29 Ιαν 2026

Η Βίβιαν

Το δυνατό γέλιο της Βίβιαν γέμισε το καταφύγιο με φωτεινό χρώμα. Λες και ήθελε να εξορκίσει τον πόνο του θανάτου.

Τόσος πόνος, ακόμα ένας.
Μ΄ έχει κάνει σκληρή πια. αντέχω.
Όταν έγραφα το πρώτο μου βιβλίο κάθε μέρα ερχόταν στο περβάζι ένας κοκκινολαίμης, εγώ του έδινα ψίχουλα κι αυτός έμπνευση και ζωή.
Ακόμα εκείνο το πουλί κελαηδάει μέσα μου. Μελωδικά και μελαγχολικά.
Όταν τελείωσα τα "Υγρά μάτια" χάρισα ένα αντίτυπο στο αηδόνι του χειμώνα. Θυμάσαι το εξώφυλλο είχε τη φωτογραφία του, αυτό το κουτσούλισε κι έφυγε.
Από τότε δεν ξαναήρθε, τελείωσε το βιβλίο χάθηκε και η φιλία μας.
Όλα τελειώνουν κάποτε.
Εκείνο που πιότερο με τρελαίνει ο άδοξος χωρισμός, όπως τώρα με τη Λίζα, πως να την ξεχάσω;
Θα τη έχω πάντα μέσα μου, αυτό με παρηγοράει κάπως.
Άνθρωποι, φίλοι, συγγενείς, σκυλιά, γάτες, πουλάκια, όλα φεύγουν.
Μένει σωρευτικά ο πόνος και η ανάγκη του πάμε παρακάτω.
Η ζωή που μας έμεινε.
Όλα πολύτιμα, όλα ανώφελα για πόνο.
Όλα καταλήγουν στον θάνατο.
Η Βίβιαν μιλούσε αργά και σταθερά, πατώντας στην αυτογνωσία της, στην εμπειρία μιας ψαγμένης ζωής, ένοιωθα τυχερός που ήταν φίλη μου, πιο πολύ τώρα που ανατράπηκαν όλα όσα νόμιζα πως είχα κτίσει.
Ανυπομονώ να συναντήσουμε το πρωί τον Νικόλα, συνέχισε η Βίβιαν. Θέλω να μάθω περισσότερα, πως πήρε τέτοιο φευγιό απ΄ την ανθρώπινη κοινωνία, πάντα κάτι κρύβεται πίσω απ΄ το φαίνεσθαι, με την πρώτη ματιά είδα έναν ευφυή άνθρωπο, δεν είναι εύκολη απόφαση αυτή. Πάνω απ΄ όλα με νοιάζει ο Άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι το κέντρο του κύκλου, δεν πιστεύω στον Θεό, πιστεύω στη Φύση, αυτή που ακατάπαυτα αναδημιουργείται, που πάντα βρίσκει τον τρόπο να επιβιώνει για χάρη του ανθρώπου και όλων των έμβιων και φυσικών όντων. Στα ταξίδια μου συνάντησα και είδα πολλά, είδα την καλοσύνη και την βαρβαρότητα, αυτή την αέναη πάλη, όλα κρέμονται σε μια λεπτή ισορροπία, χρειάζονται χρόνια ακόμα να εξημερωθεί το θηρίο, να σωθεί η γη και να νικήσει το καλό.
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε με δύναμη, ένα δυνατό φως μπήκε στο καταφύγιο, τα μάτια μας στράβωσαν, ενστικτωδώς πετάχτηκα έξω, στον ουρανό ένα μικρό σώμα, κάτι σαν drone με διαπεραστικούς ήχους σάρωνε την κορυφή, το βουνό πλημμύρισε φως, έπεσα κάτω αναίσθητος.
Η Βίβιαν μου είπε αργότερα πως έκανα μισή ώρα να συνέλθω. Ευτυχώς αυτή έμεινε σώα και αβλαβής. Μου είπε πως σε κλάσματα λεπτού το περίεργο αντικείμενο του ουρανού έφυγε, και αυτή πάλευε με τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις στο στήθος να με συνεφέρει. Τα κατάφερε!

Ούτε εγώ ούτε η Βίβιαν πιστεύαμε σε εξωγήινους, δεν έχουμε τέτοιες αποδείξεις, ότι κατά καιρούς γράφεται μοιάζει σαν να ψάχνεις μια Μαρία σ΄ ένα χωριό.
Η Βίβιαν έκανε υποθέσεις και εγώ έλεγα ίσως.
Ίσως ο Νικόλας να σήκωσε κανένα drone να μας κατασκοπεύσει, ποτέ δεν ξέρεις, τι ζητάει ένας άνθρωπος μόνος του εδώ πάνω, μπορεί να είναι κάποιος καταζητούμενος, μπορεί να δουλεύει για λογαριασμό κάποιων παρακολουθώντας κινήσεις.
- Ίσως, είπα
Μπορεί να δουλεύει για κάποια εταιρεία, τελευταία γέμισαν τα βουνά ανεμογεννήτριες, μπορεί να ανιχνεύει την παρθένα φύση να ολοκληρώσουν την καταστροφή της. Ακόμα και πυρηνικό εργοστάσιο είναι ικανοί να κάνουν.
- Ίσως
Μπορεί να ήταν κάποιο drone του Ελληνικού FBI, να θεώρησε εμάς ύποπτους και ήθελε να μας προειδοποιήσει. Τι ζητάμε καταχείμωνο εδώ πάνω. Αυτές οι εκδρομές μόνο χειμώνα δεν γίνονται.
- Ίσως
Μπορεί να ήταν κάποιο ιπτάμενο άλλης χώρας και μπέρδεψε τις βουνοκορφές, μπορεί να χρειάζονται καμιά βάση ακόμα οι Αμερικάνοι και ψάχνουν το μέρος.
- Ίσως, είπα πάλι
Ίσως ψάχνουν κάποιον αγνοούμενο.
- Ίσως, είπα κι εγώ..Βίβιαν σταμάτα τις υποθέσεις τώρα, δεν έχουμε καθαρό μυαλό, δεν γίνεται να ψάχνουν μες το σκοτάδι, είναι 2 τη νύχτα, και τα drones που ξέρουμε δεν φωτίζουν έτσι, ούτε εκπέμπουν τέτοιους διαπεραστικούς ήχους.
- Δήμο όλα αυτά γίνονται στα σκοτάδια, ξέρεις εσύ αυτούς να δουλεύουν ποτέ στο φως; Μεγάλωσες Δήμο και μυαλό δεν έβαλες, δεν έμαθες ποτέ να βλέπεις πίσω απ΄ τη βιτρίνα, η ανθρωπότητα ζει στο σκοτάδι, όλο μαθαίνουμε και τίποτα δεν ξέρουμε, όλα τα κυκλώματα είναι της νύχτας, τα οικονομικά συμφέροντα είναι πάνω από ανθρώπινες αξίες, οι άνθρωποι για αυτούς είναι αριθμοί, έγινες και οικονομολόγος κούνια που σε κούναγε. Δεν έχεις ιδέα τι μπορούν να κάνουν, όταν μπερδεύονται αυτά τα συμφέροντα μετά αρχίζουν οι πύραυλοι, πετάει ο ένας στον άλλον πυραύλους σαν να είναι σαΐτες, τα όπλα πρέπει να καταναλωθούν, να παραχθούν άλλα, τα πετρέλαια να κερδοσκοπήσουν, τα ναρκωτικά να προωθηθούν, τα χρηματιστήρια να κάνουν κούνια μπέλα, ο κόσμος να τρομάξει, να του φτάνει η επιβίωση, ο σώζων εαυτόν σωθήτω και από πάνω να σου λένε έτσι είναι ο κόσμος.
- Εντάξει, δεν διαφωνώ με όλα αυτά Βίβιαν, δεν είμαι ηλίθιος να μην τα βλέπω, αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με αυτό που συνέβη πριν, εδώ στην ερημιά του κόσμου;
Οι ίδιοι άνθρωποι που σου μιλάν για ειρήνη κάνουν τον πόλεμο, σπούδασαν πως θα κινούν τα υπόγεια νήματα, κρύβονται τόσο καλά, παρακολουθούν με υπερσύγχρονα μέσα κάθε κίνηση στη γη και ετοιμάζουν το επόμενο χτύπημα. Έχεις ακούσει για το ισραηλινό Prentator, αυτό είναι για παιχνιδάκι στον Μητσοτάκη, αυτά που έχουν οι μεγάλοι κατασκοπεύουν όλο τον κόσμο, παντού βέβαια έχουν έναν δικό τους και αυτός άλλους δικούς του και το παιχνίδι τους καλά κρατεί.
- Βίβιαν σταμάτα, μ΄ ανατρέπεις όλο τον κόσμο μου, σταμάτα.
Αν δεν κρατήσεις τη γη στα χέρια σου ποτέ δεν θα καταλάβεις Δήμο, ο δικός μου και ο δικός σου μικρόκοσμος είναι ζωγραφιές που κάνουν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο. Οι άλλοι έχουν τα κανόνια που σκάνε στις πλάτες μας.
Το πρόσωπο της Βίβιαν σκλήραινε, έχασε εκείνη την αθωότητα που είχε όταν την είχα πρωτο-ερωτευτεί.
Τότε βέβαια ήμασταν ακόμα παιδιά.

Η Βίβιαν έδεσε τα μαλλιά της μ΄ ένα κοτσιδάκι, κάτι σημείωνε, εγώ ξάπλωσα και κοίταζα το ξύλινο ταβάνι, η νύχτα περίμενε το χάραμα, ο χειμώνας την Άνοιξη, πάντα όλοι κάτι περιμένουμε.
Μόνο η Λίζα δεν περίμενε τίποτα πια.
-Να δεις που τα αρχεία του Επστάιν θα οδηγήσουν σε καινούριο πόλεμο, είπε η Βίβιαν. Μετά τη Βενεζουέλα σειρά έχει το Ιράν, η Κούβα, η Γροιλανδία, ο Τράμπ θα μακελέψει τον κόσμο προκειμένου να καλύπτεται η κόλαση της ζωής του, δεν είναι παρανοϊκός, είναι ένας δειλός δισεκατομμυριούχος βουτηγμένος στα σκατά, όπως τόσοι άλλοι δισσάνθρωποι- μισάνθρωποι που αλληλοεκβιάζονται ανά τον κόσμο. Η ανθρωπότητα βρίσκεται στην χειρότερη φάση της ιστορίας της. Τώρα τα όπλα είναι μαζικά, το μέλλον αβέβαιο.
Όσοι έχουν δύναμη στα χέρια τους μπορούν να την χρησιμοποιήσουν για το καλό ή για το κακό. Ο Τραμπ είναι ένας άξεστος ψυχασθενής που δεν θα σταματήσει πουθενά, ένας καινούριος Χίτλερ.
- Κάποτε στο Παλλάς, είχα πάει σε μια ομιλία του Αρσένη, πολύ πριν το ΄81, ανατρίχιασα με ότι έλεγε, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, άλλα είχα χάσει τη γη κάτω απ΄ τα πόδια μου, όλα αυτά τα κυκλώματα που δυναστεύουν την ανθρωπότητα, αν είναι έτσι τότε δεν υπάρχει σωτηρία, θυμάσαι το Παλλάς, εκεί είναι ο Σκλαβενίτης τώρα. Δίπλα ήταν ένα ζαχαροπλαστείο που έκανε ωραία κοκ, κάτω απ΄το ζαχαροπλαστείο ένα υπόγειο με μπιλιάρδο, μπαλάκια και πινγκ πονγκ, εκεί κατεβαίναμε οι παλιοί συμμαθητές τότε. Στο Παλλάς είδα όλα τα καουμπόικα της εποχής και ταινίες με τον Μπρους Λη. Μαζί είδαμε τους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας στο Αχίλλειον, τη Χρυσή Λίμνη στο Απόλλων, μια φορά πήγα και στον Κόσμο, έπαιζε Γκουζκούνη, τότε είχαμε κάνει γαλαρία κάτω, ο Γκουζκούνης κρυμμένος πίσω από κάτι θάμνους παραμόνευε δυό καλλονές της εποχής, κάποιοι το είχαν ξαναδεί και ήξεραν τη σκηνή, οπότε αρχίζαμε να φωνάζουμε όλοι μαζί: Πούντα τα πουλάκια σου, Πούντα τα πουλάκια σου, σταματούσαμε ξαφνικά κι ο Γκουζκούνης μόλις τις έβλεπε μες την απόλυτη ησυχία: Νάτα τα πουλάκια μου!
Η Βίβιαν ήξερε πως αναποδογύριζα κάθε φορά τη κουβέντα και δεν είπε τίποτα.
Είπε μόνο, να μη ζω με τη νοσταλγία, η ζωή είναι τώρα.
Κι εγώ της είπα άμα τολμάς κάνε έρευνα και γράψε ένα βιβλίο για το σκάνδαλο Επστάιν. Όλοι τα πάνω πάνω γράφουν, γενικά και αόριστα, όσοι παν στα βαθιά πνίγονται.

Η Βίβιαν είπε, δεν φοβάμαι
Εγώ έζησα
Το μέλλον ανήκει στα παιδιά
Ότι έγραψα, έγραψα, θέλει χρόνο, έρευνα, μοναχικότητα, αποξένωση από τον εαυτό σου, και στο τέλος θα σε διαβάσουν χίλιοι άνθρωποι, που δεν θα συναντήσεις ποτέ. Τώρα θέλω να ζήσω ότι δεν πρόλαβα, δεν θέλω να είμαι αλλού.
-Ναι, αλλά Ο δρόμος με τις ροδιές, πούλησε πάνω από εκατό χιλιάδες βιβλία και σε βοήθησε οικονομικά.
-Τώρα δεν θα το έγραφα αυτό το βιβλίο, ήταν τότε που χώρισα με τον Amir και ήθελα να ξεγελάσω τον καιρό. Αυτό το βιβλίο είχε αυτό που θέλουν οι μάζες, αίμα, δάκρυα και σπέρμα, απ΄αυτές τις αρπαχτές που κάνουν οι εκδότες, βέβαια το διασκέδασα, δεν με πήρε ούτε χρόνο να το γράψω. Ποιος θυμάται τον Ιούδα που φιλούσε υπέροχα, αυτά είναι βιβλία μιας χρήσης.
Το καλύτερο βιβλίο μου έκανα επτά χρόνια να το γράψω, διάβασα πάνω από πενήντα βιβλία, έσκιζα πολλές φορές όταν έπεφτα σε παγίδα, ήταν απαιτητικό γιατί ήθελε επιστημονικές και ιστορικές γνώσεις που δεν είχα, μετά η αστυνομική πλοκή με δυσκόλευε, στο τέλος το διάβασαν 1840 άναγνώστες, λέω για την Νοημοσύνη των φυτών,το διάβασες;
- Όλα τα βιβλία σου τα διάβασα, τριάντα τρία έχω στη βιβλιοθήκη μου, θυμάμαι την αφιέρωση σ΄ αυτό:
Στα απέραντα πράσινα λιβάδια των ματιών σου κρύβονται σπάνια λουλούδια, το ένα και μοναδικό αναζητώ. Σε φιλώ. Βίβιαν. Θεσσαλονίκη 19 Ιουλίου 1999
Η Βίβιαν χαμογέλασε, δεν θέλω να θυμάμαι είπε.
- Θυμάσαι όμως ένα τραγούδι που αγαπούσαμε κι οι δυό εκείνη τη νύχτα, Δεν θέλω να είμαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί, θέλω να μην θυμάμαι, τα Δέκα βήματα στην άμμο, εκείνο το βράδυ γίναμε λιώμα, τύφλα στο μεθύσι, μετά κατεβήκαμε στην παραλία παραπατώντας και τραγουδώντας, μας κοίμισαν τα φώτα της Θεσσαλονίκης πάνω σ΄ένα κόκκινο παγκάκι όπως το είδαμε καθαρά το χάραμα, μαλώναμε όλη νύχτα για το χρώμα, εσύ έλεγες πράσινο σαν την ελπίδα κι εγώ μπλε σαν το πέλαγος.. Χάσαμε κι οι δυό!
Η ώρα κύλαγε Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, έξω ήταν παγωμένο σκοτάδι, μέσα έκαιγε η φωτιά…στη σόμπα.
Ξαφνικά η Βίβιαν μου ζήτησε να την πάρω αγκαλιά.
- Γιατί κρυώνεις, φοβάσαι; Πάντα υπάρχει ένας βλάκας μέσα μας, ήμουν εγώ απόψε, σήκω όρθια, είπα.
Πήρα μια κουβέρτα, και τυλιχτήκαμε μαζί, έτσι πέσαμε στο χώμα, πάτησα εγώ την κουβέρτα, κάπως απότομα πέσαμε.

Ήταν ζεστά μες την κουβέρτα, οι ανάσες μας έγιναν μία, το άρωμα της Βίβιαν πάντα το ίδιο, δυό γυμνά σώματα διψασμένα από καιρό, στο τέλος ένας μικρός θάνατος.
Όπως όταν πεινάς, όταν διψάς, όπως τελειώνει ένα ταγκό, ένα αγαπημένο τραγούδι, ένα βιβλίο, μια ταινία, όπως τελειώνει κι η ζωή.
Εδώ μάλλον ταιριάζει ο δρόμος παρά η Ιθάκη. Η Ιθάκη είναι το τέλος. Ένα όμορφο Ελληνικό νησί.
Όλα μπλέκονται σ΄ αυτό το ταξίδι, η αναμονή, η φαντασία, η λαχτάρα, σώμα και καρδιά, νους και ψυχή, ανείπωτα και ειπωμένα. Ότι σε πάει στο Θεό, ο έρωτας, τα σώματα, η αγάπη γίνονται Ένα. Το Ένα είναι το Όλον.
Το Όλον καταργεί τον θάνατο. Περνά στην αιωνιότητα. Μια στιγμή, μια λέξη, ένα φως μες στο σκοτάδι, ένα ουρλιαχτό, γεννήθηκα άνθρωπος και θα πεθάνω άνθρωπος.
" Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα/ Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα" έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης.
Ένα τρυφερό φως άχνιζε στο καταφύγιο, τα ρούχα μας πεταμένα παντού, μας πήρε ο ύπνος.
"Η μάνα μου άνοιγε φύλλα στο τραπέζι της κουζίνας, φορούσε την κόκκινη μαντήλα της, ο πατέρας τάιζε τα άλογα στην αυλή, η ΒίΒιαν κι εγώ παίζαμε κρεμάλα, ήμασταν δεν ήμασταν δέκα χρονών, ήταν ένα πρωινό του καλοκαιριού στο Ανθοχώρι, ο κήπος καταπράσινος, ακούγονταν η βουή του Ασπροπόταμου, ήταν μια γλυκιά μελωδία, ένα πιάτο έπεσε απ΄ το τραπέζι κι έγινε χίλια κομμάτια", μαμά φώναξα δυνατά μες το πρωτούπνι.
Ξύπνησε και η Βίβιαν, τι έπαθες;
Τίποτα, η ζωή που χάθηκε, είπα.

Θυμάσαι την "Η Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον" με τον Μπράντ Πιτ, θέλω να την ξαναδώ, είπε η Βίβιαν.
Έτσι ήθελα να γεννηθώ, με τη μορφή της Λιβ Ούλμαν όπως είναι τώρα κοντά στα εκατό, να έχω τη σοφία της και ολοένα να γίνομαι νεότερη, να μικραίνω και να ξοδεύομαι, να δίνομαι, και να μηδενιστώ. Να γίνω μωρό στην αγκαλιά σου και να πεθάνω. Εσύ παιδί, εγώ γιαγιά, εσύ νέος, εγώ ηλικιωμένη, κάπου εκεί στη μέση θα συναντιόμασταν ηλικιακά, φαντάσου τι θα γινόταν. Θα σου έδινα τη σοφία μου και θα μου έδινες της νιότης, οι δρόμοι μας θα ήταν αλλιώς, ένας και μοναδικός. Όταν ήμασταν νέοι είχαμε μπροστά τη ζωή, ήταν ατέλειωτες οι ώρες ανώφελου συλλογισμού, θα κατακτούσαμε τον κόσμο, θα τον αλλάζαμε, νομίζαμε. Φορτωθήκαμε περιττές γνώσεις, μπήκαμε σε μυθικούς λαβύρινθους, ξεχασθήκαμε στην ορμή, αφήσαμε απότιστη την ρίζα μας, γίναμε άρρωστα δέντρα. Μπορεί να γυρίσεις ολόκληρο τον κόσμο, αλλά άμα χάσεις τον εαυτό σου, ακυρώνεσαι. Ίδιος παντού ο άνθρωπος, αγνοεί τον κύκλο του, νομίζει πως είναι αθάνατος, αγνοεί τα σημαντικά και βουλιάζει στα ασήμαντα. Λίγοι τα κατάφεραν να χορτάσουν την ζωή, να αφεθούν, να δοθούν, να αγαπήσουν τον άλλον ως εαυτόν. Κάποια μέρα ανατρέπεται η ζωή σου και τότε είναι αργά.
Η Βίβιαν ντυνόταν, το πρόσωπό της έλαμπε, κάτι άλλαξε μέσα της, ποτέ δεν ήταν δεν ήταν έτσι εκδηλωτική. Γνώριζα την Λίζα από μωρό, αλλά ήταν μεγάλα τα διαστήματα που χαθήκαμε, νόμιζα πως ήταν οπαδός του ρεαλισμού, τα βιβλία της, οι σπουδές της, οι στόχοι της, έδειχναν άνθρωπο που πάταγε καλά στη γη, αλλά λίγα ήξερα, ακόμα λιγότερα για μένα. Είναι τρομακτικό το κενό, ενώ νομίζεις πως στην ώριμη ηλικία καταστάλαξες να παραμένουν όλα ρευστά μέσα σου, λες και είσαι ακόμα παιδί. Δεν είμαστε βράχοι, είμαστε πεταλούδες.
Και όταν δεν έχεις τι άλλο να πεις, άρχισα να της λέω εκείνη την ιστορία με το μυρμήγκι και την πεταλούδα του Λουδοβίκου των Ανωγείων.
-Δεν θέλω να την ακούσω, την ξέρω, και προτιμώ να την ακούσω απ΄ το Λουδοβίκο που είναι μάστορας στην αφήγηση. Μη θες τώρα να μιλάς με δημιουργίες άλλων, όλα έχουν ειπωθεί, πες κάτι δικό σου, με αποπήρε η Βίβιαν. Νομίζεις πως παίρνεις κάτι από τη δόξα τους;
Αυτά έκανε η Βίβιαν και είπα μόνο για τη σιωπή και το χρυσό.

Συνεχίζεται Ακόμα ήταν νύχτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου