21 Ιαν 2022

Και το φως και το σκοτάδι

Άγρυπνες νύχτες βυθίζουν τη σκέψη μου, ματωμένες ελπίδες φρουρούν την καρδιά μου. Όσα έμαθα δεν ωφελούν, όσα δεν έμαθα πυγολαμπίδες στο σκοτάδι. 

Το νερό αναβλύζει αβίαστα στη πηγή, καθρεφτίζω τον εαυτό μου παιδί, μικραίνει ο χρόνος, φτωχαίνει το φως. 

Στιγμές η θύμηση, μαχαίρια κοφτερά. 

Πάνω στο καράβι σ' εκείνη τη μαθητική εκδρομή της Κέρκυρας, είστε και καλοί μαθητές ή μόνο  εκδρομείς; είπε κάποιος άγνωστος. 

Μπροστά στον Μύλο, ένας φίλος είπε πως πιστεύει στη ζωή μετά τον θάνατο, δεν αντέχει στη σκέψη πως δεν θα ξαναδεί τα παιδιά του. 

"Άνθρωπος χωρίς να ξέρει ιστορία, είναι αμόρφωτος" έλεγε ένας συμμαθητής στις κουβέντες μας. 

Μια ζωή δεν φτάνει, κι όμως φτάνει. Ίσως μια μέρα φτάνει, μπορεί και μια στιγμή. 

Προς τι η γνώση χωρίς συναίσθηση, τι απομένει από μια ζωή χωρίς αγάπη, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη; 

Απομένει βέβαια μια χούφτα στάχτη, ίδια για όλους. 


Ήταν πέντε το πρωϊ,-η σκοτεινότερη ώρα, δεν έκλεισε μάτι, ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. 

Απόλυτη ερημιά, το κρύο τσουχτερό, ίδια η ζωή του. 

Όλα γίναν μια στιγμή. Και το φως και το σκοτάδι.

Η νύχτα πίσω του, η μέρα μπροστά του. Μια στιγμή στο χρόνο κι αυτός.

17 Ιαν 2022

Ότι δεν με συναρπάζει με σκοτώνει, Λόρδος Βύρων

Γυμνά τα δέντρα περιμένουν την άνοιξη, πήρε η μέρα.  Συνηθίσαμε αστόχαστοι τον χειμώνα, παλίμψηστο η ζωή μας, αβέβαιη η πορεία μας, παραμονεύει ο θάνατος. Μείναμε μόνοι μας στη γη. 

Ένα γεμάτο χλωμό φεγγάρι περιγελά τον δρόμο μας. 

Που πάτε; 

Περπατάμε, αχ φεγγάρι μου, αν δεν ήσουν κι εσύ, η νύχτα θα ήταν μόνο νύχτα. 

Φώτα νέον, γυαλιστερές οθόνες, κοφτερές λαμαρίνες η πόλη, σε τούτη εδώ την έρημο είσαι η παρηγοριά. 

Μετράμε τους φίλους, τους συγγενείς, λείπουν όλοι απόψε. 


Αχ φεγγάρι μου, η νύχτα είναι μόνο νύχτα. Ένας ένας, έφυγαν όλοι, μείναμε μόνοι στη γη. 

Εσύ κι εγώ

Εσύ χλωμό

Εγώ νεκρός

11 Ιαν 2022

Ένας άθλιος άνθρωπος

"Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής

των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,

και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,

χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων"

Νίκος Καβαδίας


Ήθελε πριν πεθάνει να ζήσει. Να βγει απ' τη φυλακή και να πετάξει ελεύθερος πάνω απ' τ' αφρισμένα σύννεφα, πέρα απ' τη γήινη μικροπρέπεια, σε μακρυνές θάλασσες, σε χρωματιστούς ορίζοντες. Βαρίδι το σώμα του, το αφιμί του, η ίδια η χώρα του, που τόσο αγάπησε. 

Υποκριτές και Ιουδαίοι μόλυναν τον αέρα, ο θάνατος της κοινής λογικής σκότωνε τον πλανήτη, ψευτοείδωλα αντικατέστησαν τη ζωή. Άνθρωποι κυνηγημένοι απ' τα σπίτια τους πνίγονταν στη θάλασσα, σύνορα και φράχτες περικύκλωσαν καρδιά και λογική. 

Κλεψύδρα που αδειάζει η ζωή, μακάριοι οι ελαφρόμυαλοι που περιμένουν την άλλη, οι κυνικοί και τα καθάρματα, οι ανέραστοι και οι αδιάβαστοι τσάρλατάνοι της ματαιοδοξίας. 

"Όποιος δεν διαβάζει, ζει μόνο τη δική του ζωή στα εβδομήντα" έγραψε ο Έκο. Ζει μόνο τη δική του μίζερη ζωή. Μακάριοι κι αυτοί, θα φύγουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Σαν όλων των ανθρώπων τις κηδείες, μπροστά ο παπάς πίσω πλήθος κόσμος, ο Παντελής έφυγε. Αχ ρε Παντελή, υπήρξες ποτέ; 

Ονειρευόταν έναν ευτυχισμένο θάνατο, στην αγκαλιά της αγάπης, στον οργασμό της ζωής. 

Βίωνε την ανατριχίλα του βιασμού, οι πρωτοκλασάτοι φασίστες της εξουσίας αλώνιζαν τα κανάλια, οι γλύφτες έψαχναν κόκαλα, οι ρατσιστές ούρλιαζαν αφρίζοντας, τα σκυλιά δεν καταδέχονταν ούτε τα σκατά τους να μυρίσουν. 

Πως ζει κανείς στη φυλακή, ίσως παίζει με μια πασχαλίτσα, σαν τον Παναγούλη. Ένας άντρας, έγραφε η Φαλάτσι.

Μίκρυνε η ζωή μας, τόσο πολύ που να χωράει στην οθόνη ενός κινητού.

Πως θα αποδράσει τώρα, βγήκε στη βροχή, τρελός κι ανήμπορος, ούρλιαζε κι αυτός, είμαι ένας άθλιος άνθρωπος.

9 Ιαν 2022

Μια μικρή ερωτική ιστορία

Μουντή μέρα, η ομίχλη ενώνει τα γυμνά δέντρα, βροχερή Κυριακή του Γενάρη. Νότες μελωδικές οι σταγόνες στον ουρανό του αυτοκινήτου. Το λιβάδι που δακρύζει, ένας άντρας και μια γυναίκα χορεύουν το βάλς της βροχής, λούζονται στην βαθιά αγάπη, βήματα αέρινα, η ανάσα τους προσευχή. 

 Ο ασπρούλης στο σπιτάκι του, μικρός γάτος του έλαχε να ζει στην εξοχή, η Λίζα κόβει βόλτες στη βροχή, φορές πιάνω κουβέντα  μαζί τους, η Λίζα εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγαλώνει, είναι ελεύθερη κι ευτυχισμένη. Όταν τη ρωτάω αν θέλει νάρθει στο σαλόνι, δίπλα στο τζάκι, αρνείται, με γαυγίζει και φεύγει. Πως φυλακίζεις έναν άνθρωπο, πως φυλακίζεις ένα ζώο;  Ο γάτος όλη την ώρα γλύφεται, φιλάρεσκος ναζιάρης, η Λίζα τον δαγκώνει τρυφερά, αυτός σηκώνει το πόδι του και τη χαιδεύει στο πρόσωπο, θέλω να τα δω να κοιμούνται αγκαλιά, δύσκολη αποστολή. 

Δύσκολη η αποστολή του ανθρώπου να σμίξει τα αντίθετα, να φιλιώσει τα ανήμερα, να αγαπήσει τη φύση, να λυγίσει τον εγωισμό, να ανοίξει καινούρια μονοπάτια. 

Yes i do, τραγουδάει η Μόνικα στο ραδιόφωνο! Ένα πουλι πετάει στην Οδό Ονείρων του Χατζηδάκη. 

Πέρα η πόλη της Κυριακής μετράει σαίτες του χειμώνα, ένας λύκος δάγκωσε ένα σκύλο στην Πάρνηθα, ένας άνθρωπος δάγκωσε ένα σκύλο, τι είναι τελικά είδηση; Ίσως διακόσιες χιλιάδες να ακούσεις το jingle bells βράδυ πρωτοχρονιάς, ίσως ένα καράβι πάνω στον Κόζιακα, ίσως οι αφορισμοί του Αμβρόσιου, γιατί ξαφνικά γαυγίζει η Λίζα;

Ποιός έρχεται εδώ στην ερημιά μου;

Μια μικρή ερωτική ιστορία από τους Χαίνηδες ήταν, τίποτα σπουδαίο.

5 Ιαν 2022

Τούτεςς τις μέρες


Ηλιόλουστες μέρες ενός βαρύ, χειμώνα θανάτου

Μέρες βαριές,  παραπλανητικές, μέρες σκάρτες δένουν τον χρόνο

Μεταξωτές κορυφογραμμές τυλίγουν τον ορίζοντα

Γυμνά τα δέντρα προσεύχονται στην Άνοιξη

Ουρές ανθρώπων στα πεζοδρόμια τεστάρουν τη ζωή

Μόνο τα ζώα δεν πήραν είδηση, ερωτροπούν ανέμελα στα λιβάδια

Υπάρχει σχέδιο άριστο, θα φέρουν τη ζωή στα μέτρα τους, οι νεκροί αριθμοί στη στατιστική τους θα είναι άριστοι στο τέλος

Ω τι ωραία ξεκίνησε ο χρόνος, ω τι μεγάλη έκπτωση στη ζωή, πιά θα μπορεί ο κάθε φτωχός να κάνει ένα μοριακό, τόσο καημό που τόχαμε, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους φωνάζοντας μπράβο, μπράβο, μπράβο..

Κάθε φορά που χτυπάει πένθιμα η καμπάνα τρομάζω, για ποιόν χτυπάει η καμπάνα, η ήλιος γέρνει στον Κόζιακα, τα φύλλα στις ελιές χρυσίζουν

Μία φέτα το φεγγάρι, ένα γύρω η πληγή, νάρχεσαι πρωί και βράδυ στη μικρή μου τη ζωή.