Τι κι αν το γραφείο μου στην Νέα Υόρκη ήταν απέναντι απ΄το Άγαλμα της Ελευθερίας, εγώ ήμουν σκλάβος μιας άλλης χώρας. Μιας χώρας που γιόρτασε το 1976 τα διακόσια χρόνια από τον καιρό που ήταν αποικία των Άγγλων και τώρα ήθελε ολόκληρη τη γη αποικία δικιά της, σαν τους Εβραίους που ξέχασαν την ιστορία τους. Ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα θύματα γίνονται θύτες, λες κι ένας υπόγειος θυμός θέλει να πάρει εκδίκηση. Ο δρόμος για την αρμονία παραμένει μακρύς.
Θεέ μου πως ξόδεψα έτσι τη ζωή μου, σαν μπάτλερ του Αλ Καπόνε, υπηρετώντας οικονομικά σενάρια παρεννοημένων συμφερόντων. Νόμιζα πως είμαι αθώος, αλλά ήμουν υποχείριο μιας μηχανής που κατακρεουργεί τον κόσμο. Δεν είμαι αθώος. Είμαι ένας από τους πολλούς που νομίζουν πως έγιναν πλούσιοι με την εξυπνάδα τους, ποτέ δεν παραδεχτήκαμε πως τα πλούτη μας είναι η φτώχια των άλλων. Η Βίβιαν πολλές φορές με ρώταγε αν ξέρω τι κάνω, εγώ πάντα ήξερα, είχα χρήματα, αυτοκίνητα, ταξίδια, κουστούμια, τυχερά παιχνίδια, ψήφιζα τον Κλίντον και τον Ομπάμα, έλεγα πως είμαι δημοκράτης, και δεν έβλεπα τίποτα γύρω μου μόνο τον εαυτό μου.
-Βίβιαν στις 15 Γενάρη πάω τελευταία φορά στην Αμερική, είπα.
-Τι σημαίνει αυτό;
-Το Πάσχα θα είμαι πάλι εδώ και θα μείνω εδώ μέχρι να πεθάνω.
-Πάντα έτσι σκεφτόσουν, παρορμητικά.
-Τώρα είναι αλλιώς, άργησα να καταλάβω, τώρα κατάλαβα, όλα είναι διαφορετικά.
Πέρασε η ζωή μου μες σε κλειστά γραφεία, σε ατσαλάκωτα κουστούμια, ξεχώριζα τα χρώματα στις καθημερινές γραβάτες μου, ανέπνεα αριθμούς, κατάπινα αμάσητα να προλάβω το επόμενο ραντεβού, έζησα μια ομοιόμορφη καταιγίδα, μια επίπεδη ζωή χωρίς ζωή. Περίμενα πότε θα΄ ρθω στο Ανθοχώρι να πατήσω χώμα, να δω ουρανό, την Ανατολή και τη Δύση. Βαρέθηκα, κουράστηκα, έμεινα ένα κουφάρι, ίσως ξαναγεννηθώ, ίσως..
Η Βίβιαν με κοιτούσε μ ένα ειρωνικό χαμόγελο, με σκότωνε, ήξερε ότι αυτά τα ξαναείπα και πάντα μου έλεγε "στη θεωρία είσαι καλός, στην πράξη υστερείς". Πράγματι στη θεωρία είμαι καλός, μπορώ να κάνω το άσπρο μαύρο, να υπόσχομαι πολλά με μια φυσικότητα λες και είναι αληθινά, αλλά στη πράξη ποτέ η Βίβιαν δεν με πήρε στα σοβαρά. Εγώ πάλι το θεωρούσα προτέρημα γιατί στη δουλειά μου όλοι ίδιοι ήμασταν και κερδίζαμε. Τι κερδίζαμε; χρήματα, τι πουλούσαμε: τον εαυτό μας.
-Άσε με να κοιμηθώ, ποτέ μη λες τι θα κάνεις αν δεν το κάνεις πρώτα, είπε η Βίβιαν και σκεπάστηκε ολόκληρη με την κουβέρτα.
Πήγε 4 τη νύχτα. Ήταν ακόμα νύχτα.
Ήμουν αποφασισμένος, οι σκέψεις μου δεν ήταν φευγαλέες, ούτε ευχές των εορτών, καιρός να πάρω τη ζωή στα χέρια μου, το πήγαινε έλα δεν με πήγαινε πουθενά, ήξερα πια τι ήθελα, αυτό που θέλουν πολλοί και ποτέ δεν το μπορούν ή δεν το ρισκάρουν. Εγώ και μπορούσα, το σχέδιο ήθελε πολλά χρήματα και δεν είχα να ρισκάρω τίποτα, αφού δεν είχα τίποτα παρά υλική περιουσία. Στην Αμερική θα ρευστοποιήσω το σπίτι, τα αυτοκίνητα, μετοχές και ομόλογα, χρυσαφικά και ασήμια, είναι ένα σημαντικό ποσό για να ξεκινήσω το σχέδιο. Το σχέδιο ήταν βέβαια αντιγραφή από ένα βιβλίο της Βίβιαν, που τότε το κορόιδευα. Όταν διάβασα Το νησί της Ουτοπίας, είχα πει στη Βίβιαν πως άρχισε να γράφει παραμύθια κι αυτή έβγαλε τη γλώσσα έξω και με είπε άξεστο καπιταλιστή. Βέβαια θα αλλάξω το όνομα στο δικό μου εγχείρημα και θα το πω Επιστροφή στη φύση, δεν θα είναι ακριβώς τα ίδια που περιέγραφε η Βίβιαν, αλλά θα θυμίζουν Βίβιαν.
Πόσοι και πόσοι δεν έχουν γράψει για τον έρωτα και τον θάνατο. Τελικά δυό λέξεις είναι η ζωή, ο Έρωτας και ο Θάνατος. Είδα πολλούς σαν εμένα που τα είχαν όλα και δεν είχαν ζωή, άλλοι πήγαν στα ναρκωτικά και άλλοι στα τυφλά. Πόσες φορές δεν αντιστάθηκα στη σωματική καταστροφή, δεν βρήκα όμως ποτέ τη σωτηρία της ψυχής.
Τώρα κάτι άρχισε να κλωτσάει μέσα μου, ποτέ δεν είναι αργά.
Είχα δίπλα μου τον έρωτα της ζωής μου και παραδίπλα με περίμενε ο θάνατος. Τώρα είχα αρχίσει πόλεμο με τον χρόνο, ξαφνικά είχα αποκτήσει άλλον εχθρό. Τον χρόνο. Θα παίξω μες την αστραπή του Καζαντζάκη, θα ποτισθώ με τα δικά του γιατροσόφια Τι σημαίνει Άνθρωπος, θα βάλω για προμετωπίδα τα δικά του λόγια. "Ν’ αγαπάς την ευθύνη να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω".
Δίχως κίνητρο δεν πας πουθενά, χωρίς φτερά δεν πετάς, πως έλεγε η Δημουλά, μ΄ ένα ξερό μισθό δεν ζεις.
Μεγάλο Σάββατο, ήταν Άνοιξη και Πάσχα, μετά την Ανάσταση στα Μετέωρα πήγαμε στα Κουμπαράκια, η Βίβιαν έκλαιγε πάνω στο "αλλοίμονο αυτούς που δεν αγάπησαν αλλοίμονο σ΄ αυτούς που δεν δακρύσανε, ζωή την ομορφιά σου δεν γνωρίσανε".
Θυμάμαι τότε είχε κυλήσει ένα δάκρυ μου, από τότε δεν θυμάμαι.
Η ώρα πέντε το πρωί. Τα ξύλα τελείωσαν, η σόμπα έσβησε, το κρασί τελείωσε, η μπαταρία στο κινητό μου τελείωσε, το καταφύγιο κρύωνε, έξω το σκοτάδι πηχτό ακόμα, κι εγώ τραγουδούσα μέσα μου το Να μ΄αγαπάς, του Σιδηρόπουλου να ζεσταθώ. Η Βίβιαν ήταν σκεπασμένη με δυό κουβέρτες, κοιμόταν, εκείνη η μικρή ουλή δίπλα στο αριστερό της μάτι ακόμα μου δημιουργούσε ενοχές, έτρεχα. Ευτυχώς βγήκαμε ζωντανοί.
Ήταν την Άνοιξη του 86 και είχαμε τη φαεινή ιδέα να διασχίσουμε την Διαδρομή 66 στην παρακμή της, την προηγούμενη χρονιά την είχαν αφαιρέσει απ΄τον χάρτη. Κοντά στην Οκλαχόμα φάγαμε τα μούτρα μας. Μια λακκούβα μας έστειλε στα λιβάδια, δεν ξέρω πόσες τούμπες έκανε η
Plymouth Fury. Πάντως πριν έμοιαζε με την “Κριστίν” της ταινίας που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ και μετά έγινε σαν τσαλαπατημένη αντίκα εγκαταλειμμένη σε μάντρα ανταλλακτικών.
Όπως συμβαίνει συνήθως ήμασταν μες την χαρά και την τρέλα της εκδρομής, νέοι, ποιος λογαριάζει τον θάνατο στη νιότη, φύγαμε από το Σικάγο και θα φθάναμε στην Καλιφόρνια. Βρεθήκαμε στο Νοσοκομείο. Η Βίβιαν ήρθε για μια εβδομάδα στην Αμερική κι πέρασε δύο στο Νοσοκομείο, της έμεινε μια ουλή, και σε μένα μια πατερίτσα για τις αλλαγές του καιρού.
Δεν ήταν και το μόνο μας ταξίδι που έμεινε στη μέση.
Εμείς βγήκαμε ζωντανοί, 57 νέοι στα Τέμπη δεν βγήκαν. Και δεν έφταιγαν καν αυτοί, δεν το χωράει ο νους. Αυτοί που φταίνε κυκλοφορούν ελεύθεροι λες και δεν συνέβη ποτέ τίποτα.
Και εδώ δεν υπάρχει Ανάσταση.
Η ευχή της μάνας, να προσέχεις, στην ευχή του Θεού να πας.
Τα ατυχήματα είναι ο πιο άδικος θάνατος.
Μελαγχόλησα.
Το κινητό της Βίβιαν είχε ακόμα μπαταρία, το πήρα κρυφά και άκουσα το Paris Texas του Ry Cooder.
Είναι κάποιες φορές που τα θέλεις όλα.
Στιγμές ακραίες, μεγάλης ανάτασης ή μεγάλης πτώσης, στιγμές δημιουργίας ή αυτοκαταστροφής, η γη σου φαίνεται επίπεδη και το φεγγάρι μακριά, ο κόσμος λιγοστεύει και ο χρόνος σε κυνηγά, είσαι αδύναμος και δυνατός μαζί, " Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα" και ο Jim Morrison να πεθαίνει στα 27.
- Βίβιαν θες να πάρουμε ένα άλογο ή μάλλον δύο, ένα για σένα και ένα για μένα;
- Όχι, είπε η Βίβιαν μες τον ύπνο της, τη Λίζα Θέλω.
- Όταν γυρίσουμε στο Ανθοχώρι, θα δούμε τον γητευτή των αλόγων και θα πεις ναι.
- Tο άλογο θέλει φροντίδα, ξέρεις να το πεταλώνεις;
- Θα μάθω, θεωρητικά ξέρω, έβλεπα τον πατέρα μου.
- Αυτό είναι το πρόβλημα Δήμο, θεωρητικά όλα τα ξέρες, αλλά η θεωρία χωρίς πράξη είναι να γαυγίζουν τα σκυλιά.
Δεν έδωσα συνέχεια, κάθε φορά κι ένα καρφί, δεν πάει πουθενά, πεισμώνω μέσα μου και μαθαίνω, αεί διδασκόμενος.
Αλλάζω. Ποτέ δεν είναι αργά.
Αν σήμερα έχω τον Max το οφείλω σε μια ιδέα της στιγμής, πέρα από τη Logo στιγμής υπάρχει και η ιδέα της στιγμής, κάτι που ποτέ δεν σου πέρασε από το μυαλό. Βέβαια και στη κόντρα με την Βίβιαν, ίσως αν έλεγε ναι, η ιδέα θα γινόταν πυροτέχνημα της στιγμής. Να πεταλώνω δεν έμαθα ακόμα, αλλά εγώ κι ο Max γίναμε αχώριστοι φίλοι, ο ένας θεραπεύει τα τραύματα του άλλου, κάνοντας μεγάλες βόλτες στα βουνά και στα λαγκάδια, τον αφήνω ελεύθερο σε απέραντες πράσινες πεδιάδες, τον βλέπω ευτυχισμένο και χαίρομαι κι εγώ. Μια μέρα πήρα και τη Βίβιαν, ανεβήκαμε στην ίδια σέλα, η Βίβιαν πιανόταν απ΄ τη μέση μου, όπως τότε που γυρίζαμε το Παρίσι με την νοικιασμένη μοτοσυκλέτα. Η Βίβιαν τώρα το σκέφτεται να πάρει άλογο.
Λέει πως δεν καταλήγει στο χρώμα, ο Max είναι μαύρος, εγώ της λέω να πάρει άσπρο, αυτή μου λέει αρσενικό ή θηλυκό, εγώ της λέω θηλυκό να κάνουν καλή παρέα με τον Max, μετά η Βίβιαν λέει θέλει να μην γίνει πολύ ψηλό, εγώ της λέω πως διστάζει. Η Βίβιαν πάντα όλα τα μελετούσε πολύ, πάντα δίσταζε.
Τελικά η στιγμή φέρνει όσα δεν φέρνει ο χρόνος, αν περιμένουμε να ωριμάσει μια ιδέα θα καταντήσουμε άνθρωποι της υπομονής
Εγώ είμαι ανυπόμονος.
Θέλω τον κόσμο και τον θέλω τώρα.
Ακόμα να χαράξει, είπε η Βίβιαν και γύρισε πλευρά.
Ένα σύννεφο έκατσε πάνω στο βουνό, μπλέχτηκε με τη νύχτα και έξω ήταν βαθύ σκοτάδι. Δεν έβλεπα ούτε τη μύτη μου, όχι ότι βλέπω τη μύτη μου στο φως, αλλά το έλεγε η μάνα μου συχνά, ίσως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να δουν τη μύτη τους ολόκληρη, εγώ δεν κατάφερα ποτέ, πάντα αμυδρά το ένα πλάι της και με κλειστό το ένα μάτι, το πρόσωπό μου έχω καιρό να το δω, από τότε που έσπασε ο καθρέφτης πάει καιρός, μια μέρα με είδε η Βίβιαν και μου είπε: πως είσαι έτσι; Είναι τελικά παράδοξο να βλέπεις τα πρόσωπα των άλλων και να μη βλέπεις το δικό σου, ίσως είναι μια ατέλεια του πλάστη. Σκέφτομαι εδώ και ώρα πως θα το αλλάξω αυτό, αλλά δεν βρίσκω λύση. Φαντάζομαι πως ο θεός ήξερε τι έκανε, έχω κάνει έναν τέλειο άνθρωπο σκέφτηκε, ας έχει και κάποια ατέλεια να μπορεί να σκεφτεί. Ο άνθρωπος βρήκε βέβαια τον καθρέφτη αλλά πάλι για λάθος λόγους. Περνάει ατέλειωτες ώρες μπροστά σε καθρέφτες, ξοδεύει απίστευτα λεφτά στη βιομηχανία της ομορφιάς, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να καθρεφτίσει τον νου του. Το ίδιο είχα πάθει κι εγώ στα 16, ήμουν μ΄ έναν καθρέφτη στο χέρι, θα αρέσω σήμερα στη Βίβιαν, έβρεχα τα μαλλιά τα χτένιζα, τα ανακάτωνα, τα ξαναχτένιζα, ξανά στον καθρέφτη, ήθελα να είμαι ωραίος για τη Βίβιαν, σκασίλα μου αν θα έπαιρναν σύμβουλο στο υπουργείο, ούτε το επεδίωξα ποτέ, άσε που ήξερα πως ήθελε και πτυχίο κι εγώ δεν είχα.
Ένα χρόνο μετά, όταν είπα στη Βίβιαν πως γράφω εκείνη τη νύχτα, πάλι με κοίταξε λοξά και μου είπε όταν τελειώσεις θέλω να τη διαβάσω πρώτη εγώ, ως τότε "τα εν οίκω μη εν δήμω". Συμφώνησα, κι αυτό είναι κάτι, ελπίζω μόνο να μην με λογοκρίνει, αν κόψει κομμάτια που έχουν την ενοχλούν θα πάει για πέταμα. Θα κρατήσω το λόγο μου, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα έκανα κάτι ενάντια στη Βίβιαν. Της έχω αγάπη τόση.
Βέβαια τα πράγματα ένα χρόνο μετά είναι πολύ διαφορετικά, γύρω μας συμβαίνουν τόσα, κι εγώ έχω εγκλωβισθεί σε μια νύχτα. Οι άνθρωποι γύρω μου λένε για τον πόλεμο, το πετρέλαιο , εύχονται να αλλάξει η άθλια κυβέρνηση αλλά στις εκλογές ψηφίζουν τους ίδιους που διέλυσαν τη χώρα, καινούρια κόμματα με παλιά υλικά κόβουν βόλτες στα κανάλια, χιλιοπαιγμένα έργα αρρωσταίνουν το νου, η βία στους νέους γιγαντώνεται, δεν ξέρουν αν πρέπει να μείνουν ή να φύγουν, οι δημοσιογράφοι αναλύουν τις δημοσκοπήσεις, οι σκιτσογράφοι και οι επιθεωρήσεις έχουν έτοιμα σενάρια, ζούμε μια "ωραία εποχή", βρήκα κι εγώ να πω μια ιστορία μιας νύχτας που δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ούτε καν τη Βίβιαν.
Θα τη γράψω όμως, τώρα που την γράφω είναι σαν να τη βιώνω ξανά, μια φυγή δική μου, μια διέξοδος στα αδιέξοδα.
Για μένα τη γράφω, ήταν μια τρυφερή άγρια νύχτα.
Ήταν έξι παρά όταν ακούσαμε τον θόρυβο του ελικοπτέρου, πεταχτήκαμε έξω, οι προβολείς φώτισαν το πηχτό πρωινό σκοτάδι, έκανε δυό τρεις περιστροφές και προσγειώθηκε σχεδόν δίπλα μας. Κατέβηκαν πέντε άτομα, η μία ήταν γυναίκα, οι τέσσερις φορούσαν πορτοκαλί στολές, ο άλλος σαν αυτή των ΜΑΤ, είπαν πως είναι από τη ΒΥΣΜΑ.
- Τι είναι το ΒΥΣΜΑ, ρώτησε η Βίβιαν
Η νέα γυναίκα απάντησε ευγενικά, Βουνίσια Υπηρεσία.
-Δηλαδή το ρουσφέτι, έφτασε ως εδώ πάνω; είπε η Βίβιαν
-Όχι καλέ, καμία σχέση, εμείς είμαστε της ασφάλειας των πολιτών, Σώματα, Μονάδες, Ασφάλειας.
Και, πως απ΄ τα μέρη μας, ρώτησα εγώ.
-Κάποιος χάθηκε στην διαδρομή κάποιων ορειβατών, με το πρώτο φως της μέρας θα αρχίσουμε τις έρευνες. Χτες το απόγευμα ξεκίνησε μια ομάδα από τα Θεοδώριανα και θα ανέβαιναν εδώ στην Τιτάνια. Κάποιος λείπει, είπε ένας νεαρός άντρας.
Κάποιος άλλος έφερε μια κανάτα με καφέ, ήταν ότι καλύτερο στις έξι το πρωί.
Ο άλλος όμως έβγαλε ένα μπλοκάκι και ήθελε τα στοιχεία μας. Η Βίβιαν αντέδρασε, γιατί είπε.
-Για παν ενδεχόμενο
-Τι είναι το παν ενδεχόμενο;
-Θέλουμε πληροφορίες, σε περίπτωση που..
-Ποια είναι η περίπτωση που;
- Όλα θα τα εξετάσουμε και έβγαλε την ταυτότητα αστυνομικού, επιδεικτικά, σαν να έλεγε κάνε ότι σου λέω.
Μπήκα στο καταφύγιο και πήρα τα γυαλιά ηλίου, ο προβολέας του ελικοπτέρου με τύφλωνε. Ρε τι πάθαμε, εκεί που περιμέναμε να χαράξει στο βουνό με το φως του ήλιου, μας ξαφνιάζει ένα εκτυφλωτικό φως και μας ζητάνε και τα στοιχεία μας.
-Ωραία, με λένε Βίβιαν, είπε η Βίβιαν.
-Επίθετο;
-Δεν έχω, είχα αλλά τώρα δεν έχω.
-Με δουλεύετε κυρία μου πρωί πρωί, έχετε ταυτότητα;
-Όχι, γιατί να έχω ταυτότητα εδώ πάνω;
Ο τύπος έμοιαζε σαν βασανιστής της ΕΑΤ- ΕΣΑ, άγριος, άξεστος, αν και προσπαθούσε να είναι ευγενικός δεν τα κατάφερνε, λέω ευγενικός επειδή ξεκίνησε από τη Βίβιαν που ήταν γυναίκα. Ενώ οι άλλοι προετοιμαζόταν για την αναζήτηση του χαμένου ανθρώπου, αυτός μπήκε στο ψητό της υπόνοιας, μη εξηγώντας το γιατί.
Η Βίβιαν μου έλεγε μετά πως της θύμιζε κάποιον που συνέλαβε τον πατέρα της στις 21 Απριλίου του 67 μπροστά στα μάτια της, χαράματα όπως τώρα.
-Και τι ζητάτε εδώ πάνω κυρία μου χειμωνιάτικα, ποιοι είστε;
-Θα έπρεπε να σας ρωτήσουμε πριν έρθουμε;
Αγριοκοίταξε τη Βίβιαν και ήμουν έτοιμος να επιτεθώ.
-Δώστε μου τον αριθμό του κινητού σας
-Γιατί, θα κλείσουμε ραντεβού στο καινούριο Χίλτον για ποτό, να μου λείπει, είπε η Βίβιαν αγριεμένη κι αυτή
-Κυρία μου πάτε να μπλέξετε με τις απαντήσεις, είναι κρίμα
-Σε τι να μπλέξω;
-Αντιμιλάτε σε όργανο της τάξης, παράβαση του νόμου
-Εσύ και ο Κυρανάκης, να σας χαιρόμαστε και τους δυό..
Ήταν φανερό πως είχαν ξυπνήσει παιδικά τραύματα στη Βίβιαν, άρχισε να γίνεται θηρίο. Εκείνο το πρωινό που συνέλαβαν τον πατέρα της δεν το ξεπέρασε ποτέ, αν και σπάνια το ανέφερε.
Συνεχίζεται, Το πρωτόκολλο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου