25 Ιαν 2026

Μια βοσκοπούλα αγάπησα

 Δίπλα ακριβώς από το σπίτι των σκύλων ήταν ένα άλλο κτήριο με μεγάλο παράθυρο, η ξύλινη πόρτα έγραφε Δώρα.

-Εδώ τι είναι, είπε η Βίβιαν
-Όλη μέρα κάνω διάφορα, αλλά όταν ανοίγω αυτή την πόρτα σκέφτομαι μόνο τη γυναίκα μου, σαν άλλος Ναζίμ Χικμέτ, σαν τα ποιήματα των 9- 10 μ.μ γίνεται η ζωή μου.
-Μπορούμε να μπούμε, είπα εγώ
-Όχι, δεν θα καταλάβετε, εδώ έρχομαι τη νύχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, όταν δεν έχω ύπνο κάθομαι ως το πρωί.
-Νικόλα μας προκαλείς την περιέργεια, είπε η Βίβιαν
-Είναι ένας ιδιωτικός χώρος, ανήκει σε μένα και στη Δώρα. Άνθρωποι χωρίς μυστικά, είναι αδιάφοροι, εγώ είμαι ανοιχτό βιβλίο, είναι το μόνο μου μυστικό.
Η Βίβιαν πήγε κοντά στο παράθυρο, αλλά η κουρτίνα έκρυβε το δωμάτιο.
-Βίβιαν, μην προσπαθείς, είναι ιεροσυλία, μην επιμένεις. Όταν χάνεις το μισό Είναι σου, είσαι μισός. Μόνο μέσα στο δωμάτιο αυτό γίνομαι το Όλον.
Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε από πάνω μας ένα Drone, πέταξε μία πάνινη τσάντα και γύρισε πίσω.
Ο Νικόλας πήρε τη τσάντα και έβγαλε δυό γράμματα.
-Είναι κι άλλοι σαν εμένα, δεν φαντάζεστε πόσοι, έχουμε αναπτύξει ένα σύνδεσμο επικοινωνίας μέσω αλληλογραφίας. Πίσω από τούτο το βουνό είναι ο Πέτρος και η Μάρω, ένα νέο ζευγάρι, από εκεί ήρθε το Drone τώρα. Αν πάτε στο κτήμα τους θα εκπλαγείτε!
Ο Νικόλας άνοιξε τον ένα φάκελο.
Αυτή είναι η πρόσκληση, την Άνοιξη έχουμε πανελλήνια συνάντηση στα Ζαγοροχώρια. Τρεις μέρες γιορτή. Δίπλα στον Βοϊδομάτη.
Το άλλο θέλει μελέτη. Έχω μια αλληλογραφία με κάποιον φίλο που διαβάζουμε και οι δυό Χάιντεγκερ και επικοινωνούμε τις σκέψεις μας. Άλλη μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Κάπως ζέστανε η μέρα. Ο Νικόλας είπε πως πάει να φέρει δικό του τσίπουρο .
Σήκωσε μια καταπακτή και κατέβηκε στο υπόγειο κελάρι. Δέκα μέτρα πιο κει.
Η Βίβιαν έσκασε από περιέργεια, πάλι πήγε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, στην άκρη η κουρτίνα δεν ήταν καλά τραβηγμένη και κρυφοκοίταζε μέσα.
-Βίβιαν τι κάνεις; της είπα, Είσαι απαράδεκτη.
-Έβαλε το δάκτυλο κάθετα στα χείλη της και χαμογελώντας έκανε σουυτ..
Όταν γύρισε ο Νικόλας με ένα μπουκάλι τσίπουρο στα χέρια, η Βίβιαν τον ρώτησε αν ζωγραφίζει.
Ο Νικόλας κατάλαβε.
Μόνο τη γυναίκα μου, είπε.
Όταν ο Νικόλας πήγε μέσα στο σπίτι να πάρει ποτηράκια και μεζέ, η Βίβιαν μου είπε πως εκείνο το δωμάτιο είναι γεμάτο με πίνακες της γυναίκας του. Όσο μπόρεσα να δω, είπε..
Ο Νικόλας έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ να παίζει και γύρισε με έναν ξύλινο δίσκο, τρία ποτηράκια, τυρί, και ελιές.
Το τραγούδι απλώθηκε στην κοιλάδα, Μια βοσκοπούλα αγάπησα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου