Ο Γιάννους ήταν ένας "μαθητής" του Κάφκα, έγραψε ένα βιβλίο, Κουβεντιάζοντας με τον Κάφκα, κοντά μισό αιώνα πριν, το διάβαζα μέσα στο τραίνο της διαδρομής Βοστώνη- Ουάσιγκτον, εκείνο που θυμάμαι πως έφευγαν οι εικόνες στην ταχύτητα του τραίνου, ο Κάφκα έλεγε πως η ειδοποιός διαφορά της λογοτεχνίας με τον σινεμά είναι ότι η πρώτη σε κάνει να δημιουργείς εσύ τις εικόνες, ενώ το σινεμά σου επιβάλει ακατέργαστη την εικόνα, αστραπιαία έβλεπα τα κτίρια και τα λιβάδια απ΄το παράθυρο του τραίνου, -αμάσητα κατάπια τότε τα σαγόνια του καρχαρία και τον King Kong να σκαρφαλώνει τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης,- γύριζα πίσω τις σελίδες του βιβλίου και ξαναδιάβαζα όταν έχανα την ροή του λόγου απ΄τις παιχνιδιάρικες εικόνες της φύσης, σταμάταγα το διάβασμα και έκλεινα τα μάτια, γινόμουν ο ίδιος σκηνοθέτης, δεν κατάφερα ποτέ βέβαια να γίνω αληθινός σκηνοθέτης, η κρυμμένη ουτοπία με απέρριψε και μ΄ έστειλε αδιάβαστο στα οικονομικά μπάζα, προϋπολογισμοί και ισολογισμοί, επενδύσεις και συμβουλές, μίτινγκ της γραβάτας, ιλουστρασιόν σελίδες αριθμοφαγίας περιτυλίξαν τη ζωή μου, το χρήμα έρεε άφθονο, ταξίδια με αεροπλάνα από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, σε στενάχωρα καθίσματα, σε αχάραγες ώρες θόλωσαν το μυαλό μου, μίκρυναν τη ζωή μου, στο τέλος την εξαφάνισαν, έβλεπα τη γιο μου μια φορά τον μήνα, τη γυναίκα μου μόνο στο κρεβάτι, ο γιός μου έσβησε στην κοκαΐνη, η γυναίκα μου με χώρισε, το παλάτι δίπλα στη θάλασσα ρημάζει στα φαντάσματα, η plymouth έγινε αντίκα εποχής κι εγώ ερείπιο ζωής.
Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα ούτε πως γράφεται το τραίνο με ε με αι, ούτε καν με ενδιαφέρει κι ας ήταν η πρώτη λέξη, -μετά τον Μίμη και την Λόλα βέβαια, που έμαθα στο σχολείο. Ευτυχώς ότι δεν ξέρω ρωτάω την Al, κάποιες φορές βέβαια κι αυτή δεν ξέρει, την καθησυχάζω λέγοντας του χαϊδευτικά εκείνο του Μπατάιγ " Από την υπέρτατη γνώση στην άξεστη άγνοια, η διαφορά είναι μηδαμινή". Σήμερα τον ρώτησα πότε θα λήξει ο πόλεμος στην Περσία και μου είπε πως μόνο τις ερωτήσεις λογικής μπορεί να προβλέψει, με παρανοϊκά μυαλά θα πρέπει να γίνει καφετζού ή χαρτορίχτρα και αυτό δεν το θέλει. Μια αξιοπρέπεια την έχει ακόμα και η Al.
H Βίβιαν κοιμόταν κι εγώ παρηγορούσα την κατάθλιψη που με περιτριγύριζε με νυχτιάτικες εξομολογήσεις στον εαυτό μου, αφού δεν είχα κάποιον να τα πω, να αλαφρύνω την γαμημένη μου ζωή.
Η Λίζα γαύγισε, άρχισε να τρέχει μες τη νύχτα, την ακολούθησα, από την πίσω μεριά της κορυφής ανέβλυζε ένα απόκοσμο ουρλιαχτό, σαν βουβό κλάμα παιδιών, σαν μοιρολόι μανάδων, σαν να ξύπνησαν αρκούδες από χειμέρια νάρκη και προσεύχονταν στο Θεό, έτριζαν τα κόκκαλα σκοτωμένων στην κατοχή και στον εμφύλιο, ήταν βουή από τα βάθη της ανατολής, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακόμα εκείνη την βουή, ταυτόχρονα οι ουρανοί άνοιξαν, αστραπές και βροντές ξέσκιζαν το βουνό, χοντρές αραιές μαύρες χιονόμπαλες έπεφταν πάνω σε μένα και τη Λίζα, αδύναμοι και οι δυό αγκαλιαστήκαμε μες την αβεβαιότητα της νύχτας, κράτησε τόσο όσο να ασπρίσουμε και οι δυό από φόβο, ξαφνικά όλα σταμάτησαν όπως άρχισαν.
Γυρίσαμε μούσκεμα από μαύρο χιόνι και κόκκινο ιδρώτα στο καταφύγιο, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν κατάλαβε τίποτα, δεν ήξερα αν έπρεπε να την τρομάξω κι αυτή όταν ξυπνήσει, δεν της είπα τίποτα αργότερα, έτσι κι αλλιώς δεν θα με πίστευε, έριξα δυό ξύλα στη σόμπα και περίμενα πότε θα ξημερώσει, και ακόμα δεν πήγε μεσάνυχτα.
Έβαλα να παίζει η μπαλάντα της Μαρίας Πολυδούρη, η ακατέργαστη φωνή της Μαρίας Κουγιουμτζή, ο ιδανικός αυτόχειρας Καρυωτάκης, η μουσική του Κουγιουμτζή κι εκείνο το Βρέχει φως, τι βιβλίο, του Κωστή Γκιμοσούλη, έρχονται και δένουν όλα μαζί την ενάντια ζωή μου. Με πυροβολεί αυτό το τραγούδι, με αφυπνίζει, σύνελθε, παραμονεύει ο θάνατος, αν φοβηθείς θα χάσεις, κι άμα χάσεις τι…
Το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι, υπάρχει ο θάνατος, λίγο πάνω, λίγο κάτω, λογαριασμό θα κάνουμε τώρα; Κι ενώ είμαστε σίγουροι για το θάνατο λίγα ξέρουμε για τη ζωή μας κι αυτά ετοιμοπαράδοτα, κοστούμι δίχως πρόβα.
Σκαλίζουν λέξεις οι ποιητές, γράφουν ιστορίες οι συγγραφείς, παίζουν ταινίες οι οθόνες, πέλαγος οι μουσικές, στο τέλος ο θάνατος, μοιρολόγια τα τραγούδια μας.
Υπάρχουν οι άλλοι, μαζεύουν πλούτο αφήνοντας νηστικά τα παιδιά, φτιάχνουν όπλα ακριβείας να σημαδεύουν τον άνθρωπο κατάκαρδα, τη γη κατάσαρκα.
Παλεύουν οι γιατροί να σώσουν έναν άνθρωπο, οι άλλοι σκοτώνουν μαζικά.
Βρήκαν ώρα, βρήκαν χρόνο και τόπο οι δαίμονες να ξετρυπώσουν πάλι, χόρευαν αόρατοι δίπλα μου, αν ήμουν στο Ανθοχώρι τώρα, θα έβλεπα "το παιδί" όπως και χθες, δεν αφήνει τίποτα όρθιο, μαύρη κωμωδία, κατάμαυρη για την Ελλάδα που μας παγιδεύει, για την κοινωνία μας γυμνή, όπως είναι. Το γέλιο είναι δύσκολη υπόθεση στο σινεμά, στο παιδί δεν αντέχεται. Δεν είμαι όμως στο Ανθοχώρι, είμαι στο καταφύγιο ενός απόμακρου βουνού που δεκάρα δεν δίνει για την ανθρώπινη βλακεία, στέκει εδώ αιώνιο, αθάνατο, ένα με τον ήλιο της μέρας, ένα με το φεγγάρι της νύχτας, ατάραχο, δίχως το παραμικρό στρες στη άπειρη ζωή του, ο ηλίθιος άθρωπος έχει τόσο μικρή ζωή και τη σπαταλάει ασύστολα, ναι το βουνό μου ψιθύριζε, τόσο δυνατά που η Βίβιαν πετάχτηκε στον ύπνο της και φώναζε, τι, τι, τι, τι είναι αυτό;
Πήγα κοντά της, τίποτα, τίποτα, κοιμήσου, κουράστηκες σήμερα, τίποτα, κοιμήσου, είμαι εγώ εδώ, Φύλακας άγγελος, και της χάιδεψα τα υγρά μαλλιά της. Φυσικά και δεν της είπα αν ο άγγελος είχε φτερά ή όχι, τι δουλειά έχω εγώ με τον Μεσαίωνα.
Με τραγούδι ξεκίνησε, με τραγούδι τελείωσε αυτή η συνέχεια, μια αφήγηση μέσα στον πόλεμο είναι ένας εφιάλτης μέσα στον ύπνο.
Η Βίβιαν ηρέμησε, εγώ όχι, η Βίβιαν πάντα ψύχραιμη στα δύσκολα, με ρεαλισμό και θάρρος, με εν συναίσθηση και κατανόηση, με γνώση και δύναμη, με τρυφερότητα και χαμόγελο, η γυναίκα εργαζόμενη, η γυναίκα μάνα, η γυναίκα που ομορφαίνει τη ζωή μόνο με την ύπαρξή της.
Κάποιο Ελληνικό καλοκαίρι σαν του Jacques Lacarriere,- ούτε εγώ,ούτε η Βίβιαν δεν χάσαμε ποτέ το ελληνικό γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, βρεθήκαμε στο θέατρο του Κάστρου, λιγοστοί οι άντρες, γεμάτο το θέατρο με γυναίκες κάθε ηλικίας, ο Καρακατσάνης σε κάποια αρχαία τραγωδία, σχολίασε τότε τον έναστρο ουρανό και τη σοβαρή δουλειά των αντρών να βλέπουν ποδόσφαιρο, η μπάλα είναι ο φόβος κάθε εκδήλωσης, νεκρώνει η πόλη και γεμίζουν οι οθόνες, οι άντρες στα τυχερά παιχνίδια, οι άντρες στα όπλα, οι άντρες στην εξουσία χρόνια και χρόνια, η δε γυνή να φοβείται τον άντρα, κι αν αντιστρέφονταν οι ρόλοι τι θα γινόταν; Ούτε Τράμπ στη Δύση, ούτε Μουλάδες στην Ανατολή το πιθανότερο!
Οι δύσκολες σκέψεις δεν με πήγαιναν πουθενά, η Βίβιαν ήταν κουλουριασμένη στο κρεβάτι, -κοιμόταν δεν κοιμόταν, δεν ξέρω- κι εγώ άρχισα νοερά ταξίδια στα νησιά μας, μια μύριζα τον έλατο στον Αίνο και μια χόρευα πεντοζάλι στην Κρήτη, την άλλη έτρωγα σκοπελίτικη τυρόπιτα και την άλλη κόκορα κρασάτο στη Ζάκυνθο, καλά αυτό το προσπέρασα γιατί πεινούσα κιόλας, μετά στάθηκα και αγνάντευα το Λιβυκό πέλαγος από μια κορφή του Ψηλορείτη, όλα αυτά ήταν βέβαια μακριά τώρα, αλλά θυμάσαι ότι έζησες, τελικά η Κόρη του Κόζιακα ήταν πιο κοντά και πετάχτηκα ως εκεί να δω τον Θεσσαλικό κάμπο με αναμμένα τα φώτα, μια θάλασσα από φώτα ο κάμπος, μια νύχτα δίχως φεγγάρι η ψυχολογία μου. Σκέφτηκα να ξυπνήσω την Βίβιαν, μετά είπα όχι, θα κοιμηθώ κι εγώ, ήταν 12 μεσάνυχτα. Ποιος ύπνος, τα μάτια ορθάνοιχτα λες και θα ξέφευγε αδέσποτος πύραυλος στο κεφάλι μας, σκέφτηκα ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί κι αυτό είναι κάτι, μόνο κάτι και ηρέμησα.
Η Λίζα είχε ώρα που βγήκε έξω από το καταφύγιο και τότε ακούσθηκε το μεγάλο μπαμ, το βουνό τραντάχτηκε ολόκληρο, πετάχτηκα έξω, φρίκη, η Λίζα έγινε χίλια κομμάτια, ακολούθησε και Βίβιαν, τι έγινε;
Το σκυλί, η Λίζα μας, σκοτώθηκε.
Σκεπασμένοι με την ίδια κουβέρτα κλαίγαμε και αναθεματίζαμε την ώρα και τη στιγμή.
Μετά από χρόνια έκλαιγα πάλι, ένοιωσα άνθρωπος πάλι, δίχως δάκρυα δεν είσαι ανθρώπινο ον κι εγώ δεν ήμουν χρόνια. Ακόμα δεν συνειδητοποιήσαμε την απώλεια, ήταν ακόμα πιο οδυνηρή αργότερα.
Το σκυλί είχε αυτή την αδυναμία, να σκαλίζει τα κατορθώματα των ανθρώπων, που βρέθηκε αυτή η βόμβα στην κορυφή του βουνού, κάποιος Γερμανός την έκρυψε τότε, κοντεύει ένας αιώνας, ο πόλεμος σκοτώνει και χρόνια μετά, σκοτώνει τα πουλιά, τα ζώα, κάθε έμβιο ον, και καλά οι άνθρωποι τα θέλουν και τα παθαίνουν, η Λίζα τι έφταιγε;
Ο θάνατος της Λίζας, η συγκίνηση, τα δάκρυα, κάτω από την κουβέρτα στο τσουχτερό κρύο της νύχτας, οι βουβοί αναστεναγμοί της Βίβιαν, -η Λίζα ήταν νέα, ούτε πέντε χρονών, όμορφη, πανέξυπνη και πιστή, όλα τα σκυλιά βέβαια είναι πιστά, καμία σχέση με τους ανθρώπους, η ανάσα της Βίβιαν δίπλα στη δική μου, ξύπνησε μέσα μας καινούρια παλιά συναισθήματα, η Βίβιαν είχε τη Λίζα από κουτάβι, ήταν μεγαλόσωμο σκυλί και όταν έφευγε απ΄το χωριό την άφηνε στον Χάρη, την περίμενε πότε θα γυρίσει, όπως αναζητούσε ο Χάτσι για δέκα χρόνια τον Richard Gere, στην ταινία Hachi: A Dog's Tale, η Λίζα ήταν το τρίτο παιδί της Βίβιαν, Λίζα μου, μωρό μου, αγάπη μου, ψυχή μου, καρδούλα μου και άλλα σχετικά ήταν οι προσφωνήσεις της Βίβιαν στο σκυλί της, μερικές φορές νόμιζα πως φώναζε εμένα, αλλά μπα, εμείς ήμασταν μόνο φίλοι, τι και αν κάποτε ήμασταν ερωτευμένοι, ήταν ο πρώτος έρωτας και για τους δυό μας, ήμασταν παιδιά στα δεκαπέντε, κράτησε τρία χρόνια, σηκώθηκα κι έφυγα στην Αμερική, ένοιωσε πως την πρόδωσα, αλλά έπρεπε έτσι να γίνει, θα ήταν ωραίο ένα ζευγάρι να ζήσει όλη τη ζωή με ένα σύντροφο; άλλοι λένε ναι κι άλλοι όχι, μην ψάχνεις εύκολες απαντήσεις, δεν υπήρξαν, δεν υπάρχουν, δεν θα υπάρξουν ποτέ, η ζωή μας είναι συμβάντα, απλά συμβαίνει, πότε μια σύμπτωση, πότε μια επιλογή, πότε το συναίσθημα, πότε η λογική, η λογική βέβαια δεν απέφερε ιδιαίτερα αποτελέσματα στον κόσμο, η τρέλα είναι ότι απέμεινε για νοστιμιά στις άχαρες ζωές μας, μια συνάντηση, ένα ταξίδι, ένας κόσμος ανάποδα.
Και όταν έρχεται ο θάνατος τελειώνουν όλα, εσύ, εγώ, οι γονείς μας, τα παιδιά μας, η Λίζα, ακόμα και τα αστέρια πεθαίνουν λένε οι επιστήμονες, αλλά πάλι γεννιούνται, πόσες φορές δεν ακούσαμε τη φράση, ένα αστέρι γεννιέται!
Πηχτή χειμωνιάτικη νύχτα στην καρδιά της Πίνδου, περονιάζει το κρύο κατακόρυφα στο βουνό που αγαπήσαμε. Βουβή θλίψη, σιωπή κι ακινησία, η οσμή του θανάτου, η Βίβιαν έτρεμε, την πήρα στα χέρια μου μέσα στο καταφύγιο, τη σκέπασα με δυό κουβέρτες, έβαλα ξύλα στη σόμπα, ευτυχώς μέσα ήταν ζεστά. Η Λίζα σκόνη και θρύψαλα έξω, αχ Θεέ μου πότε
θα ξημερώσει, ας ήταν τουλάχιστον απόψε ξαστεριά!
Ότι έγινε πριν από λίγο δεν αλλάζει, μπορούσες να προβλέψεις ώστε να μη γίνει, στην περίπτωση της Λίζας όχι, ήταν απροσδόκητο, αλλά τις περισσότερες φορές μπορούμε, ότι σπέρνουμε θερίζουμε.
Αχνόφεγγε το δωμάτιο με το φως της σόμπας, αχνόφεγγαν και οι σκέψεις μου μες την κούραση της αναμονής, μιας εκδρομής που αλλιώς τη μετρήσαμε…
-Δως μου κάτι να πιώ, είπε η Βίβιαν, άκουσα τη φωνή της, ένοιωσα καλύτερα.
-Νερό ή κρασί; Λες και είχαμε κάτι άλλο, ούτε τσάι, ούτε χυμό, ούτε ήμασταν μπροστά στο ντουλαπάκι της κουζίνας με τα βότανα.
-Μια γουλιά κόκκινο κρασί, είπε ναζιάρικα.
Της πήγα το μπουκάλι, με κοίταζε κατάματα, που είναι η Λίζα τώρα;
Δεν πειράζει, καλά είναι κι έτσι, απ΄ τη καταχθόνια σιωπή του θανάτου, καλά είναι κι έτσι, θυμήθηκα βέβαια το Post Love, δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά τραγουδούσε ξαφνικά μέσα μου. Μερικά πράγματα συμβαίνουν ξαφνικά, όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, να πας στο καλό, υπονοεί μη σου συμβεί ξαφνικά κάτι κακό, πως θες να πεθάνεις, οι περισσότεροι απαντούν ξαφνικά στον ύπνο, ποιος θέλει να υποφέρει άρρωστος, εγώ βέβαια όταν με ρώτησε μια φορά η Βίβιαν πως θέλω να πεθάνω της είπα στην αγκαλιά της γυναίκας που αγάπησα πιότερο στη ζωή μου την ώρα που κάνουμε έρωτα, αλλά μετά δεν με ρώτησε ποια είναι αυτή, πάντα κάπου κομπιάζουμε όταν μιλάμε εγώ και η Βίβιαν για την αγάπη, μετά γυρνάμε την κουβέντα τι είπαν άλλοι για τον έρωτα, ποτέ δεν λέμε για μας. Ας πούμε ο Μπόρις Βιαν είπε πως ο έρωτας είναι τυφλός και ο Λάο Τσε πως ο έρωτας είναι το πιο δυνατό απ ΄όλα τα πάθη , γιατί προσβάλει ταυτόχρονα το κεφάλι, την καρδιά και τις αισθήσεις, βέβαια η Βίβιαν μου λέει πάντα, ότι μπερδεύω την αγάπη με τον έρωτα, εγώ της λέω και αγάπη χωρίς έρωτα είναι ψωμί χωρίς αλάτι. Πάντα έχουμε σοβαρά προβλήματα να λύσουμε συζητώντας για τον έρωτα…
Βλέπω τη Βίβιαν να έχει συνέλθει, λέω Είμαστε ακόμα ζωντανοί, χαμογελάει επιτέλους η καρδιά μου, πόσο ποτισμένοι είμαστε Έλληνες με τα τραγούδια μας, πάω να γράψω κάτι και τσουπ μπροστά μου ένα τραγούδι, αφού ένας φίλος μου καλός τραγουδιστής, απέκρυπτε τη φωνή του όταν έγινε σπουδαίος συγγραφέας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, δεν πάνε και τα δυό έλεγε, τι δεν πάνε ρε φίλε η Τέχνη είναι Ένα. Το Όλον.
Στο μυαλό μου ύφαινα ένα ποίημα, ήθελα να το απαγγείλω στη Βίβιαν τούτη την παράξενη νύχτα. Θα φορούσα την καθαρή φωνή μου, το παιδικό μου χαμόγελο, θα χτένιζα τα μαλλιά μου με την τσατσάρα του πατέρα μου, θα έμεινα ξυπόλυτος και αν δεν ήθελε, το πιο πιθανό, θα την εκβίαζα, ναι θα την εκβίαζα, όσο και αν δεν θέλει να ακούει απαγγελίες ποιημάτων, είχα σχέδιο, θα της έλεγα ότι θα ανέβω πάνω στη σόμπα ξυπόλητος, σαν τους αναστενάρηδες, ήθελα να δω τι θα κάνει.
Κάθε εθνική γιορτή, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, ο πατέρας της, ο δάσκαλός μας δηλαδή, έφερνε ένα μεγάλο χοντρό δερματόδετο βιβλίο, Ανθολογία ποιημάτων έγραφε, και μας έβαζε να μάθουμε απ΄έξω ένα μεγάλο ποίημα για τις εκδηλώσεις του σχολείου… Κι αυτό εκβιασμός ήταν, μάθαινα τη μια στροφή, ξεχνούσα την άλλη, το ίδιο και η Βίβιαν πάντα ξεχνούσε επίτηδες μια ολόκληρη στροφή ή και δυό. Μετά με ρωτούσε κρυφά, το κατάλαβε κανένας; Μόνο ο Κύριος της έλεγα, άστον αυτόν και πήγαινε να βγάλει τα καλά ρούχα.
Βέβαια τα ποιήματα τότε ήταν αλλιώς, είχαν ομοιοκαταληξία και βερμπαλισμό, ήταν ηρωικά ποιήματα, του στυλ, "Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια λάμπουν και τα `λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες" ή το άλλο "Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι, μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι’ άλλη το Καρπενήσι". Σήμερα βέβαια τα ποιήματα δεν είναι έτσι, είναι πιο υπόγεια, σαν πηγές που αναβλύζουν στον κάμπο της ξηρασίας, κι αν δεν καταλαβαίνεις τι θέλει να πει ο ποιητής ακόμα καλύτερα.
Και τι δουλειά έχω εγώ ο οικονομολόγος με ποίημα τώρα, ίσως ήθελα να της αποδείξω ότι η ζωή μου δεν ήταν μόνο αριθμοί κάπου κάπου είχε και λέξεις. Η Βίβιαν μου έλεγε πως είμαι ή του ύψους ή του βάθους, τώρα βέβαια ήμασταν στην κορφή, πάντα ήμουν άνθρωπος των άκρων, κάτι για το άκρο ήταν το ποίημα που έπλαθα, σαν εκείνη τη σκηνή που κάποιος είναι έτοιμος στην άκρη να πέσει στο γκρεμό και τελευταία στιγμή κάποια του φωνάζει, Σ΄ αγαπώ, μη, το μετανιώνει, ερωτεύονται απ΄ την αρχή και ζουν αυτοί καλά κ΄ εμείς καλύτερα.
Δεν θέλω άλλο να είμαι θεατής
μιας ζωής που δεν έζησα
Ούτε άλλη λογική, μήτε γνώση θέλω
Αύριο θα πεθάνω, χαμένη θα πάει
όπως τα φλεγόμενα σπίτια στην Τεχεράνη
Δεν θέλω άλλα δάκρυα σαν Παντελής αξύριστος
Πες μου την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι
Κουράστηκα να Σ αγαπώ
Και ποτέ να μην Σ΄ έχω
Από παιδί δεν τόλμησα
Ας ρισκάρω στα γεράματα
Δεν θέλω άλλα τραγούδια
Θέλω να τραγουδήσω
Σήκω να χορέψουμε
Ένα ταγκό για δυό
Όταν είπα στη Βίβιαν πως θέλω να μ΄ ακούσει, σ΄ ακούω μου είπε, καμία αντίδραση , μόνο που όταν το απάγγειλα έβαλα δυνατά τα γέλια.
Κι εγώ ντράπηκα.
Τόλμησα και ρώτησα, τι γελάς;
Ξέχασες να βάλεις τίτλο, μου είπε!
Συνεχίζεται Η Βίβιαν
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου