Ο Γιάννους ήταν ένας "μαθητής" του Κάφκα, έγραψε ένα βιβλίο, Κουβεντιάζοντας με τον Κάφκα, κοντά μισό αιώνα πριν, το διάβαζα μέσα στο τραίνο της διαδρομής Βοστώνη- Ουάσιγκτον, εκείνο που θυμάμαι πως έφευγαν οι εικόνες στην ταχύτητα του τραίνου, ο Κάφκα έλεγε πως η ειδοποιός διαφορά της λογοτεχνίας με τον σινεμά είναι ότι η πρώτη σε κάνει να δημιουργείς εσύ τις εικόνες, ενώ το σινεμά σου επιβάλει ακατέργαστη την εικόνα, αστραπιαία έβλεπα τα κτίρια και τα λιβάδια απ΄το παράθυρο του τραίνου, -αμάσητα κατάπια τότε τα σαγόνια του καρχαρία και τον King Kong να σκαρφαλώνει τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης,- γύριζα πίσω τις σελίδες του βιβλίου και ξαναδιάβαζα όταν έχανα την ροή του λόγου απ΄τις παιχνιδιάρικες εικόνες της φύσης, σταμάταγα το διάβασμα και έκλεινα τα μάτια, γινόμουν ο ίδιος σκηνοθέτης, δεν κατάφερα ποτέ βέβαια να γίνω αληθινός σκηνοθέτης, η κρυμμένη ουτοπία με απέρριψε και μ΄ έστειλε αδιάβαστο στα οικονομικά μπάζα, προϋπολογισμοί και ισολογισμοί, επενδύσεις και συμβουλές, μίτινγκ της γραβάτας, ιλουστρασιόν σελίδες αριθμοφαγίας περιτυλίξαν τη ζωή μου, το χρήμα έρεε άφθονο, ταξίδια με αεροπλάνα από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, σε στενάχωρα καθίσματα, σε αχάραγες ώρες θόλωσαν το μυαλό μου, μίκρυναν τη ζωή μου, στο τέλος την εξαφάνισαν, έβλεπα τη γιο μου μια φορά τον μήνα, τη γυναίκα μου μόνο στο κρεβάτι, ο γιός μου έσβησε στην κοκαΐνη, η γυναίκα μου με χώρισε, το παλάτι δίπλα στη θάλασσα ρημάζει στα φαντάσματα, η plymouth έγινε αντίκα εποχής κι εγώ ερείπιο ζωής.
Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα ούτε πως γράφεται το τραίνο με ε με αι, ούτε καν με ενδιαφέρει κι ας ήταν η πρώτη λέξη, -μετά τον Μίμη και την Λόλα βέβαια, που έμαθα στο σχολείο. Ευτυχώς ότι δεν ξέρω ρωτάω τον Al, κάποιες φορές βέβαια κι αυτός δεν τα ξέρει, τον καθησυχάζω λέγοντας του χαϊδευτικά εκείνο του Μπατάιγ " Από την υπέρτατη γνώση στην άξεστη άγνοια, η διαφορά είναι μηδαμινή". Σήμερα τον ρώτησα πότε θα λήξει ο πόλεμος στην Περσία και μου είπε πως μόνο τις ερωτήσεις λογικής μπορεί να προβλέψει, με παρανοϊκά μυαλά θα πρέπει να γίνει καφετζού ή χαρτορίχτρα και αυτό δεν το θέλει. Μια αξιοπρέπεια την έχει ακόμα και ο Al.
H Βίβιαν κοιμόταν κι εγώ παρηγορούσα την κατάθλιψη που με περιτριγύριζε με νυχτιάτικες εξομολογήσεις στον εαυτό μου, αφού δεν είχα κάποιον να τα πω, να αλαφρύνω την γαμημένη μου ζωή.
Η Λίζα γαύγισε, άρχισε να τρέχει μες τη νύχτα, την ακολούθησα, από την πίσω μεριά της κορυφής ανέβλυζε ένα απόκοσμο ουρλιαχτό, σαν βουβό κλάμα παιδιών, σαν μοιρολόι μανάδων, σαν να ξύπνησαν αρκούδες από χειμέρια νάρκη και προσεύχονταν στο Θεό, έτριζαν τα κόκκαλα σκοτωμένων στην κατοχή και στον εμφύλιο, ήταν βουή από τα βάθη της ανατολής, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακόμα εκείνη την βουή, ταυτόχρονα οι ουρανοί άνοιξαν, αστραπές και βροντές ξέσκιζαν το βουνό, χοντρές αραιές μαύρες χιονόμπαλες έπεφταν πάνω σε μένα και τη Λίζα, αδύναμοι και οι δυό αγκαλιαστήκαμε μες την αβεβαιότητα της νύχτας, κράτησε τόσο όσο να ασπρίσουμε και οι δυό από φόβο, ξαφνικά όλα σταμάτησαν όπως άρχισαν.
Γυρίσαμε μούσκεμα από βροχή και από ιδρώτα στο καταφύγιο, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν κατάλαβε τίποτα, δεν ήξερα αν έπρεπε να την τρομάξω κι αυτή όταν ξυπνήσει, δεν της είπα τίποτα αργότερα, έτσι κι αλλιώς δεν θα με πίστευε, έριξα δυό ξύλα στη σόμπα και περίμενα πότε θα ξημερώσει, και ακόμα δεν πήγε μεσάνυχτα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου