12 Ιουν 2020

Ότι με πλανεύει


Πιάνω τον εαυτό μου στην αμαρτία της πρόκλησης. Παρατάω το τσαπί και χρονοτριβούν τα μάτια μου, πότε σ' ένα λουλούδι της κολοκυθιάς και πότε στην επιρροή του Κόζιακα. Η βροχή τον έπλυνε, ο αέρας τον στέγνωσε και ο ουρανός του φόρεσε καπέλο δυό άσπρα σύνεφα. Σήμερα είναι πεντακάθαρος, βουνό που του αξίζει. Τι θα ήταν ο κάμπος δίχως αυτόν; Τρίκαλα χωρίς ποτάμι!
Αγιος ο τόπος τούτος. Έυφορος, υδροφόρος, σμίγει ο κάμπος με το βουνό και χάνεται στα βάθη του χρόνου. Για τιμωρία θα γράψω δέκα φορές, δεν παρασύρομαι στης φύσης τα κάλη.
Η φύση είναι η ανάσα μας. Η γη είναι η τροφή μας. Ο ήλιος είναι ο ζωοδότης όλων. Η βροχή το νερό κάθε φυσικού όντος. Η θάλασσα είναι τα πνευμόνια της γης. Ο αέρας ο ταχυδρόμος της καρδιάς.
Τα δέντρα αντιστέκονται στον θάνατο. Τα πουλιά η μουσική μας. Τα ζώα η παρηγοριά της μοναξιάς μας. Εν σοφία εποίησε ο πλάστης.
Η φύση είναι μέσα μας και θέλει σκάψιμο η γης για να καρπίσει.
Αλλο μη χασομεράς σε ότι σε γητεύε

11 Ιουν 2020

Συνάντησα τη ζωή


Η καλοσύνη χαραγμένη στο πρόσωπο, η καρδιά γεμάτη κατανόηση, το χαμόγελο η απάντηση. Το βλέπεις με τη πρώτη ματιά. Σπάνια η ζωή κάνει λάθος όταν ζωγραφίζει τη μορφή της ιστορίας. "Τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη"έλεγαν οι παλιοί. Οι μάσκες άρχισαν όταν αρχίσαμε να μιλάμε πολύ και για όλα. Ο κόσμος σε σύγχιση , το λέγειν ποτάμι. Το φαίνεσθαι σκότωσε το είναι. Και τη ζωή μας.
Πέρασαν τα ενενήντα. Έζησαν φτώχεια, πολέμους, θανάτους. Το πρόσωπο της γιαγιάς είναι ο καθρέφτης του παππού.Η νιαγιά δεν παίρνει τα μάτια της από πάνω του. "Έλα να σε φιλέψουμε ταξιδιώτη" οι πρώτες λέξεις τους, μόλις με είδαν κατάκοπο. Ένα σπίτι πέτρινο μικρό, δυό κάμαρες και κουζίνα. Κάθονταν στο πεζούλι, ηλιοβασίλεμα, νύχτωνε στο βουνό.
Ήμουν προετοιμασμένος όταν κίνησα για αυτή την περιπέτεια στο πυκνό δάσος. Εκείνο που δεν ήξερα πως ο Θεός κατεβαίνει στη γη στα πρόσωπα των ανθρώπων. Έμεινα τρεις μέρες μαζί τους. Συνάντησα την ζωή.

8 Ιουν 2020

Τα σπόρια και η κοπριά


Είμαστε όλοι μαζί, ποιοι; Ο θύτης και το θύμα, ο βολεμένος κι ο πεινασμένος, ο έμπορας και ο παραγωγός; Ένα σύντομο παραμύθι της κενόδοξης εξουσίας να ταΐζει με φαιδρά τσιτάτα τις μάζες. Κι όμως συγκινούν τα κατώτερα ένστικτα, εξυπηρετούν συμφέροντα, το υποσυνείδητο του φτωχού που ονειρεύεται να γίνει πλούσιος. Εκει στοχεύουν στο μυαλό, έλεγε η Γώγου. Η σκέψη, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία των φυσικών όντων απουσιάζει και κρύβεται επιμελώς, ασύμφορο γαρ. Και αυτός είναι στόχος με όπλο την "παιδεία", ανταγωνισμός μέχρι τελικής πτώσης. Και το πετυχαίνουν, ο Τράμπ στην Αμερική, ο Ερντογαν στην Τουρκία, ο Μήτσος και ο Τάκης στην Ελλάδα.
Τα γράφω όλα αυτά, γιατί κάποτε απορούμε πως έφτασε ο κόσμος εδώ. Προσπαθώ να καταλάβω τι κατάλαβα στη ζωή μου. Γιατί; Γιατί οι μισοί γκρεμίζουν ότι κτίζουν οι άλλοι μισοί; Η βιτρίνα του αδηφάγου καταναλωτισμού έχει γκρεμισθεί ήδη. Μένει να γκρεμοτσακιστεί ο ίδιος και αυτό το ξέρουν και οι υπηρέτες του, αργά ή γρήγορα θα γίνει.
Ως τότε εμείς που δεν είμαστε καν της μεσαίας τάξης, με τις ενίοτε γραβάτες που λέει κι ο Μήτσος, ας ζήσουμε στον κόσμος μας. Ιδέα δεν έχουν πως οι άνθρωποι αφήνουν ίχνη πίσω τους και σπόρους. Ας πούμε ότι αυτοί αφήνουν την κοπριά. Χρήσιμη για να φυτρώνουν τα σπόρια.

4 Ιουν 2020

Το μεγάλο σπίτι


Χώμα, πέτρα και ξύλο είναι τα υλικά μου. Το νερό και ο ήλιος οι συνεργάτες μου. Ένα απέριττο σπίτι το μεγάλο μου όνειρο.
Ένας άγνωστος ζωγράφος άπλωσε τα πινέλα και τις μπογιές του στη μέση του χωραφιού. Μου είπε πως ήρθε χαράματα να ζωγραφίσει τη μέρα. Ξαφνιάστηκα ευχάριστα όταν ήρθα. Θέλει λέει να αποδώσει την ελευθερία της φύσης. Φοράει ένα ινδιάνικο καπέλο και δουλεύει τραγουδώντας.
Κτίζω ένα σπίτι να τα χωράει όλα. Την ομορφιά της απλότητας, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, το δίκιο της φύσης, την μορφή κάθε όντος, τον έρωτα και την αγάπη.
Ρίχνω κλεφτές ματιές στο καβαλέτο του ζωγράφου. Διακρίνω το σχήμα του αέρα, το χρώμα της αγάπης, τη διαύγεια της σκέψης κι ένα μπλέ σύννεφο.
Πλάθω τη λάσπη και κτίζω τις πέτρες. Το σπίτι μεγαλώνει. Μπαίνω μέσα, με χωράει σε στάση εμβρύου. Του δίνω κι άλλη προοπτική. Κτίζω ακατάπαυστα ένα δικό μου σπίτι, το μεγαλώνω κι άλλο. Σκέφτηκα το πέλαγος των τραγουδιών, τις στιγμές ευτυχίας, την θλίψη του κόσμου, τα αδιάβαστα βιβλία. Ύστερα σκέφτηκα και Σένα.
Ο ζωγράφος υπογράφει τον πίνακα. Τον παρατάει και φεύγει.
"Για σκεπή" είπε.

2 Ιουν 2020

Η πηγή

 

Πυροτέχνημα της στιγμής το κείμενο, αστραπή του καλοκαιριού ένα ποίημα, βότανο για την πληγή είναι το τραγούδι. Ελαφρύ αεράκι στον καθαρό ουρανό είναι η μέρα. Μα εγώ ξέρω μια πηγή που δεν στερεύει χρόνια τώρα. Πήρα τον δρόμο να τη συναντήσω. Ξέρω είναι εκεί, ανάμεσα σε έλατα και φτέρες, κρυμμένη στο δάσος της γης, αμόλυντη και αιώνια. Περπατάω την ανηφόρα, ο δρόμος είναι μακρύς, πρόσκληση και πρόκληση ζωής, κρατάει καιρό. Πέφτω και σηκώνομαι, ξανακυλάω και πάλι ξεκινάω απ' την αρχή. Πάνε χρόνια που ξεκίνησα κι ακόμα είμαι εδώ. Τελευταία φορά που έσκυψα στο νερό της ήμουν παιδί. Μετά χάθηκα. Χάθηκα στη ζωή μου και στις ζωές των άλλων. Περπατάω μερόνυχτα μες τ' όνειρο να τη συναντήσω πάλι. Μικρά ρέματα και μεγάλα ποτάμια με παρασύρουν, τα βάζω με το Θεό, τόσο ψηλά την έφτιαξε. Φαντάσματα, κεραυνοί, άγρια σκυλιά που χύνονται πάνω μου, πληγές το σώμα μου. Στο δρόμο συναντώ τους νεκρούς, αυτούς που έφυγαν παλιά κι αυτούς που έφυγαν χτες. Πορεύομαι μαζί τους, νεκρός.