοι, έκανε κρύο, ήταν πρωί ακόμα, γύρω στις 9, ούτε ρολόγια, ούτε κινητά είχαμε.
Τι ώρα είναι ρώτησε τον Νικόλα, η Βίβιαν
-Τι σε νοιάζει η ώρα, δεν έχω ρολόι, πρωί είναι..
-Κοίτα το κινητό σου;
-Ούτε κινητό έχω
-Καλά κατάλαβα…
Εγώ το μόνο που κατάλαβα είναι πως άρχιζε μια ενδιαφέρουσα μέρα.
Και στην Ελλάδα μια απρόβλεπτη χρονιά.
Πάντα η εγκυμοσύνη είναι ενδιαφέρουσα.
Στο παγκάκι ήταν σκαλισμένη η λέξη Μυρτώ!

Γράφω αυτή την ιστορία ένα χρόνο μετά, προσπαθώ να θυμηθώ λεπτομέρειες, δεν χρειάζονται, προσπαθώ να εκπλήξω τη Βίβιαν ότι θα τα καταφέρω, δεν με νοιάζει, έτσι κι αλλιώς θα την απορρίψει.
Η Βίβιαν ισχυρίζεται πως δεν έχει κανένα νόημα να γράφεις προσωπικές ιστορίες, κανέναν δεν ενδιαφέρουν τα ατομικά βιώματα, το πρωί πάλι είχαμε τις γνωστές κόντρες.
-Αντί να διαβάζεις γράφεις, δεν μπορώ να διανοηθώ πως άνθρωποι που δεν διαβάζουν γράφουν
-Διάβασα τόσα βιβλία, επειδή δεν διάβασα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια; Ποτέ δεν είναι αργά, εξ άλλου παραμύθια είναι.
-Αν ήξερες δεν θα μίλαγες, αλλά διάβαζες πάντα ότι προέκυπτε αρκεί να υπήρχε σασπένς, αυτό σε κρατούσε στην ανάγνωση.
-Άρχισα κάποτε και τον Οδυσσέα του Τζόυς, βουνό μου φάνηκε, βάραιναν τα μάτια μου.
-Δεν έχεις υπομονή, θες να σ΄ αρέσει ένα βιβλίο από την πρώτη σελίδα. Η μαγεία της ανάγνωσης βρίσκεται στη διαδρομή.
-Πάλι τα ίδια, ο καθένας κάνει ότι μπορεί, γουστάρω να γράψω κάτι και βρήκα αυτή τη νύχτα, εσένα τι σ΄ ενοχλεί; Τουλάχιστον εγώ γράφω πραγματικά γεγονότα, άλλοι γράφουν παραμύθια και τα λένε μυθοπλασία
-Η μυθοπλασία είναι τέχνη
-Και η ζωή τέχνη είναι
-Και τι ξέρεις εσυ από τέχνη, πέρασες τη ζωή σου κυνηγώντας οικονομικές χίμαιρες
-Έχω το δικαίωμα να αλλάξω και μεταμορφώνομαι, κοίταμε.. Μου φαίνεται ή είσαι θυμωμένη μαζί μου..
Άλλη μια χαζή διαφωνία με τη Βίβιαν, σαν τα παιδιά μαλώναμε.
Η αλήθεια είναι ότι ένοιωθα λίγος σε σχέση με τη Βίβιαν, θεωρώ ότι δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να διαβάζει. Την αδικώ όμως, η Βίβιαν έκανε πράγματα που εγώ ήθελα δυό και τρεις ζωές, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Η Βίβιαν είναι ένας απ΄ αυτούς,…. ο άλλος είναι ο Μάρλον Μπράντο.
-Τουλάχιστον παραδέχεσαι τα λάθη σου, πόσες φορές δεν προσπάθησα να σου δείξω τα σημαντικά απ΄ τα ασήμαντα, κι εσύ ξόδευες τον χρόνο λες και είναι άπειρος, νόμιζες επειδή είχες χρήματα θα αγόραζες όσο ήθελες. Δήμο δεν υπάρχει μαγαζάκι του χρόνου. Πάντα ανέβαλες, για πότε;
Με τη Βίβιαν ένα χρόνο μετά από εκείνη τη νύχτα ζούμε μαζί στο ίδιο σπίτι, αυτά θα τα πούμε, περνάμε από τις καλύτερες φάσεις στη μισο-αιώνια σχέση μας, κι έχουμε βάλει σκοπό να γίνει η σχέση μας αιώνια, ζούμε σαν τον Μ΄αγαπάς και Σ΄αγαπώ, δεν λείπουν βέβαια οι καυγάδες μας σαν σημερινό.
Μόλις ξεκινήσαμε το περπάτημα έπιασε η βροχή, η Βίβιαν άνοιξε την ομπρέλα μη λιώσει, εγώ πάλι πάντα χωρίς ομπρέλα. Ούτε μία δεν αγόρασα στη ζωή μου. Η Βίβιαν έχει εκατό χρώματα, μισή ώρα κάνει να διαλέξει ποια θα πάρει μαζί της, δεν λέω πως είναι εύκολη η συμβίωση μαζί της, αλλά είναι πρόκληση και πρόσκληση ζωής.
Βλέπω τη Βίβιαν να περπατάει μπροστά μου με την ανοιξιάτικη ομπρέλα της, εγώ ακολουθώ σαν φύλακας άγγελός της, το χώμα μυρίζει, το χορτάρι ποτίζεται, το σώμα μου ποτίζεται, η Βίβιαν με φωνάζει, έλα κάτω απ΄ την ομπρέλα, πάμε κάτω απ΄ τη μαρκίζα αν θες, ομπρέλα δεν είχα ποτέ, πάντα βρεγμένος ήμουν.
Γι΄αυτό είπα δεν είναι εύκολο να περπατάς παράλληλα με τη Βίβιαν, αλλά ούτε ακολουθώντας μόνος.

-Νικόλα ξέρεις τη μέρα έχουμε; τον ρώτησε η Βίβιαν
-Γιατί να ξέρω, σε τίποτα δεν με ωφελεί.
-Μήνα;
-Δώδεκα χρόνια εδώ πάνω κατανοώ αλλιώς το χρόνο, με νοιάζει η κάθε στιγμή, αν δεν είναι Επικούρεια πάω παρακάτω, είμαι μεγάλος πια να ασχολούμαι με τα καμώματα των ανθρώπων. Έμαθα τους μήνες με τον καιρό, αντιλαμβάνομαι την ώρα απ΄το γύρισμα του ήλιου, εμπιστεύομαι το σώμα μου και τις ανάγκες του.
-Νικόλα πριν έρθεις εδώ τη δουλειά έκανες, πως ζούσες;
-Είχα ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο σε μια γειτονιά της Αθήνας, τριάντα χρόνια. Εδώ ήρθα μόλις πήρα σύνταξη, η επιλογή ήταν συνειδητή, το σχεδίαζα χρόνια. Είμαι ανοιχτό βιβλίο, ρώταμε ότι θες Βίβιαν, αλλά πάμε μέσα στο σπιτικό μου, έχω το τραπέζι στρωμένο και έτοιμο το πρωινό.
-Ααα, α, αυτό δεν είναι σπίτι αυτό είναι Βιβλιοθήκη, ξαφνιάστηκε η Βίβιαν
Ξαφνιάστηκα κι εγώ, μου θύμισε το σπίτι της Βίβιαν στο Παρίσι. Όλοι οι τοίχοι ξύλινες βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία, παντού βιβλία.
-Αυτά είναι όλα τα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου, δεν λείπει κανένα γιατί δεν δάνεισα ποτέ κανένα. Κάθε βιβλίο είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, γεμάτα σημειώσεις, από μικρός έψαχνα να βρω την άκρη, δεν τη βρήκα στην Αθήνα. Εδώ τη βρήκα.
-Διαβάζεις ακόμα;
-Όχι, όχι όπως διάβαζα, μόνο καμιά φορά γυρνάω πίσω στα βιβλία που διάβασα, στις σημειώσεις μου, δεν νομίζω πως χάνω και τίποτα, όλα έχουν ειπωθεί.
Είπαμε πέντε κουβέντες και καθίσαμε στο τραπέζι, στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντηλο, γύρω γύρω τέσσερα ξύλινα ίδια σκαμπό με διαφορετικά χρώματα τα μαξιλάρια, στη μέση ένα τριαντάφυλλο κόκκινο του χειμώνα, και γύρω γύρω φαγητά της φύσης.
Ομελέτα, αυγά μάτια, αυγά βραστά, αυτό θα πει ποικιλία πρωινού Νικόλα είπα εγώ ο βλάξ.. Ψωμί ζυμωτό να ζεσταίνεται στο τζάκι, βούτυρο και μέλι, σκοπελίτικη τυρόπιτα, χυμός από βρασμένα κεράσια και κορόμηλα, ποτό από κράνα…
-Ρε Νικόλα πολλά ετοίμασες, ποιος θα τα φάει όλα αυτά, είπε η Βίβιαν.
Αυτή την έκφραση την έχω ακούσει πολλές φορές και στο τέλος δεν μένει τίποτα στα πιάτα.
Η Βίβιαν έτρωγε σαν πουλάκι, ο Νικόλας σαν άνθρωπος κι εγώ σαν γουρούνι, πεινούσα το παραδέχομαι. Απορώ με τη λιτοδίαιτη Βίβιαν, τουλάχιστον να μη λέει ποιος θα τα φάει όλα αυτά.
Τα φάγαμε όλα, δηλαδή τα μισά εγώ, η Βίβιαν έτρωγε τα βιβλία στις βιβλιοθήκες σαν δορυφόρος ήταν που κάθεται σε σκαμπό.
Η Βίβιαν είπε ευτυχώς είχαμε τον Δήμο. Ξέρω γιατί το είπε.
Κάποτε πήγαμε για φαγητό, εγώ η Βίβιαν και ένα φιλικό μας ζευγάρι με τη κόρη του. Η μικρή Λητώ είχε παραγγείλει μπιφτέκι γεμιστό και ίσα που έφαγε μια άκρη, ποιος είδε την Βίβιαν και δεν την φοβήθηκε. Τι δεν είπε: Αν δεν πεινούσες κορίτσι μου δεν έπρεπε να παραγγείλεις, αυτό το πιάτο κάποιος κουράστηκε να το μαγειρέψει, πήρε ένα σωρό υλικά απ΄τη φύση, θανάτωσαν ένα ζώο, σπατάλησε ενέργεια να το ψήσει, υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν μα φάνε και άλλα τέτοια. Το κορίτσι κοκκίνησε από ντροπή, οι γονείς του δεν μίλησαν από διακριτικότητα, εγώ έλεγα στη Βίβιαν πως μπορεί να μην της άρεσε το κρεμμύδι που έβαλαν μέσα και σιγά τον μαιδανό που έβαλαν, αφθονεί στη φύση, η Βίβιαν θύμωνε μαζί μου, εγώ ντρεπόμουν για τη Βίβιαν, οι γονείς δεν μιλούσαν, είπαν απλά είχε φάει στο σπίτι, γενικά γίναμε μαλλιά κουβάρια για ένα μπιφτέκι γεμιστό. ( και αυτή τη φράση την έχω ακούσει πολλές φορές)
Ευτυχώς που είπαν οι γονείς θα το πάρουμε στο σπίτι να το φάει αύριο, το πήραν, εγώ όμως ήξερα πως οι φίλοι μας είχαν και σκυλί στο σπίτι, αλλά δε είπα τίποτα.
Ο Νικόλας είπε στη Βίβιαν πως δεν έφαγε πολύ, αλλά πρόσεξε κι αυτός πως η Βίβιαν έτρωγε και τα βιβλία.
Σηκώθηκε πήρε ένα από μια μικρή στοίβα, έγραψε μια αφιέρωση και της το χάρισε.
Αφορισμοί
Νικόλας Φεύγας
Εκδόσεις Κεντρί
Στο εξώφυλλο είχε ένα Λύκο που ούρλιαζε σε μπλε απόχρωση.
Η Βίβιαν δεν μ΄ άφηνε να δω την αφιέρωση, αλλά εγώ την είδα κρυφά. Δεν ήταν και καμιά σπουδαία.
Ότι απέμεινε, μόνο έγραφε.. Γενάρης 2025 και τίποτα άλλο.

Η Βίβιαν ξεφύλλιζε το βιβλίο, ο Νικόλας έβαλε ένα κούτσουρο στο τζάκι, μια γάτα νιαούριζε στα πόδια μας κι εγώ βγήκα έξω να κάνω πρωινό τσιγάρο.
Ο ήλιος σκαρφάλωνε τον ουρανό, το πρωινό ήταν ακόμα κρύο, το μέρος που ήμασταν έμοιαζε μακριά απ΄ τον υπόλοιπο κόσμο, πέρα απ΄τα έλατα στην πλαγιά, ένας ζωγράφος θα έλεγε νεκρή φύση. Η αυλή ήταν γεμάτο γυμνά δέντρα, αρμονικά φυτεμένα και ας μην του άρεσε η ομοιομορφία του Νικόλα, ακόμα ένα πέτρινο μικρό κτήριο στο βάθος σκεπασμένο με πλάκες Πηλίου, οι τριανταφυλλιές μόνο ήταν πράσινες. Τελικά δεν ήταν ούτε μια σπηλιά, ούτε ένας μικρός κήπος στην εξοχή, ήταν μια ολόκληρη εύφορη πεδιάδα, ένα Αγρόκτημα χαμένο από ανθρώπου μάτι.
Βγήκε και ο Νικόλας έξω.
-Πάω να ανοίξω και να ταΐσω τις κότες. Τις κλείνω τη νύχτα, μαλώνω συνέχεια με τα κουνάβια και τις αλεπούδες.
-Έρχομαι μαζί σου
-Έλα πάμε, στην άλλη άκρη είναι
Πήγαμε από την πίσω πλευρά του σπιτιού γύρω στα διακόσια μέτρα. Άλλα μικρά κτήρια, μια πέτρινη βρύση, κήπος με λαχανικά, και στο βάθος κότες. Τα δυό άλογα κάτω από ένα υπόστεγο, η μαύρη φοράδα και το άσπρος Λυτρωτής.
Ο Λυτρωτής μου λύνει τα πόδια, πάω όπου θέλω, είναι πολύ δυνατό άλογο. Σε δυό ώρες είμαι στο Βουλγαρέλι, κάνω τα ψώνια μου και γυρίζω.
Το κοτέτσι ήταν ξύλινο, υπερυψωμένο και καλαίσθητο, το προαύλιο περιφραγμένο με ψιλή σίτα, ακόμα και τη μέρα μπορεί να τις χάσω αν δεν είμαι εδώ, είπε. Ο Νικόλας έριξε καλαμπόκι στο χώμα, μόλις τις άνοιξε βγήκαν όλες μαζί, εγώ τις μετρούσα, 23 ήταν κι ένας κόκορας. Είχα δύο κοκόρια και όλη την ώρα μάλωναν.
Η Βίβιαν είχε μαζέψει το τραπέζι, μια μικρή κουζίνα, ένα άνετο μπάνιο και μια σκάλα που ανέβαινε πάνω στη σοφίτα, όλα νοικοκυρεμένα, καθαρά, ένα ζεστό ανθρώπινο σπίτι, απ΄έξω κτισμένο με πέτρα, από μέσα με βιβλία, ξεχώριζαν κάποιες φωτογραφίες πάνω στο τζάκι.
Η Βίβιαν καθόταν σε μια αναπαυτική πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι όταν επιστρέψαμε.
-Νικόλα πες μας για τις φωτογραφίες, ποιος είσαι;
Ο Νικόλας έπαιρνε μια μία τις κορνίζες τις χάιδευε και έλεγε… Εδώ είναι ο πατέρας μου και η μάνα μου, εδώ είμαστε με τη Μυρτώ ένα μήνα αφού γνωριστήκαμε στα 25, εδώ ο γιός μου ο Αλέξανδρος, εδώ ο εγγονός μου ο Νικ. Στον Νικ σταμάτησε, δάκρυσε, είμαι περήφανος γι΄αυτόν, είπε.
Ο Νικ είναι ένας επιστήμονας δεκαπέντε χρονών. Από μικρός φαινόταν, παρατηρούσε και ρωτούσε.
Του άρεσε να παρατηρεί τον ουρανό τη νύχτα, οι γονείς του έψαχναν για να απαντήσουν. Τώρα συνεργάζεται με τη ΝΑΣΑ, θέλει να σπουδάσει Ιατρική και Αστροφυσική Την προηγούμενη εβδομάδα πήρε ένα σημαντικό βραβείο για μία μελέτη που έκανε σχετικά με τον καρκίνο. Αν ερχόσασταν δυό μέρες πριν θα τον γνωρίζατε, ήταν εδώ, έρχεται συχνά με τους γονείς του.
Είμαι πολύ περήφανος για τον Νικ, είπε πάλι.

Η Βίβιαν ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερα για τον Νκ, ρωτούσε τον Νικόλα πως είναι η εφηβεία του, αν του απομένει χρόνος να ζήσει αυτά που κάνουν τα παιδιά στην ηλικία του, αν επαναστατεί σαν έφηβος και όλα αυτά που συζητούν οι γονείς, αν συζητούν, με έναν δεκαεξάχρονο.
Ο Νικόλας απαντούσε ήρεμα, νηφάλια, χωρίς περικοκλάδες, με στέρεες λέξεις, απόσταγμα ενός παιδεμένου μυαλού, ακολούθησε ένας διάλογος που παρακολουθούσα αμήχανος.
Ο Νικόλας έλεγε πως οι Έλληνες μαθητές είναι τα πιο διαβασμένα παιδιά στην Ευρώπη, αλλά αυτό δεν μετουσιώνεται σε ευτυχισμένους ανθρώπους και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.
-Κάποια παιδιά αντέχουν την πίεση που δέχονται και κάποια τα παρατάνε και οδηγούνται σε κακοποιητικές συμπεριφορές. Με φοβίζει η βία που ενσωματώνεται στους νέους τα τελευταία χρόνια μέσα στο άρρωστο περιβάλλον που καλούνται να ζήσουν. Η βία είναι πια κυρίαρχο συστατικό της σημερινής κοινωνίας. Βία στο σχολείο με άχρηστες πληροφορίες που καλούνται να μάθουν χωρίς να θέλουν, βία στο χρόνο που είναι ασφυκτικός, βία από τον ανταγωνισμό να επιβιώσεις, βία από την απαίτηση να διακριθείς. Από όλα αυτά λείπει το Θέλω. Αυτή η πίεση κάπου θα βγάλει.
-O Nικ πως είναι, πως αντιμετωπίζει το σχολείο, τα φροντιστήρια, τις ξένες γλώσσες, τις μουσικές, τις αθλητικές δραστηριότητες, του απομένει χρόνος να ανασάνει;
-O Νικ κάνει ότι θέλει, όχι ότι του ζητάνε. Οι γονείς του τον μεγάλωσαν έτσι, το μόνο που ήθελαν να γίνει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Είχε την δυνατότητα των επιλογών, δεν τον ανάγκασαν να γίνει ούτε γιατρός, ούτε αστροναύτης, ας γίνει ότι εκείνος θέλει, αγρότης, κτηνοτρόφος, τσαγκάρης.
Ο Νικόλας μου θύμισε τον John Lennon και την διάσημη φράση «Όταν πήγα στο σχολείο, με ρώτησαν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Έγραψα "ευτυχισμένος". Μου είπαν ότι δεν κατάλαβα την ερώτηση, και εγώ τους είπα ότι δεν καταλαβαίνουν τη ζωή»
Η Βίβιαν συμφώνησε
-Είναι σημαντικό ποιος θα βρεθεί στο δρόμο σου και πως θα σε επηρεάσει, είπε. Ο πατέρας μου διάβαζε, απ΄αυτόν έμαθα να διαβάζω κι εγώ, η μάνα μου είχε ένα καταπληκτικό κήπο, σπούδασα αρχιτεκτονική χώρων. Οι γονείς πλάθουν το παιδί, πιότερο απ ΄το σχολείο, αυτό έπεται.
-Το σχολείο σε καθορίζει, αν βρεθεί έστω κι ένας δάσκαλος να θυμάσαι. Οι περισσότεροι είναι διεκπεραιωτές υποχρεώσεων και αναγκών. Τους έχω ζήσει τους εκπαιδευτικούς και απ ΄τη καλή και απ΄ την ανάποδη, ήταν οι πιο δύστροποι πελάτες στο βιβλιοπωλείο, τους λέω πελάτες γιατί ελάχιστοι ήταν αναγνώστες.
-Ο Δάσκαλος είναι μια λέξη να τη λες και να γεμίζει το στόμα σου, κι όμως οι ίδιοι υποτίμησαν αυτό το λειτούργημα κάνοντας το μέσον επιβίωσης. Βεβαίως και η αδιαφορία της πολιτείας για την παιδεία, ένας καλλιεργημένος λαός είναι επικίνδυνος για την εξουσία.
-Ο άνθρωπος έχει άπειρες δυνατότητες, αρκεί να μην σταθεί εμπόδιο η ίδια του η χώρα. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, να εξορίζει τα πιο φωτισμένα μυαλά.
-Κάποτε σε πιο δύσκολους καιρούς ανέχειας, ήμασταν περήφανοι για τη χώρα μας και ελπίζαμε, πως φθάσαμε ως εδώ, είπε η Βίβιαν
-Μετά την Δικτατορία η Ελλάδα ήταν μια "πεινασμένη χώρα", έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ, δεν κατάφερε ακόμα να ισορροπήσει, έγινε έρμαιο των καιροσκόπων της πολιτικής, το ένα κακό έφερνε το άλλο, είπε ο Νικόλας.

-Είμαστε ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, είπε η Βίβιαν. Από το 1821 και μετά η ιστορία επαναλαμβάνεται, μεγάλες ηρωικές στιγμές και υποδούλωση πότε στους ξένους και πότε στους ντόπιους κατακτητές. Κάθε φορά φθάνουμε στο σημείο να λέμε, πάλι απ ΄την αρχή.
-Αυτή είναι η χώρα μας δυστυχώς, είπε ο Νικόλας. Μια χώρα με τόση ιστορία, τόσο πολιτισμό, τόση εύφορη γη, τόσο ήλιο, τόση θάλασσα, τόσα μυαλά που διαπρέπουν ανά τον κόσμο, θα μπορούσε να είμαστε ο παράδεισος της γης.
-Κι όμως τι απέγιναν οι περισσότεροι ήρωες του 21, έφυγαν πικραμένοι ή δολοφονημένοι από Έλληνες, αντισταθήκαμε ηρωικά στον φασισμό και μπλέξαμε στον εμφύλιο, αντισταθήκαμε στη χούντα και μπλέξαμε στη διαφθορά, το τίμημα της χώρας ολέθριο και η ζημιά ανυπολόγιστη.
Έχεις δίκιο Νικόλα ποτέ δεν ισορροπήσαμε, ποτέ δεν γαλήνεψε ετούτος ο τόπος.
-Η χώρα χρειάζεται φρέσκο αέρα, αλλιώς με τις ίδιες συνταγές θα πάμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Εγώ πάντως ήρθα στο βουνό και τον βρήκα, στην Αθήνα είχα χαθεί.
-Μόνος σου όμως εδώ στην ερημιά;
-Ερημιά είναι οι μεγάλες πόλεις τώρα, σου ροκανάνε τη ζωή δίχως να το καταλάβεις. Από τότε που ήρθα εδώ νοιώθω Άνθρωπος, κάθε μέρα είναι διαφορετική, ο καιρός, ο ουρανός, η μέρα, η νύχτα, το κρύο, η ζέστη, τα δέντρα, τα φυτά, τα ζώα μου, όλα με εμπνέουν να ζω. Στην Αθήνα ένοιωθα ένα πιόνι μέσα στο σύστημα, ένας άνθρωπος που κυνηγούσα τη ζωή, να προλάβω τις υποχρεώσεις, άγχος τη μέρα και πονοκέφαλο τη νύχτα. Μεγάλωσα κιόλας.
Εγώ παρακολουθούσα και έμεινα σιωπηλός, ο Νικόλας ήταν ένας απλός άνθρωπος, όπως όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι, δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα, δεν προσπαθούσε να πείσει κανέναν, μίλαγε σταθερά και αυθόρμητα.
-Η γυναίκα σου, δεν σε ακολούθησε; ρώτησε η Βίβιαν
-Η Δώρα ζει μέσα μου τώρα, σε κάθε αναπνοή μου. Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει τον δικό του σταυρό, η ζωή δεν είναι δρόμος με παπαρούνες, είναι ένα μεγάλο ανηφόρι από πόνο.
-Δηλαδή; Ti;
-Η γυναίκα μου πέθανε, πάνε τώρα δεκαέξι χρόνια. Πήρα τα κόκαλά της και ήρθα εδώ. Αυτά με στηρίζουν
-Πως, γιατί, έφυγε νέα..
-Αυτή η μάστιγα ο καρκίνος, επτά χρόνια τον παλεύαμε. Όταν πέθανε, ήθελα να πεθάνω κι εγώ, ήμασταν Ένα.
Τελικά έζησα.

Το τζάκι έκαιγε, το σπίτι ζεστό, γαλήνιο, ατμοσφαιρικό, ένα σπίτι που κάλυπτε τις βασικές ανάγκες και ξεκούραζε το σώμα, έδινε ενέργεια στο μυαλό και στο συναίσθημα.
-Στην αρχή όταν ήρθα εδώ μαγεύτηκα απ΄ το τοπίο, ήταν άνοιξη του 2014, όλα ήταν πράσινα, μια μικρή ζούγκλα ήταν. Ανακάλυψα μια σπηλιά λίγο πιο πέρα, θα σας πάω να τη δείτε, εκεί έμεινα δύο χρόνια με τα απολύτως απαραίτητα. Ήταν δύσκολα, ήταν και ψυχοθεραπεία όμως, πως ζούσε ο άνθρωπος των σπηλαίων, νομίζετε πως επειδή η ανθρωπότητα εξελίχτηκε είναι πιο ευτυχισμένη σήμερα; Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, και τότε και πάντα οι άνθρωποι ζούσαν τις μικρές και τις μεγάλες στιγμές τους. Εξελίχτηκε το ψωμί, εξελίχτηκαν και τα όπλα, εξελίχτηκε η επιστήμη, εξελίχτηκαν και οι αρρώστιες, σήμερα ο άνθρωπος έχει ίντερνετ και δεν έχει χαρά. Ο Εμίλ Ζολά σαρκάζει στο βιβλίο του Η χαρά της ζωής την τόση δυστυχία των ανθρώπων. Πλανάται ο θάνατος. Αυτή είναι η ζωή.
Μεγάλωσα πια, δεν με φοβίζει ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος. Είμαστε μια κουκίδα στο σύμπαν, μια στιγμή στο άπειρο του χρόνου, μια πυγολαμπίδα της νύχτας. Ζούσα στην πόλη, όπως ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ήρθα εδώ γυμνός από περιττά αγαθά, απαλλαγμένος από τσιτάτα, δίχως ιδιοτελείς ιδιότητες, δίχως συγκρίσεις και ανταγωνισμούς, ήρθα εδώ να δω ποιος είμαι.
Όλα έχουν το τίμημα, δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε δύσκολο να ζεις μόνος. Είναι όμως ανθρώπινο και αν με ρωτήσετε αν νοιώθω μόνος θα πω όχι. Έχω τη γυναίκα που αγάπησα, έχω επισκέψεις ανθρώπων που αγαπάω και μ΄ αγαπάνε, έχω πολλούς φίλους που ζουν σαν εμένα και βρισκόμαστε όποτε θέλουμε. Στην πόλη ένοιωθα μόνος "μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου".
Η πόλη απέτυχε, κάποτε ήτα μαγνήτης τώρα είναι καταστροφή, δεν είναι παραλογισμός η μισή Ελλάδα να ζει στην Αθήνα; Ερήμωσε η φύση, κέρδισε το τσιμέντο, οι άνθρωποι ζουν σε κλουβιά που τα ονόμασαν σπίτια, ο ένας δεν ξέρει τον άλλον, όλοι τρέχουν να προλάβουν, να προλάβουν τι; Η επιζητούμενη μοναχικότητα δεν είναι μοναξιά, είναι δημιουργία. Το χώμα είναι που θρέφει τη ζωή.
-Νικόλα πάρε μια ανάσα, δείχνει πως λαχταράς να μιλήσεις σε κάποιον, καταλαβαίνω, είπε η Βίβιαν.
-Είναι καλύτερα να μιλάω σε ανθρώπους που μ΄ ακούνε και καταλαβαίνουν, παρά στο πλήθος που ούτε θέλει, ούτε μπορεί να καταλάβει. Είμαι μεγάλος πια, έζησα χρόνια μες το ανώνυμο πλήθος της πόλης, μες τους απλούς ανθρώπους και μες την ψεύτικη βιτρίνα των επωνύμων, με μια ματιά μπορώ να καταλάβω πια.
-Στην αυλή είδα ένα σκάκι, με ποιόν παίζεις, ρώτησα κι εγώ
-Μόνος μου, δεν θέλω πια άλλον αντίπαλο, έχω τον εαυτό μου. Μόνο αυτόν να νικήσω μου φτάνει.
Όταν έρχεται ο Νικ περνάμε ώρες πάνω στο σκάκι, είναι σαν να θέλω να του μεταφέρω την εμπειρία των χρόνων που έζησα, να πάρω πίσω τη νιότη που έχασα.
- Η ζωή είναι ωραία, είπε η Βίβιαν
-Απίθανη ταινία, του Ρομπέρτο Μπενίνι, κάτι έπρεπε να πω κι εγώ..
-Καμία σχέση Δήμο, ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε, Η ζωή είναι ωραία, κοίτα να τη χαρείς!

-Νικόλα πως μετέφερες υλικά, πως έκτισες το σπίτι; Ρώτησε η Βίβιαν
-Υπήρχε ένας μεγάλος βράχος λίγο πιο πέρα, εκεί έβαζα φουρνέλα και σκάλιζα την πέτρα. Είχα κάποιες οικονομίες και τις ξόδεψα όλες. Κουβάλησα τα υλικά με κυρατζήδες από το Βουλγαρέλι.
Από την Αθήνα έφερα μόνο τα βιβλία και τη Δώρα. Τα έφερα με φορτηγό ως το Βουλγαρέλι, από εκεί ως εδώ με drone. Τα βιβλία ήταν πολλά, πιο πολλά από τις πέτρες και τα τσιμέντα. Όσα βιβλία έχω διαβάσει είναι στις βιβλιοθήκες, τα υπόλοιπα που έμειναν απούλητα όταν έκλεισα το Βιβλιοπωλείο, τα έβαλα ανάμεσα στους δυό τοίχους για μόνωση, ήταν γύρω στις έξι χιλιάδες βιβλία.
Το σπίτι είναι δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό τον χειμώνα. Η καλύτερη μόνωση ήταν τα βιβλία.
-Μα, εσύ βιβλιοπώλης έθαψες τόσα βιβλία, του είπε η Βίβιαν.
-Ένα αδιάβαστο βιβλίο είναι ότι και η πέτρα, τίποτα παραπάνω. Ένα βιβλίο μεταφέρει τον δημιουργό στον αναγνώστη. Αν δεν υπάρξει αναγνώστης ίσαμε την πέτρα είναι.
Με τα βιβλία που είχαν σκληρά εξώφυλλα έκτισα το σπιτάκι για τα σκυλιά. Βιβλία και λάσπη είναι πάμε να το δείτε.
-Γιατί δεν τα χάρισες σε μια βιβλιοθήκη, σε κάποιον που τα ήθελε
-Κανένας δεν τα ήθελε, άκουσες ποτέ κανέναν να πει δεν διαβάζω γιατί δεν έχω χρήματα να αγοράσω βιβλία;
Βγήκαμε στο Αγρόκτημα. Η Βίβιαν έμεινε έκθαμβη όταν είδε το σπίτι του σκύλου. Εγώ πάλι το θεώρησα μια τρέλα του Νικόλα. Τα περισσότερα ήταν παιδικά βιβλία και τα είχε τοποθετήσει κάθετα, ανάμεσα στη λάσπη διάβαζες τους τίτλους, ήταν μοναδικό αυτό που έκανε.
-Μα είναι δυνατόν να έκανες τα βιβλία του Ιουλίου Βερν ντουβάρια, πως μπόρεσες;
-Απορείς, αλλά δεν απορείς όταν οι άνθρωποι επενδύουν στα ντουβάρια και όχι στην σκέψη.
Ο Νικόλας και η Βίβιαν διαφωνούσαν για ώρα, εγώ έπαιζα με τον Max, ήταν ένα πανέξυπνο σκυλί. Η Λούνα το άλλο σκυλί καθόταν σκεφτική πιο μακριά.
Η Βίβιαν είχε εντοπίσει τις Ασκήσεις ύφους του Ρεμόν Κενό και έλεγε στον Νικόλα αν μπορεί να το βγάλει μέσα από τη λάσπη και να βάλει άλλο στη θέση του. Ο Νικόλας της έλεγε πως δεν γίνεται, η Βίβιαν έλεγε πως είναι εξαντλημένο, τελικά είδα τον Νικόλα να σκαλίζει τη λάσπη, η Βίβιαν έλεγε πως είναι από τα πιο πρωτότυπα βιβλία, δια ασήμαντον αφορμή, ο Νικόλας έλεγε πως ήταν πειράματα του Κενό, ένας καυγάς ενός νεαρού εν ώρα αιχμής μέσα σε ένα Παρισινό λεωφορείο, ε και, χιλιάδες γελοίοι καυγάδες γίνονται κάθε μέρα. Η Βίβιαν έλεγε πως είναι δεξιοτέχνης και ευφυής ο Κενό γιατί μπόρεσε να γράψει ένα μικρό τσακωμό με 99 διαφορετικούς τρόπους.
Ο Νικόλας κατάφερε να βγάλει το βιβλίο απ΄ τον τοίχο, ένα μικρό βιβλίο ήταν, μια ρωγμή άφησε, και η Βίβιαν είπε για τα βιβλία που γίνονται ντουβάρια, και τα ντουβάρια που ξαναγίνονται βιβλία.
Εγώ σκεφτόμουν πως ο Νικόλας πολλά χατίρια έκανε στη Βίβιαν και πως εγώ αυτό δεν θα το έκανα ποτέ.
Ο Max άρχισε να γαυγίζει και έτρεχε προς την άλλη άκρη, τον ακολούθησε και η Λούνα γαυγίζοντας.

Συνέχεια στο Μια βοσκοπούλα αγάπησα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου