24 Ιαν 2026

" Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη"

 

Μείναμε μόνοι μας στο κελάρι, η ζωή στο υπόγειο είναι βουβή, η Βίβιαν έδενε τα μαλλιά της, εγώ φωτογράφιζα τη σκιά της, μια χαραμάδα φως.
-Πάρε με αγκαλιά, κουράστηκα είπε η Βίβιαν και έγειρε πάνω μου.
-Κι εγώ κουράστηκα, ξοφλημένες θεωρίες η ζωή μας.
-Τι απομένει;
-Μόνο η αγάπη, να μ΄ αγαπάς, όσο μπορείς να μ΄ αγαπάς, να σ΄ αγαπάω, όσο μπορώ να σ΄ αγαπάω.
-Δήμο δεν είναι λέξεις η Αγάπη.
-Τι είναι;
-Στα δύσκολα δεν τα παρατάς και φεύγεις. Αυτό είναι. Είναι θυσία.
-Εδώ είμαι, σαν μην έφυγα ποτέ.
-Άλλος Τσίπρας μου προέκυψε, είπε η Βίβιαν
-Τι σχέση έχει ο Τσίπρας με μας;
-Στα δύσκολα τα παράτησε, δεν τόλμησε, το ίδιο κι εσύ.
-Βίβιαν σταμάτα τις συγκρίσεις, άλλο η αγάπη κι άλλο η πολιτική.
-Το ίδιο είναι.
-Τι λες τώρα;
-Είμαστε το όλον Δήμο, δεν είμαστε τετραγωνάκια που τα τσεκάρουμε που πήγαμε καλά και που όχι.Υιοθέτησα και μεγάλωσα δυό παιδιά, δίδαξα στο Πανεπιστήμιο, έγραψα βιβλία, ναι μεν αλλά, νομίζεις όλα αυτά σε κάνουν από μόνα τους ευτυχισμένο άνθρωπο;
-Μην είσαι αχάριστη, έκανες πολλά!
-Δήμο αν δεν έφευγες τότε θα είχαμε μια ζωή δική μας, όλα θα ήταν αλλιώς, ποτέ δεν μπόρεσα να αγαπήσω άλλον άντρα όπως εσένα. Και ρε φίλε ήμασταν νέοι, είχαμε τη ζωή μπροστά μας. Ούτε ένα παιδί δεν κάναμε μαζί. Φορές σκέφτομαι πως αν μέναμε και στο χωριό, ίσως και να ήμασταν καλύτερα. Το πιο μεγάλο ταξίδι γίνεται μέσα μας.
-Βίβιαν, μην γυρνάς πίσω, ότι έγινε δεν αλλάζει, τώρα είμαστε εδώ και είμαστε μαζί.
-Μαζί, χωρίς τη νιότη μας
-Μα νέοι είμαστε, μπροστά μας έχουμε χρόνια ακόμα. Άκουγα στο ραδιόφωνο μια κυρία μιλούσε για την ποίηση του Ελύτη, νόμιζα ότι ήταν είκοσι χρονών, η φωνή της, η σκέψη της, τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι πέρασε τα ενενήντα.
-Το σώμα της δεν το έβλεπες όμως, αυτή είναι η μαγεία του ραδιοφώνου. Ακούς μόνο τη φωνή και τη σκέψη του εκφωνητή, σκέπτεσαι κι εσύ μαζί, η εικόνα ραγίζει, αφαιρεί τη φαντασία, αποσπά την σκέψη, κερδίζει την προσοχή.
-Το δικό σου σώμα είναι σαν της Αφροδίτης της Μήλου όμως.
~ Η εσωτερική ομορφιά μετράει και η δική μου τσαλακώθηκε από σένα Δήμο.
-Βίβιαν πάντα ήθελες να κολυμπάς στα βαθιά, δεν αντέχω άλλο το υπόγειο πάμε πάνω. Έχω δει ανθρώπους στα ρηχά χαρούμενους και στα βάθη θλιμένους.
- Ρηχός ο πόνος, ρηχή και η χαρά. Θυμήσου τον Νίκο Μπελογιάννη:
“Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να ‘χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ’ τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη….”

Ο ήλιος ψήλωσε, η μέρα ζέστανε, οι μουσικές του Νικόλα πλημμύρησαν την αυλή, το τραπέζι στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντηλο, ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια με κόκκινο κρασί.
-Έβαλα να παίζει η αγαπημένη μου κασέτα, ήταν την δεκαετία του 80, τραγούδια που μίλαγαν στην καρδιά μας, τραγούδια που μεγάλωναν τη σκέψη και το μπόι μας. Τότε στις 6 -7 κάθε απόγευμα ήταν "τα τραγούδια της παρέας", όλα ήταν μικρά τότε, τα σπίτια μας μικρά, οι δρόμοι μας μικροί, τα πορτοφόλια μας μικρά, μόνο τα όνειρα ήταν μεγάλα. Και τα τραγούδια μας.
-Έχεις ακόμα κασέτες από τότε Νικόλα, πως άντεξαν.
-Δεν άντεξαν, κάθε φορά που πάνε να φθαρούν τις αντιγράφω, αν δεν συντηρείς τη φλόγα πεθαίνει και η μνήμη.
-Ναι αλλά ο κόσμος προχώρησε, τι ωφελεί να γυρίζεις πίσω, είπα κι εγώ.
-Αυτά είναι τσιτάτα Δήμο. Δίχως την ιστορία δεν υπάρχει παρόν, ούτε μέλλον, τούτος ο τόπος πέρασε πολλά να φτάσει ως εδώ, κάποτε ήμασταν και εμείς νέοι, αν αρνηθείς τη νιότη σου αρνιέσαι τη ρίζα που σε μεγάλωσε. Όλα τα αγαπάω, όσα θυμάμαι, όταν έχω χρόνο σκαλίζω το παρελθόν, άλλοτε νοσταλγικά και άλλοτε βασανιστικά. Όλα είναι μια λέξη, Συγκίνηση.
Αυτή που δεν βρίσκει τόπο να σταθεί σήμερα, θα περιφρονηθεί, θα σαρκασθεί, θα ειρωνευτεί.
-Αν οι λέξεις δεν έχουν την καρδιά τους πεθαίνουν, έτσι Νικόλα, δεν γουστάρω πεθαμένες καλησπέρες, το είπε καλά ο Πασχαλίδης στο Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Τι φρίκη ο κόσμος σήμερα, τριάντα παιδιά δολοφονούνται στην Παλαιστίνη και ούτε ένα δάκρυ.
-Ψυχραιμία παιδιά, δεν σώνεται τίποτα με τα δάκρυα, είπα κι εγώ ένα μοτίβο της εποχής μη χάσω τον "εκσυγχρονισμό μου"
-Τα καλύτερα τραγούδια γράφτηκαν ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ Δήμο. Δίχως συγκίνηση είναι στέρφα η φαντασία, είπε ο Νικόλας και πήγε να φέρει τη φωτογραφική μηχανή.
Γύρισε με μια Nikon F2 σαν αυτή που είχε ο Κλιντ Ίστγουντ, στις Γέφυρες του Μάντισον.
Την άφησε πάνω στο τραπέζι.
Στην υγειά μας, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.
Ακουγόταν το Μεγαλυνάρι του Νικηφόρου Βρεττάκου, τραγουδούσε η Χορωδία Τρικάλων, το λατρεύω αυτό το τραγούδι είπε η Βίβιαν.
Όταν δέσουν οι στίχοι, η μουσική η φωνή τότε γεννιέται ένα κράμα που σε πάει στο Θεό.
Ένα πεύκο φυτρώνει στο Σούνιο, άλλο ένα καταμεσής στην άσφαλτο.
Ο νους ανεβαίνει στο Έβερεστ, εκεί γράφω το Ό νομά σου και κατεβαίνω πάλι ταπεινά στη γη, να υμνήσω Εσένα.
Πέλαγος η μουσική, πιο βαθιά απ΄το Αιγαίο, πιο γαλαζοπράσινη απ΄το Ιόνιο, ως το Κρητικό πέλαγος ανοίγει ορίζοντες, μυρίζει θυμάρι στον Αίνο της Κεφαλονιάς, πετάει στην κοιλάδα με τις πεταλούδες στη Ρόδο, κολυμπάει στα γαλάζια νερά της Μήλου, φθάνει στα μυστικά της Σαμοθράκης, ξενυχτάει στη Ικαρία, τρελαίνει τους τουρίστες στον Λαγανά, αγιάζει τους καλόγερους στο Άγιο όρος, περπατάει στα δάση με τα πεύκα της Εύβοιας, κυλάει μες τα νερά του Βοϊδομάτη, αγκαλιάζει όλη την Ελλάδα, τον γαλανό ουρανό, το πράσινο της Άνοιξης, ίδια με το Ελληνικό Καλοκαίρι κάνει βουτιές στα καζάνια του Αχελώου.

Ο Νικόλας πήρε τη μηχανή να φωτογραφίσει τη ΒίΒιαν, η Βίβιαν αρνήθηκε, μετά από τη νύχτα που πέρασα μόνο φωτογραφία δεν θέλω, είπε.
Τότε ο Νικόλας μας είπε πως από την πρώτη στιγμή που είδε την Βίβιαν, φαντάστηκε την Δώρα στην ηλικία της, δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Είπε πως έμοιαζαν σαν δυό σταγόνες νερό και όλη αυτή η ομοιότητα τον έχει αναστατώσει, έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία της Δώρας στα πενήντα τρία της, δύο χρόνια πριν πεθάνει. Ήταν ίδιες, πράγματι. Η Βίβιαν είδε τον εαυτό της νεότερο, εγώ τη Βίβιαν σε μια φωτογραφία που της έβγαλα μπροστά στο μουσείο του Λούβρου, ο Νικόλας την γυναίκα που αγάπησε πριν η αρρώστια κλέψει την ομορφιά της.
Έπεσε βαθιά σιωπή, ο Πουλόπουλος την έκανε ακόμα βαθιά, λες και τον είχαμε παραγγελία εκείνη την ώρα, πέσαμε κι εμείς στα πατώματα ή καλύτερα πάνω στον Δρόμο και ήταν μέρα μεσημέρι. Πληγές που άνοιξαν, ο καθένας μας είχε το δικό του λόγο.
Η Βίβιαν έλυσε τη σιωπή.
-Νικόλα σε παρακαλώ σταματάς αυτή την κασέτα. Και μετά βγάλε όσες φωτογραφίες θες, τίποτα δεν αλλάζουν οι φωτογραφίες, ο κόσμος ζει μέσα μας, μόνο μη μου ζητήσεις χαμόγελα. Από τότε που βγήκαν τα κινητά ξεχείλισαν οι φωτογραφίες, όλες ίδιες, όλες όμορφες, όλες χαμογελαστές, όλα καλά κι όλα ωραία. Τόσος ναρκισσισμός δεν υπήρξε ποτέ.
Ο Νικόλας υπάκουσε, έκλεισε τη μουσική και πήρε τη μηχανή, ένα κλικ και τέλος. Μου αρκεί.
-Σ΄ ευχαριστώ Βίβιαν, είπε, και κύλησε ένα δάκρυ απ΄τα μάτια του.(Το δάκρυ βέβαια ήταν ένα, ή από το δεξί ή από το αριστερό βγήκε, και από τα δυό πάντως δεν γίνεται).
Η Βίβιαν πάλι έδενε τα μαλλιά της, δεν είπε τίποτα. Συνήθως στο Ευχαριστώ λέμε Παρακαλώ.
Ο Νικόλας έφερε μια πιατέλα με μικρά μεζεδάκια, κεφτεδάκια, λουκάνικα, σουβλάκια, σνίτσελ, την έβαλε στο κέντρο του τραπεζιού. Η Βίβιαν σηκώθηκε και πήγε να βοηθήσει, έφερε τρία άσπρα πιάτα, και μαχαιροπήρουνα, ο Νικόλας έφερε πατατοσαλάτα και τσαλαφούτι. Η Βίβιαν έφερε ένα πιάτο βλίτα, εγώ μόνο χόρτα θα φάω είπε.
Είπα να κάνω κι εγώ κάτι, γέμισα τα ποτήρια κόκκινο κρασί, το ένα το παραγέμισα κι έβαψε κόκκινο το άσπρο τραπεζομάντηλο. Ο Νικόλας είπε δεν πειράζει, η Βίβιαν μου είπε, πάντα απρόσεκτος είσαι Δήμο.
-Χρόνια πολλά Νικόλα, να είσαι πάντα ο εαυτός σου, είπε η Βίβιαν!
-Αν δεν ήσασταν εδώ θα ήμουν μόνος μου σήμερα, ελπίζω να μη χαθούμε.
-Πόσες φορές δεν είπαμε να μη χαθούμε με ανθρώπους που ήρθαμε κοντά και χαθήκαμε, είπα εγώ και κατάλαβα πόσο μόνος μου έμεινα.
Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας, έγραψε ο Ελύτης.


Ηλιόλουστη καθαρή χειμωνιάτικη μέρα του Γενάρη, η κοιλάδα του Νικόλα γιορτάζει, ο κόσμος μοιάζει ανύπαρκτος, τα έλατα, ο γαλανός ουρανός, το κόκκινο κρασί, οι ανέμελες σκέψεις, τα σκυλιά μας κοιτούν στα μάτια, μια κατσίκα βελάζει, τα δέντρα στο κτήμα γυμνά περιμένουν την άνοιξη, αλλού πολεμάνε, αλλού σκοτώνονται, αλλού πεθαίνουν, εδώ όλα είναι μια Κυριακή απόγευμα, χαλαρώνουν με τη φωνή της Αρλέτας και σιωπή του βουνού.
-Κάποτε, μετά από χρόνια τούτη η εποχή θα μοιάζει σαν τη δεκαετία του 30, είπε ο Νικόλας. Αυτή η αβεβαιότητα κάπου θα βγάλει. Και δεν θα αργήσει. Όταν τα προβλήματα φτάνουν στο απροχώρητο για τους πολλούς, όταν ο πλούτος της χώρας συσσωρεύεται στους λίγους, όταν τα σκάνδαλα βουλιάζουν τη χώρα, ποιος μπορεί να φανταστεί τι άλλο θα γίνει ή τι πρέπει να γίνει να ξεσηκωθεί ο λαός και να πάρει στα χέρια του την πορεία του τόπου.
-Είναι δύσκολο Νικόλα, η εξουσία έχει γίνει ανίκητη, ελέγχει τα πάντα, η προπαγάνδα που υφίσταται ο κόσμος είναι πρωτοφανής, είπε Η Βίβιαν. Ακόμα και οι λέξεις έχασαν το νόημα που είχαν, δεν υπάρχει μπέσα σήμερα. Έφτιαξαν την κοινωνία του "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Ο Όργουελ έχει ξεπεραστεί, η εξουσία πάντα θα πετάει ένα κόκαλο στους φτωχούς και θα καρπώνεται το φιλέτο. Κι από πάνω ο καημένος πολίτης θα πανηγυρίζει κιόλας.
-Φτάσαμε να εισάγουμε ποδοσφαιριστές αξίας όσο ένα νοσοκομείο, άρτος και θεάματα είναι ικανά και βολικά να αλλοιώνουν συνειδήσεις και οράματα.
-Εισάγουμε τα πάντα, αυτοκίνητα, μηχανές, ψυγεία, πλυντήρια, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία ..και λεμόνια. Εντάξει ρε Νικόλα, τα πλυντήρια τα χρειαζόμαστε να ξεπλένουμε τα σκάνδαλα, αλλά και λεμόνια.
Έπρεπε να πω κι εγώ κάτι, είπα: Όλα είναι θέμα οικονομίας, είπα με ύφος Στουρνάρα, η οικονομία κινείται αλλιώς σήμερα, επενδυτικά.
-Επενδύσαμε. Έχουμε τα καλύτερα γκαρσόνια στην Ευρώπη, ακόμα και μες τη θάλασσα σερβίρουν κολυμπώντας, είπε ο Νικόλας.
-Εξάγουμε κιόλας Νικόλα, στέλνουμε έξω τους καλύτερους επιστήμονες, τα καλύτερα μυαλά στις πιο παραγωγικές ηλικίες. Αυτό οι ξένοι το εκτιμάνε και έρχονται διακοπές εδώ τα καλοκαίρια. Μια φέτα καρπούζι με μια χάρτινη ομπρελίτσα θα μας σώσει.
Επιτέλους βρήκα κάτι σωστό κι εγώ να πω πάλι: Αν δεν σωθούμε μόνοι μας ούτε το καρπούζι θα μας σώσει.
Τελικά κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιος θα μας σώσει. Άλλοι λένε ο Άδωνης με τη φωνή του, άλλοι ο Ανδρουλάκης με το ύφος του, κάποιοι λένε μόνο οι κηραλοιφές απαλύνουν τον πόνο, άλλοι μιλάνε με πόσο σκέρτσο χορεύει ο Κουτσιούμπας, υπάρχει και ο Φάμελλος ο Σωκράτης που διορθώνει το σπίτι του ακόμα, ένας γείτονας λέει πως η Λατινοπούλου είναι όμορφο κορίτσι και θα πνίξει όλους τους μετανάστες, άλλοι περιμένουν τον Μεσσία, ακόμα λένε είναι σε χειμέρια νάρκη, άμα ξυπνήσει θα δείτε… Ε δεν μπορεί κάποιος απ΄ όλους αυτούς θα μας σώσει όπως παλιά.
Να είστε αισιόδοξοι, αρκεί να δώσουμε τη δυνατότητα στον καθένα να ξεδιπλώσει τις αρετές του.
Όπως παλιά!


Καλοκαίρι 2026
Η Βίβιαν ήρθε από πάνω μου την ώρα που γράφω, άρχισε πάλι να με ειρωνεύεται πως γράφω κείμενα για πουλάκια, -εντωμεταξύ ούτε ένα πουλάκι δεν κελάηδησε ως τώρα πέρα από τον δικό της τον κοκκινολαίμη, για αστέρια, - εντωμεταξύ όλη νύχτα είχε συννεφιά, λέει πως ο κόσμος έχει προβλήματα και συ κάθεσαι και ονειροπολείς φευγάτος.
-Τι θες να κάνω, την ιστορία αφηγούμαι
-Και ποιόν ενδιαφέρει η δικιά μας εκδρομή, σπουδαία γραφή να γράφεις πως δένω τα μαλλιά μου.
-Εσύ που ξέρεις ότι γράφω για τα κοτσιδάκια σου, ούτε για την πασχαλίτσα έγραψα, ούτε για τη μαργαρίτα, σιγά τα κοτσιδάκια σου, δεν εξηγείται αλλιώς άνοιξες τον υπολογιστή μου, παραβίασες το προσωπικό μου απόρρητο.
-Ξέρεις καλά αυτό δεν θα το έκανα ποτέ.
-Τότε που ξέρεις;
-H Βασίλω μου είπε, τη βρήκα στον μπακάλη.
-Η Βασίλω δεν ξέρει να διαβάζει, πως το είδε;
-Της το είπε ο Λίας, που το είδε στο ίντερνετ, και γιατί ανεβάζεις την ιστορία στο ίντερνετ πριν την γράψεις καν, σε ξέρω καλά, θα την παρατήσεις στη μέση.
-Θα τα καταφέρω, θα δεις και ούτε για τα κοτσιδάκια σου θα πω τίποτα, να πάλι τα μαλλιά σου δένεις με χελώνα τώρα, μάζεψες όλα τα ζωάκια να δένεις τα μαλλιά σου.
-Με τέτοια ζέστη τι θες να κάνω;
-Να τα κόψεις κοντά.
Κουβέντα στην κουβέντα πάλι θα καταλήγαμε σε καυγά, δεν είναι εύκολη η συγκατοίκηση με τη Βίβιαν, βέβαια το ίδιο λέει κι αυτή για μένα. Ευτυχώς που χτύπησε το τηλέφωνο, αλλά κι αυτό μου το έκλεισε στα μούτρα χωρίς να φταίω εγώ…
Ήταν μια ωραία φωνή από τη Vodafon, μόνο ένα ναι πρόλαβα να πω και άρχισε να μου λέει μια μεγάλη προσφορά της εταιρίας, πως μπορώ να μιλάω όσο θέλω, να μπαίνω όση ώρα θέλω στο ίντερνετ και να στέλνω όσα μηνύματα θέλω. Της είπα πως είναι πλουσιοπάροχη με πολλά χαρίσματα και πως συμφωνώ, αρκεί να μου κάνει η εταιρία ένα αυτοκίνητο που θέλω δώρο. Της είπα πως ξέρω τι θέλω δεν θα την παιδέψω, της είπα μάρκα, μοντέλο και χρώμα.
Κύριε νόμιζα πως μιλούσαμε σοβαρά είπε και μου το έκλεισε με δύναμη.
Άκου να μου κλείσει το τηλέφωνο, έβαλα μια παγωμένη βότκα με λεμόνι να το χωνέψω..
Έτσι όμως χάνεις τη ροή της ιστορίας και γράφεις άρες μάρες κουκουνάρες να γεμίσεις το χαρτί.
Άστο καλύτερα αύριο, "αν δεν έχεις κάτι να πεις μη λες τίποτα", αυτό το λέει συχνά η Βίβιαν.

Μπορεί να μας σώσει ο έρωτας, είπε ο Νικόλας, περιχαρακώνουμε τον έρωτα στην έλξη των φύλων, δεν είναι μόνο αυτό. Αν ότι κάνεις δεν σε συναρπάζει, αν δεν το σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς, άστο καλύτερα. Η δικιά μου ζωή έτσι ήταν, τώρα δεν είναι, μεγάλωσα, μίκρυναν τα όνειρα. Οι άνθρωποι δεν αφήνονται, ο ορθολογισμός τους τσάκισε. Μετά τους ναρκώνουν τα προβλήματα που δεν θα υπήρχαν αν λειτουργούσαν με το νου και την καρδιά. Έρωτας είναι ότι ονειρεύτηκες. Η δουλειά σου, ο κήπος σου, οι φίλοι σου, τα βιβλία σου, οι μουσικές σου, ένα ποτήρι δροσερό νερό το καλοκαίρι, μια πεταλούδα στα μαλλιά σου, οι στιγμές σου, αυτή είναι μια στιγμή μας που θα θυμάμαι. Μια νύχτα που χόρευε στους ώμους σου μια όμορφη γυναίκα κι ας χάθηκε την άλλη μέρα, μια ταινία που είδες με την αγαπημένη σου στο σινεμά ο Παράδεισος, ένα τραγούδι που άκουγες ένα καλοκαιρινό βράδυ δίπλα στη θάλασσα, μια αγκαλιά λουλούδια που χάρισες στα γενέθλια στη μάνα σου, το μοναδικό δάκρυ που είδες του πατέρα σου, έρωτας είναι τα παιδιά που μεγάλωσες, είναι το θαύμα που γεννήθηκες. Έρωτας είναι να ξυπνάς πρωί να δεις την ανατολή, να κάνεις ενός λεπτού σιγή το ηλιοβασίλεμα, να παίζεις σαν μικρό παιδί με τα σκυλιά σου, να παρατηρείς τους ανθρώπους, τα βουνά και τις θάλασσες, τα φυτά και τα ζώα, έρωτας είναι να αγαπάς όλο τον κόσμο στο πρόσωπο του ενός. Ο έρωτας είναι η ανιδιοτέλεια, σε έναν κόσμο ιδιοτέλειας, να δίνεις, να δίνεσαι. Ο έρωτας θα γίνει αγάπη, η αγάπη θα φέρει αγάπη, η ζωή θα γεμίσει με τα σημαντικά, να τραγουδάς, να χορεύεις, να ζωγραφίζεις, να μετράς τις χαρές ίδια με τις λύπες.
"Δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας. Ας κάνουμε τη στιγμή αυτή αιωνιότητα. Άλλη αθανασία δεν υπάρχει." γράφει ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο.
Ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια κόκκινο κρασί.
Στην υγειά του έρωτα, είπε.
-Το πρόβλημα είναι πως ο έρωτας περνάει, είπε η Βίβιαν. Είναι σαν το τζιτζίκι, ζει χρόνια μες τη γη και μόλις βγει για ζευγάρωμα πεθαίνει.
-Το τζιτζίκι σμίγει τον έρωτα με τον θάνατο. Μόλις ζευγαρώσει, επειδή ξέρει πως θα χαθεί ο έρωτας πεθαίνει. Του φτάνουν φαίνεται οι πέντε εβδομάδες να πάει στην αιωνιότητα
-Νικόλα το κάθε ον έχει τη μοναδικότητα, ανώφελη η σύγκριση.
-Βίβιαν έχουμε όλα τα όντα ένα κοινό, μας περιμένει ο θάνατος. Το τζιτζίκι ζει και τον έρωτα και τον θάνατο σύντομα. Πεθαίνει τραγουδώντας και τον έρωτα και τον θάνατο. Έζησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου