25 Ιαν 2026

Μια βοσκοπούλα αγάπησα

 Δίπλα ακριβώς από το σπίτι των σκύλων ήταν ένα άλλο κτήριο με μεγάλο παράθυρο, η ξύλινη πόρτα έγραφε Δώρα.

-Εδώ τι είναι, είπε η Βίβιαν
-Όλη μέρα κάνω διάφορα, αλλά όταν ανοίγω αυτή την πόρτα σκέφτομαι μόνο τη γυναίκα μου, σαν άλλος Ναζίμ Χικμέτ, σαν τα ποιήματα των 9- 10 μ.μ γίνεται η ζωή μου.
-Μπορούμε να μπούμε, είπα εγώ
-Όχι, δεν θα καταλάβετε, εδώ έρχομαι τη νύχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, όταν δεν έχω ύπνο κάθομαι ως το πρωί.
-Νικόλα μας προκαλείς την περιέργεια, είπε η Βίβιαν
-Είναι ένας ιδιωτικός χώρος, ανήκει σε μένα και στη Δώρα. Άνθρωποι χωρίς μυστικά, είναι αδιάφοροι, εγώ είμαι ανοιχτό βιβλίο, είναι το μόνο μου μυστικό.
Η Βίβιαν πήγε κοντά στο παράθυρο, αλλά η κουρτίνα έκρυβε το δωμάτιο.
-Βίβιαν, μην προσπαθείς, είναι ιεροσυλία, μην επιμένεις. Όταν χάνεις το μισό Είναι σου, είσαι μισός. Μόνο μέσα στο δωμάτιο αυτό γίνομαι το Όλον.
Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε από πάνω μας ένα Drone, πέταξε μία πάνινη τσάντα και γύρισε πίσω.
Ο Νικόλας πήρε τη τσάντα και έβγαλε δυό γράμματα.
-Είναι κι άλλοι σαν εμένα, δεν φαντάζεστε πόσοι, έχουμε αναπτύξει ένα σύνδεσμο επικοινωνίας μέσω αλληλογραφίας. Πίσω από τούτο το βουνό είναι ο Πέτρος και η Μάρω, ένα νέο ζευγάρι, από εκεί ήρθε το Drone τώρα. Αν πάτε στο κτήμα τους θα εκπλαγείτε!
Ο Νικόλας άνοιξε τον ένα φάκελο.
Αυτή είναι η πρόσκληση, την Άνοιξη έχουμε πανελλήνια συνάντηση στα Ζαγοροχώρια. Τρεις μέρες γιορτή. Δίπλα στον Βοϊδομάτη.
Το άλλο θέλει μελέτη. Έχω μια αλληλογραφία με κάποιον φίλο που διαβάζουμε και οι δυό Χάιντεγκερ και επικοινωνούμε τις σκέψεις μας. Άλλη μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Κάπως ζέστανε η μέρα. Ο Νικόλας είπε πως πάει να φέρει δικό του τσίπουρο .
Σήκωσε μια καταπακτή και κατέβηκε στο υπόγειο κελάρι. Δέκα μέτρα πιο κει.
Η Βίβιαν έσκασε από περιέργεια, πάλι πήγε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, στην άκρη η κουρτίνα δεν ήταν καλά τραβηγμένη και κρυφοκοίταζε μέσα.
-Βίβιαν τι κάνεις; της είπα, Είσαι απαράδεκτη.
-Έβαλε το δάκτυλο κάθετα στα χείλη της και χαμογελώντας έκανε σουυτ..
Όταν γύρισε ο Νικόλας με ένα μπουκάλι τσίπουρο στα χέρια, η Βίβιαν τον ρώτησε αν ζωγραφίζει.
Ο Νικόλας κατάλαβε.
Μόνο τη γυναίκα μου, είπε.
Όταν ο Νικόλας πήγε μέσα στο σπίτι να πάρει ποτηράκια και μεζέ, η Βίβιαν μου είπε πως εκείνο το δωμάτιο είναι γεμάτο με πίνακες της γυναίκας του. Όσο μπόρεσα να δω, είπε..
Ο Νικόλας έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ να παίζει και γύρισε με έναν ξύλινο δίσκο, τρία ποτηράκια, τυρί, και ελιές.
Το τραγούδι απλώθηκε στην κοιλάδα, Μια βοσκοπούλα αγάπησα.

Ο ήλιος ζέσταινε το πρωινό, τα βουνά γύρω μας στέκονταν περήφανα, οι ευχές των εορτών είχαν τελειώσει, η Ελλάδα ξεκίναγε τον καινούριο χρόνο μες την αβεβαιότητα, η ακρίβεια χόρευε, ο Τραμπ μόλις άρχισε τα νταηλίκια του στον κόσμο, ο Πούτιν έπαιζε το Ρώσικο βιολί, η Ευρώπη ήταν σε χειμέρια νάρκη, ο Έλληνας Πρωθυπουργός έπαιζε τον ρόλο του Mr. Bean, αν και μερικοί λένε πως ο Τέρης Χρυσός του ταιριάζει καλύτερα, εδώ που είμαστε η χειμωνιάτικη πλαγιά ασήμιζε απ΄ τον ήλιο και τα δικά μας μάτια έκοβαν βόλτες στο κτήμα του Νικόλα.
-Ελάτε, καθήστε, σήμερα γιορτάζω τα γενέθλιά μου, γίνομαι εβδομήντα χρονών, είμαι ένα τυχερός άνθρωπος, κατάφερα να φτάσω ως εδώ ψηλά.
-Χρόνια πολλά και καλά, είπε η Βίβιαν, να είσαι υγιής να φτάσεις δημιουργικά ως τα εκατό.
-Άλλα τριάντα χρόνια θα δουλέψω σκληρά, μου καρφώθηκε να γίνω πλούσιος, μετά θα την αράξω να καμαρώνω τα πλούτη μου.
Εγώ είπα μόνο Χρόνια πολλά, δεν τα πάω καλά με τις ευχές, ίσως γιατί είναι μόνο ευχές.
-Στην υγειά μας, ξεκίνησε ο Νικόλας, αυτή είναι η καλύτερη ευχή, όσο είναι γερός ο άνθρωπος δεν πρέπει να κακοφορμίζει μέσα στην χαοτική κατάσταση που έχει πάρει η ανθρωπότητα, ο χρόνος είναι πολύτιμος να τον σπαταλάμε στην ασημαντότητα, δες βαθιά μέσα σου τι θες και ζήστο, όσο και αν είσαι θεατής, όσο και αν διαβάσεις, αν δεν ζήσεις δεν θα γευτείς το μεδούλι της ζωής, όσα λάθη των άλλων δεις, μόνο απ΄ τα δικά σου θα μάθεις.
-Φτάσε εκεί που δεν μπορείς, λέει ο Καζαντζάκης, στην υγειά μας, είπε η Βίβιαν
-Αυτά είναι τσιτάτα που τα ερμηνεύουν όπως θέλουν οι φιλόλογοι, όλα έχουν ειπωθεί, μας απέμεινε όμως η ζωή του καθένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, ένα ολόκληρο σύμπαν, μαζί του αναπνέει όλος ο κόσμος, μαζί του πεθαίνει όλος ο κόσμος.
-Νικόλα το τραγούδι έπαιξε τρεις φορές, είπα εγώ.
Ο Νικόλας πήγε μέσα, γύρισε με ένα πιάτο γίγαντες στο ένα χέρι και ένα κλαρίνο στο άλλο.
-Ακούστε τώρα τη Διαμαντούλα, το αγαπάω αυτό το τραγούδι, έτσι έλεγαν τη μάνα μου, μετά θα σας παίξω κλαρίνο, όσο έμαθα, τώρα μαθαίνω.
Η αυλή γέμισε μουσικές και τραγούδι, ο Νικόλας γιόρταζε.

-Αν μου λείπει κάτι φεύγοντας απ΄ την Αθήνα, είναι οι φίλοι που άφησα, αλλά με έναν παράξενο τρόπο τώρα τους σκέφτομαι πιο πολύ, τους αγαπάω περισσότερο, στην υγειά όλων αυτών των φίλων που σαν σήμερα θα ήθελα να ήμασταν μαζί όπως παλιά.
-Έχει νόημα να ζει κανείς μόνος του, τον ρώτησε πάλι η Βίβιαν
-Ο τρόπος που επέλεξα να ζω έχει το δικό του τίμημα, δεν μπορεί κανένας να τάχει όλα στη ζωή. Έζησα μες τη βουή της πόλης, των απαιτήσεων της δουλειάς, ατέλειωτες συζητήσεις που δεν κατέληξαν πουθενά, ελπίδες που άφησαν μόνο απογοήτευση, δεν αλλάζει εύκολα ο άνθρωπος, μόνο στην πράξη, η πολύ θεωρία με κούρασε.
-Τι εννοείς Νικόλα, ρώτησα εγώ.
-Δήμο ο άνθρωπος στην εποχή μας γερνάει πριν ενηλικιωθεί, κουράζεται πριν ξεκινήσει, τα παιδιά νοιώθουν σαν να βγαίνουν από φυλακή όταν τελειώνουν τα γράμματα και τα πτυχία, μετά μπαίνουν σε μια μεγαλύτερη φυλακή, της δουλειάς, της οικογένειας, έχουν φτάσει στα πενήντα και ονειρεύονται τη σύνταξη. Όλο κάτι περιμένουν, καλύτερα χρόνια, αυτά δεν έρχονται ποτέ. Ο φίλος μου ο Χρόνης έγραψε, Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς…
-Γνώριζες τον Μίσσιο, διάβασα τα βιβλία του είπε η Βίβιαν, θα ήθελα να είχα γνωρίσει κι εγώ αυτόν τον άνθρωπο.
-Έρχονταν κάθε Σάββατο στο Βιβλιοπωλείο, μιλούσαμε με τις ώρες, είδε κι απόειδε και αυτός, αγωνίστηκε, βασανίστηκε, πολεμήθηκε.. Ο Μίσσιος ήταν ένα σύμβολο στην εποχή μας, ποιος δεν τον διάβαζε, εννέα χρόνια στη Μακρόνησο και στον Αι Στράτη, πάλεψε για ένα διαφορετικό κόσμο με όποιες δυνάμεις είχε, δεν συμβιβάστηκε, συγκρούστηκε με τους γραφειοκράτες της Αριστεράς, εκεί να δεις δογματισμό και ματαιοδοξία.
-Ο εμφύλιος καλά κρατεί, οι πληγές που άφησε έχουν τσακίσει τη χώρα, είπε η Βίβιαν. Λες και όλα είναι άσπρο μαύρο, αγκυλωθήκαμε, δεν βλέπουμε καθαρά.
-Το 2010 -12 ήμουν κι εγώ αγανακτισμένος στις πλατείες, ελπίσαμε το 15 στον Σύριζα μήπως κάτι αλλάξει, έγινε κυβέρνηση, περνούσε ο καιρός και ένα σωστό δυό λάθη, όλα του τα συγχωρούσαμε, ψάχναμε να δικαιολογήσουμε το γιατί, δεν υπήρχε γιατί, τόσοι ήταν τόσα κάναν. Στο τέλος φαγώθηκαν μεταξύ τους. Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, βρίσκει δικαιολογίες για ψύλλου πήδημα.
-Νομίζω πως οι προθέσεις ήταν καλές, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με τους άλλους, είπε η Βίβιαν
-Θα έσκιζε τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο, και δεν μπόρεσε να κάνει ένα άρθρο για την προστασία της πρώτης κατοικίας, απεναντίας έκανε ηλεκτρονικούς τους πλειστηριασμούς να μη μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί. Γιατί Αλέξη, η τρόικα…Δεν υπάρχει πιο άτιμο, να ξεσπιτώνεις ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλή κλίνει.
-Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι γερασμένο, με παλιά υλικά δεν κτίζεις καινούριο σπίτι. Είναι ντροπή για τους Έλληνες να αφήνουν μερικές οικογένειες να λυμαίνονται τον πλούτο της χώρας. Από τότε που γεννήθηκα ακούω τα ίδια ονόματα, Έλεος, όπως λέει και ένα σηματάκι στο φατσοβιβλίο, είπε η Βίβιαν
-Τι ξέρεις εσύ από φατσοβιβλίο, αφού συνέχεια το κατηγορείς, χαμογέλασα στη Βίβιαν. Νικόλα έχεις εκείνο το τραγούδι της Αρβανιτάκη για την κλεμμένη ζωή;
-Στην υγειά μας είπε ο Νικόλας, πάω να το ψάξω, έχω τον δίσκο.

-Οι παλιότεροι με δυό κουβέντες λύνανε τον κόμπο.
Ο Μέγας Αλέξανδρος τον έκοψε με το σπαθί του, εμείς μπήκαμε στον λαβύρινθο χωρίς τον μίτο της Αριάδνης και τώρα ζούμε εγκλωβισμένοι σ΄έναν κόσμο που κανένας δεν θέλει. Οι μισοί κτίζουν και οι άλλοι μισοί γκρεμίζουν Δουλειά να έχουμε, είπε ο Νικόλας.
-Έτσι είναι η ζωή, είπα κι εγώ το Αμερικανάκι με στόμφο κιόλας, λες και είπα τη φιλοσοφία του αιώνα. Πολλές φορές στην αμηχανία μου πετάω κάτι τέτοια, αυτό βέβαια δεν ήταν δικό μου, το λένε πολλοί πάνω στη μοιρολατρία τους, το άκουσα κι απ΄τον πρωθυπουργό, αυτός βέβαια το πήγε παραπέρα μίλησε για φυσικό νόμο που δημιουργεί τους πλούσιους και τους φτωχούς, καλά έκανε ξέρει πως έτσι δικαιολόγησε και τη φτώχια και τον πλούτο. Αυτός είναι ηγέτης, θέλει τον λαό του πακέτο, όλα είναι θέμα γέννας, όποιος διαμαρτύρεται ας φρόντιζε να γεννηθεί σε παλάτι. Ας μην έφευγα εγώ στην Αμερική και στην καλύβα που γεννήθηκα θα ήμουν ακόμα. Η εκκλησία το δικαιολογεί βέβαια αλλιώς, ψέλνοντας, πλούσιοι εφτώχευσαν και επείνασαν, οπότε όσοι είναι φτωχοί ας προσεύχονται στον Κύριο και ουκ ελλατοθήσονται παντός αγαθού, αρκεί να μην διαμαρτύρονται και ενοχλούνται οι πλούσιοι. Οι πλούσιοι το μόνο πρόβλημα που έχουν είναι πως δεν αντέχουν την τοξικότητα, όλα τ΄ άλλα τα΄χουν. Και τα δικά τους και των άλλων. Τελικά είναι ωραία να είσαι πλούσιος.
-Κι εσύ Δήμο που έγινες πλούσιος στην Αμερική, είσαι καλά τώρα;
-Στην Αμερική ήμουν πλούσιος, έπαιζα μόνο με αριθμούς, οι λέξεις δεν μ΄ απασχόλησαν ποτέ. Το μόνο που μ΄ ένοιαζε πως θα αυξήσω τον πλούτο να πάρω την προμήθεια. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα γίνομαι φτωχός, εσείς εδώ μόνο με λέξεις συζητάτε. Τα επιχειρήματα των φτωχών, τι σχέση έχουν με τους αριθμούς των πλουσίων;
-Δήμο σταμάτα, ήπιες πολύ! Παραφέρεσαι..
Ο Νικόλας γελούσε, καταλάβαινε και μένα , όχι μόνο την κοφτή λογική της Βίβιαν.
-Στην υγειά μας, στην υγεία των λέξεων Βίβιαν, κατάρα στους αριθμούς Δήμο.
Το πικάπ σταμάτησε, τα σκυλιά γαύγιζαν, ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια τσίπουρο και πήρε το κλαρίνο.
Ο κόμπος λύθηκε από μόνος του, ω τι θαύμα.

Ο Νικόλας μας έκανε ξενάγηση στο κήπο του, τι κήπος, ολόκληρο χωράφι, ένα στρέμμα αμπέλι, ατέλειωτα δέντρα, καρυδιές, φουντουκιές, καστανιές, μηλιές, κερασιές, κρανιές, αρωματικά φυτά, τριανταφυλλιές, και ότι βάλει ο νους..Είναι βέβαια χειμώνας, νεκρή φύση, γυμνά κλωνάρια, την Άνοιξη αλλάζουν όλα.
-Γίνονται σταφύλια σε τούτο το υψόμετρο Νικόλα, τον ρώτησα.
-Είναι μια ποικιλία, Pinot Noir, εξαιρετικό κρασί και τσίπουρο, το τσίπουρο που πίναμε, φεύγοντας θα σας δώσω να πάρετε μαζί σας και κρασί. Υπάρχουν κι άλλες, το Ξυνιστέρι, ο Ροδίτης, αρκεί α τα δουλέψεις σωστά. Το αμπέλι έχει πολύ δουλειά αλλά δίνει μεγάλες χαρές.
-Όλα αυτά τα φροντίζεις μόνος σου, ρώτησε η Βίβιαν, μπορείς;
-Όλα τα μπορούμε, αρκεί να θέλουμε!
-Νερό που βρίσκεις;
-Το νερό είναι το πρώτο που κοιτάς να έχεις, πιο πάνω έχει μια πηγή, το νερό της πέτρινης βρύσης από κει το έφερα. Νερό κρυστάλλινο, παγωμένο το καλοκαίρι, νερό που πίνεις και δοξάζεις τον Θεό.
Κάποιες φορές ανηφορίζω ως εκεί, γονατίζω, καθρεφτίζομαι και πίνω.
Τα πάνελ γυάλιζαν στη σκεπή παράταιρα, όλα ήταν πέτρα ξύλο και χώμα, χρώματα της φύσης, γήινα και ανθρώπινα δημιουργήματα που εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες, τίποτα περιστό, πουθενά σκουπίδια, χώροι καθαροί, καθαρή σκέψη.
-Τα πάνελ στη σκεπή, θυμίζουν σύγχρονη τεχνολογία, είπα
- Αναγκαία επένδυση, έχω όση ενέργεια θέλω, απαλλάχτηκα από τη ΔΕΗ, μια ζωή με το χαρτί στο χέρι στην ατέλειωτη ουρά να πληρώσω το λογαριασμό. Έφευγα από τη ΔΕΗ πήγαινα στον ΟΤΕ, άλλη ουρά, μετά στη Τράπεζα, εκεί να δεις ουρά, ουρά εδώ, ουρά εκεί, γενικά χάσαμε τη ζωή μας στις ουρές. Η τεχνολογία λύνει προβλήματα, αρκεί να σέβεται το περιβάλλον, αρκεί να σέβεται τον άνθρωπο. Δημιουργεί όμως καινούρια.
-Έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα τώρα, είπε η Βίβιαν. Τώρα πληρώνεις με το κινητό.
-Αρκεί να υπάρχουν τα χρήματα, ακούω πως το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού δεν μπορεί να έχει ούτε τα βασικά. Ούτε στον οδοντίατρο δεν πάει.
-Νικόλα μας πήραν τα κινητά, είπα η Βίβιαν, εμείς είχαμε κινητά.
-Και το σουγιά του πατέρα μου, είπα εγώ
-Ποιος, γιατί;
-Το ΒΥΣΜΑ
-Πως μπλέξατε μα αυτούς, αυτοί κόβουν βόλτες στα βουνά να περνάνε την ώρα τους, έχουν εκφοβίσει κόσμο με διάφορα προσχήματα, είχαν έρθει και σε μένα. Είναι μια νεοσύστατη υπηρεσία αστυνόμευσης, πήρε κάπου χίλια άτομα, αντί να πάρει γιατρούς και νοσοκόμους, πήρε αστυνομικούς να επιθεωρούν τα βουνά και τα λαγκάδια. Όταν ήρθαν σε μένα στην αρχή ήταν σκληροί, μετά ηρέμησαν, το έπαιξα δικός τους, να ο καφές, να γλυκό καρυδάκι, να τσίπουρο, τα είπαν όλα, μεγάλοι απατεώνες, με τις ευλογίες της κυβέρνησης, μυστική υπηρεσία είναι με καμουφλαρισμένο όνομα.
Η Βίβιαν διηγήθηκε στον Νικόλα τι μας συνέβη τα χαράματα.
Ο Νικόλας είπε: Μπλέξατε!
Θυμήθηκα πως κι εγώ την ίδια λέξη είπα.
-Αν δεν μπλέξουμε, δεν ξεμπλέκουμε, είπε η Βίβιαν
-Αυτό το ακούω συχνά από έναν νέο πολιτικό που ήρθε πίσω από την Αμερική. Εσύ Βίβιαν αυτό ήθελες να μπλέξουμε;
-Ναι, έτσι πρέπει να γίνει και έτσι θα γίνει, είπε η Βίβιαν

-Πάμε να δείτε το δικό μου καταφύγιο, είπε ο Νικόλας, είναι η δική μου Ενναλακτική λύση 3, όσοι θυμούνται αυτό το βιβλίο στη δεκαετία του 70 καταλαβαίνουν από σύγχρονα παραμύθια, αν ο κόσμος καταστραφεί θα με βρείτε εδώ κάτω, κρασί και τροφή θα έχουμε. Ο κόσμος ζει μες την αυταπάτη και την απάτη.
Κατεβήκαμε αρκετά σκαλιά, ήταν πάνω από πενήντα τετραγωνικά, κτισμένο με πέτρα στους πλαϊνούς τοίχους, μεγάλα μαδέρια στο ταβάνι κράταγαν την ξύλινη οροφή, παλαμισμένο με χώμα το πάτωμα και γύρω γύρω τρία ξύλινα βαρέλια για το κρασί και το τσίπουρο, πατάτες, φασόλια και άλλα τρόφιμα.. Για ώρα πολέμου, είπε ο Νικόλας, σαρκάζοντας τα μελλούμενα, κάθε αγρόκτημα θα έπρεπε να έχει ένα τέτοιο φυσικό υπόγειο, κρατάει σταθερή τη θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι και δεν καταναλώνει ενέργεια. Εδώ διατηρώ φρούτα και λαχανικά για όλη τη χρονιά, όλα είναι προϊόντα που τα παράγω μόνος μου.
-Και πως έφτιαξες αυτό το μεγάλο κελάρι μόνος σου εδώ πάνω χωρίς μηχανήματα, ρώτησε η Βίβιαν
-Έσκαβα και πέταγα το χώμα έξω δέκα μέρες, είχα κουραστεί, πήρα δυό εργάτες από το Βουλγαρέλι, ένα μήνα μας πήγε.
-Ένα μεγάλο καζάνι, σκεπασμένο με ύφασμα τσαντίλας, τι είναι αυτό Νικόλα, τον ρώτησα
-Τσαλαφούτι, φτιάχνω κάθε καλοκαίρι και το διατηρώ όλη τη χρονιά. Θα φάμε το μεσημέρι.
-Τσαλαφούτι, όσες παραλλαγές και να δοκίμασα, σαν το δικό μας τσαλαφούτι δεν βρήκα πουθενά, είπε η Βίβιαν.
-Έχω συνέχεια μια εικόνα στο μυαλό μου, ένα τενεκέ γεμάτο γάλα κρυμμένο μέσα στο Αρκουδόρεμα. Η μάνα μου τα καλοκαίρια έπαιρνε γάλα από τσελιγκάδες και έφτιαχνε τσαλαφούτι και τραχανά, έπηζε και τυρί και είχαμε να περάσουμε, δικά μας πρόβατα δεν είχαμε, έβγαινε πιο φτηνά έλεγε, θα έχουμε να φάμε τον χειμώνα. Κάθε φορά πηγαίναμε στο ρέμα, ξεσκεπάζαμε τον τενεκέ που ήταν μες στο νερό, γεμίζαμε ένα μικρό μπολ και γυρίζαμε πίσω, με οικονομία έλεγε.
-Όλοι έκαναν οικονομία τότε ρε Δήμο, εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου να ψάχνει χαρτί από παλιά εφημερίδα ν΄ανάψει το άλλο μάτι από το πετρογκάζ για να μην κάψει σπίρτο.
-Βίβιαν θυμάμαι τη γιαγιά σου, ήταν πραγματικά τσιγκούνα.
-Έπρεπε να μεγαλώσει έξι παιδιά Δήμο, δεν είναι πλάκα, σήμερα ένα και δεν μπορούμε.
-Γι΄αυτό σε πενήντα χρόνια θα είμαστε οι μισοί, είπε ο Νικόλας
-Αν δεν αλλάξουν τα κοινωνικά δεδομένα, είναι αναπόφευκτο κακό, είπε η Βίβιαν, όλα είναι ενάντια στα νέα ζευγάρια. Πάντα θα υπάρχει κάποια δικαιολογία να μην κάνεις παιδί, τότε έκαναν πολλά παιδιά, έδινε ευχή ο Θεός έλεγε ο παππούς μου, σήμερα κρέμονται από τις ευχές του Μητσοτάκη.
-Ο Μητσοτάκης φταίει και για αυτό, τι θες να πεις δεν πιάνουν οι ευχές του Βίβιαν, είπα χαμογελώντας.
-Δήμο ηρέμησε, δεν λέω για τον σημερινό, για τη δυναστεία λέω.
-Ποια δυναστεία, η Δυναστεία ήταν σήριαλ στην Αμερικάνικη τηλεόραση.
-Και στη Ελληνική ήταν Δήμο, πρώτα είχαμε Βασιλεία και μετά Δυναστεία, πάντα κάτι έχουμε. Δήμο είσαι άσχετος από πολιτική, νομίζεις πως όλα είναι οικονομία, ποτέ δεν κατάλαβες πως χωρίς Δημοκρατία ούτε οικονομία υπάρχει.
-Γιατί χωρίς οικονομία υπάρχει Δημοκρατία;
-Καλύτερα να είμαστε όλοι φτωχοί και "ίδιοι", παρά οι λίγοι πλούσιοι και οι φτωχοί πολλοί.
-Ναι αλλά οι πλούσιοι δίνουν δουλειά στους φτωχούς
-Αυτό μόνος σου το σκέφτηκες Δήμο, αν δεν υπήρχαν οι πλούσιοι δεν θα υπήρχε δουλειά;
-Κάπως αλλιώς το λένε, αυτοί κάνουν τις επενδύσεις.
-Τώρα αν σας κλειδώσω εδώ μέσα, μπορείτε να τσακωθείτε όσο θέλετε, αν βρείτε την άκρη ελάτε επάνω για φαγητό, κοντεύει μεσημέρι, πάω να το ετοιμάσω. Αφήνω ανοιχτά.

Συνέχεια στο Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου