27 Ιαν 2026

Το πρωτόκολλο


Όταν ο αστυνομικός είπε τη λέξη πρωτόκολλο, έγινε άλλος ένας χαμός αντεγκλήσεων με τη Βίβιαν.
-Ποιό πρωτόκολλο και μαλακίες, άντε παράτα μας πρωί πρωί, αν δεν μου εξηγήσεις το γιατί, δεν σου δίνω κανένα στοιχείο.
Ένοιωθα αμήχανα, παρακολουθώντας τη σκηνή. Να επέμβω ή όχι, και τι να έλεγα;
Ο αστυνομικός ηρέμησε κάπως και είπε πως μέχρι να βρεθεί ο άνθρωπος που λείπει, είναι αναγκασμένος από το νόμο να εξετάσει όλες τις πλευρές.
-Ποιές πλευρές κύριε, πόσες είναι αυτές οι πλευρές, η αλήθεια πάντα έχει μία πλευρά, ήρθαμε εκδρομή εδώ με τον Δήμο χθες, τι με νοιάζει εμένα για τις δικές σου πλευρές. Η δουλειά σου είναι να ψάχνεις τις πλευρές;
Μου θύμισε τον Σκαρίμπα στην Κυρία του τρένου, όταν τον ξύπνησε ο ελεγκτής και του ζήτησε το εισιτήριο, εκείνα τα μικρά χακί χαρτονάκια που είχε κάποτε ο ΟΣΕ, ο ελεγκτής είχε ένα τρυπητήρι και άνοιγε τρύπες κρατς, κρατς, ο Σκαρίμπας εκνευρίστηκε και του είπε: Εσένα η δουλειά σου είναι να ανοίγεις τρύπες στα εισιτήρια;
-Εσείς κύριε θα μου δώσετε τα στοιχεία σας;
-Όχι, είπα, χωρίς να το σκεφτώ και πολύ.
-Ξέρεις, αυτό σηκώνει μέχρι και προφυλάκιση, είπε ο Άγριος
Αρκεί να μας βάλουν στο ίδιο κελί, είπα ψιθυριστά στη Βίβιαν.
Ο Άγριος πήγε μες το καταφύγιο και άρχισε να ψάχνει τα σακίδια.
Τι κάνεις εκεί; Φώναζε η Βίβιαν.
Πήρε τα δυό κινητά μας και τον σουγιά του πατέρα μου.
-Τίνος είναι ο σουγιάς;
-Δικός μου, είπα
-Τι τον ήθελες μαζί σου;
-Ήθελα να καθαρίσω το μήλο
-Θεωρείται φονικό όργανο
-Δεν είχα σκοπό να μπω σε αεροπλάνο
-Κατάσχονται
Τελικά όλα κατάσχονται στην Ελλάδα, σπίτια, χωράφια, λογαριασμοί, η Ελλάδα κατάσχεται.
Είστε τοξικοί, είπε ο Άγριος, Θα ρθείτε στο Αστυνομικό Τμήμα της Άρτας, να πάρετε πίσω τα κινητά σας όταν λήξει αυτή η ιστορία.
Όποιος αντιδρά στα σχέδια της κάθε εξουσίας σήμερα είναι τοξικός. Όποιος σωπαίνει είναι απλά καλός άνθρωπος.
Εγώ βασικά δεν θα ήθελα να είμαι τοξικός αν τα πράγματα ήταν αλλιώς. Αλλά δεν θα ήθελα να είμαι ούτε καλός άνθρωπος σωπαίνοντας.
Η λέξη τοξικότητα βέβαια σήμερα είναι μόδα, όλοι τσακώνονται για ποιος είναι περισσότερο μοδάτος, αν είσαι γαλήνιος γίνεσαι αδιάφορος και βαρετός. Ούτε εμένα, ούτε τη Βίβιαν ενδιέφερε ποτέ η μόδα και τώρα λόγω ηλικίας επιθυμούμε τη σκέψη της γαλήνης, θα επιθυμούσαμε το ίδιο και για τους νέους βέβαια, αλλά αυτοί δεν είναι ούτε τοξικοί, ούτε γαλήνιοι. Ψάχνονται μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον που έφτιαξαν άλλοι για αυτούς. Εμείς είχαμε κάπου να πατήσουμε, αυτοί που να πατήσουν σε ένα φουρτουνιασμένο κόσμο που δεν ξέρουν που θα τους πετάξει.
Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι, ποιός δεν θυμάται τον τρίτο δρόμο...
Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψε τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους.
Κι αν ο λόγος είναι αργυρός, η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί.
Έκλαιγα, γέλαγα ,έπαιζα, μου λέγανε:
«Σώπα».
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσς…σώπα»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις τον μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι:
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα.»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το «Σώπα».
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το «Σώπα».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου ,στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις, ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς
χωρίς να μιλάς, να λες : «Έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου,
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
«Μίλα!»…

Ναζίμ Ασίν (απόδοση Γιάννης Ρίτσος)
Σώπα, μη μιλάς


Μείναμε μόνοι μας, εγώ και η Βίβιαν και κοιταζόμασταν.
Ο πιλότος και ο Άγριος πέταξαν μαζί, οι άλλοι δυό άνδρες και η νέα γυναίκα είπαν θα πάρουν ανάποδα το μονοπάτι και θα ψάχνουν τον άνθρωπο που χάθηκε. Βέβαια μαζί με το ελικόπτερο πέταξαν ο σουγιάς και τα κινητά μας.
-Για τα κινητά δεν με νοιάζει, αλλά έτσι και χαθεί ο σουγιάς του πατέρα μου, θα τους κυνηγήσω μέχρι εκεί που δεν πάει, είναι κειμήλιο ανεκτίμητης αξίας για μένα.
-Δήμο ου μπλέξεις με την αστυνομία, το στρατό, τη δικαιοσύνη, τις τράπεζες και το κακό συναπάντημα στην Ελλάδα, ο Ρωμανός που είδε τον φίλο του στα δεκάξι να τον σκοτώνουν αστυνομικοί μπροστά στα μάτια του ακόμα δεν ξέμπλεξε.
-Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί, τι σχέση έχουμε εμείς με έναν άνθρωπο που χάθηκε.
-Δήμο πάντα ήσουν αφελής, το κράτος μας θεωρεί όλους ύποπτους. Αν βρεθεί νεκρός, ετοιμάσου για ανακρίσεις.
-Γιατί; Επειδή περάσαμε από το ίδιο μονοπάτι χθες;
-Τον Ρωμανό γιατί τον έχουν στη φυλακή; Επειδή λέει σε ένα βομβαρδισμένο διαμέρισμα βρέθηκε μια σακούλα με αποτυπώματα δικά του. Το πιστεύεις;
-Τη βάψαμε, θα βρουν αποτυπώματα απ ΄τα παπούτσια μας στο μονοπάτι.
-Δεν είναι πλάκα, από ανθρώπους που επιλέγουν είτε από ανάγκη, είτε από θέλω να κάνουν αυτή τη δουλειά, όλα να τα περιμένεις, εξ άλλου είδαμε και πάθαμε στην Ελλάδα, μ΄αυτούς. Όχι πως αλλού τα πράγματα είναι καλύτερα.
-Δεν είναι όλοι το ίδιο, στα αστυνομικά που έχω διαβάσει οι περισσότεροι επιθεωρητές θέλουν να σώσουν τον κόσμο από το έγκλημα, ο Μοταλμπάνο του Καμιλλέρι ήταν ωραίος τύπος, και ο Χαρίτος του δικού μας του Μάρκαρη.
-Μόνο που η πραγματικότητα δεν είναι λογοτεχνία. Η διαφθορά στους ανθρώπους αυτούς ξεπερνάει τη φαντασία. Αυτό θελήσαμε, μια κοινωνία που οι μισοί θα παρακολουθούν τους άλλους μισούς;
-Βίβιαν είσαι αυστηρή, ούτε εγώ πάω τους μπάτσους, αλλά χρειάζονται, δεν ζούμε σε μια αγγελική κοινωνία.
-Και οι νοσηλευτές χρειάζονται και οι γιατροί, αυτοί είναι που σώζουν ζωές.
-Εγώ πάλι νομίζω πως το πιο χρήσιμο επάγγελμα, είναι του λαχειοπώλη, είναι οι μόνοι που δίνουν ελπίδα εδώ που φθάσαμε.
-Είναι η μεγαλύτερη νόμιμη κομπίνα που στήνουν τα κράτη για να ληστεύουν τους ανύποπτους πολίτες. Μαζεύουν από τους πολλούς πολλά και τα δίνουν στους λίγους, μαζεύεις 100 δίνεις τα 3 σε τρείς, σου μένουν δις στο τέλος. Οι άλλοι ήταν απλά άτυχοι και δεν πήραν τίποτα απ΄ τα τρία.
-Κάποιοι ποντάρουν στον λήγοντα, τουλάχιστον να πάρουν πίσω όσα έδωσαν..
-Δήμο παράτα μας, μπλέξαμε.

Και κει που εμείς μπλέξαμε, η μέρα ξέμπλεκε με τη νύχτα. Σιγά, σιγά χάραζε, πάντα σιγά σιγά χαράζει, το σκοτάδι αραιώνει, ο ήλιος λέει εδώ είμαι, η νύχτα γίνεται μέρα πίνοντας τον καφέ σου. Τα σύννεφα αραίωσαν, άλλες βουνοκορφές χιονισμένες , άλλες όχι, πως γίνεται αυτό, με την κλιματική αλλαγή όλα γίνονται. Τα απομεινάρια μιας νύχτας, ήταν σκουπίδια για τη μέρα. Άλλοι ξεκινούν αισιόδοξα τη μέρα και άλλοι δεν θέλουν να ξημερώσει.
Εγώ πάλι δεν ήξερα αν η νύχτα έμοιαζε με την τρυφερή νύχτα του Φιτζέραλντ ή με την κόλαση του Δάντη και δεν μπορούσα να προσδιορίσω ούτε την καλημέρα, ούτε αν ήθελα να κρατήσει ακόμα ετούτη η νύχτα.
Η Βίβιαν το δήλωσε καθαρά, επιτέλους φως. Το φως δεν είναι πάντα φως όμως, ούτε η νύχτα πάντα είναι σκοτάδι, ούτε έχω μετοχές στη ΔΕΗ να προτιμώ τη νύχτα. Μερικοί άνθρωποι δηλώνουν άνθρωποι της νύχτας, οι δουλειές λένε γίνονται καλύτερα στο σκοτάδι. Εγώ πια ήμουν συνταξιούχος, στο τέλος του μήνα θα μπαίνει κανονικά η αμερικάνικη σύνταξη, αν ήταν ελληνική για φιλοδώρημα θα τη χάριζα στην Χαρίκλεια που διαμαρτύρεται πως δεν έχει λεφτά να ταΐσει τον σκύλο της, πόσες φορές δεν της είπα να πάρει γάτα κοστίζει λιγότερο. Η Χαρίκλεια έμεινε για πάντα στο Ανθοχώρι, της αρέσει μόνο η μέρα, κοιμάται νωρίς και ξυπνάει νωρίς, θέλει να πάει τις κατσίκες της για βοσκή, το βράδυ ανάβει τα καντηλάκια στο νεκροταφείο και πάει για ύπνο, κάνοντας την προσευχή της δοξάζοντας τον ύψιστο που της έδωσε άλλη μια μέρα για να κάνει τα ίδια που έκανε μισό αιώνα τώρα.
Η Χαρίκλεια είναι μια Ανθοχωρίτισα γύρω στα πενήντα, με μπόλικα πιασίματα και μπλε μεγάλα μάτια, έχει προίκα δέκα γίδες, είκοσι κότες, εκατό μέτρα κήπο, ισχυρίζεται πως είναι παρθένα και πως θα δοθεί ψυχή τε και σώματι στον άντρα που θα αγαπήσει, ξέρει να αρμέγει, να πήζει τυρί και γιαούρτι, να κάνει λαχανόπιτες και γαλατόπιτες. Λέει πως όταν ήρθε ο Μακρόν στην Ελλάδα, έστειλε μια γαλατόπιτα για την Μπριζίτ που έγλειφε τα βαμμένα νύχια της απ΄τη νοστιμάδα. Η Χαρίκλεια είναι μια γνήσια Ελληνίδα, φιλόξενη και δοτική. Πόσες φορές δεν μου έχει πει να σου κάνω μια πίτα κι εγώ είπα όχι, να μη τη βάλω σε κόπο και έχουμε άλλα. Όταν κάνω καμιά φορά πλάκα με την Χαρίκλεια είναι ολοφάνερο πως η Βίβιαν ζηλεύει, δεν εξηγείται αλλιώς που λέει συνέχεια "άστο κορίτσι ήσυχο". Εγώ βέβαια της λέω πως δεν θα βρει άντρα στο χωριό, αυτή λέει πως ο άνδρας που θα αγαπήσει δεν έχει γεννηθεί ακόμα, την κόβω να μένει στο ράφι, το αγαπημένο της τραγούδι είναι "Μια βοσκοπούλα αγάπησα μια κόρη παινεμένη", αλλά της αρέσει και το "Να τανε το 21".
-Πάω να ετοιμάσω τα πράγματα, πάμε στον Νικόλα, είπε η Βίβιαν
-Περίμενε να βγει καλά ο ήλιος, δεν τον βλέπεις σκάλωσε στο Τζιγκόρι.
-Πάμε, οι άνθρωποι στα βουνά ξυπνάνε νωρίς, τους περιμένει η μέρα να την πάρουν μπροστά.
-Γιατί εμείς την παίρνουμε πίσω;
-Μέρα που χάνεται δεν γυρίζει, πάμε.
-Τι πάμε κι όπου πάμε, χώρα είναι αυτή, Βίβιαν πολύ θολός ο Σηκουάνας την τελευταία φορά που ήρθα στο Παρίσι.
-Το Παρίσι είναι η πόλη του φωτός Δήμο, δεν καθορίζεται απ ΄την θολούρα του Σηκουάνα.
Η Βίβιαν μπήκε στο καταφύγιο κι εγώ μπήκα σε σκέψεις, τι καημός την έπιασε με τον Νικόλα πρωί πρωί…

Συνεχίζεται Η κοιλάδα του Νικόλα

26 Ιαν 2026

Η κοιλάδα του Νικόλα

 Ο ουρανός άνοιξε, ο ήλιος έλουζε το βουνό, το πρωινό κρύο μας περόνιαζε, ούτε εγώ ούτε η Βίβιαν κοιτάξαμε πίσω, πήραμε το μονοπάτι που μας είπε ο Νικόλας, κατήφορος, κατεβήκαμε περίπου πεντακόσια μέτρα στην κοιλάδα του Νικόλα. Έλειπε η Λίζα.

Περιμέναμε να δούμε μια καλύβα, είδαμε ένα μικρό παράδεισο στη γη. Ανάμεσα στα έλατα, ένα ξέφωτο, απόγονο απ΄ τον καιρό, φωτεινό απ΄τον ήλιο, φροντισμένο από Άνθρωπο.
Από μακριά είδαμε τον καπνό απ΄το τζάκι, από κοντά ένα μικρό πέτρινο σπίτι μέσα στη φύση. Ένα μικρό σπίτι, όσο χρειάζεται ο άνθρωπος. Τα σκυλιά γαύγιζαν.
Ο Νικόλας καθόταν στην αυλή και έπινε τον καφέ του.
-Καλημέρα, Ήρθαμε.
-Σας περίμενα, ήμουν σίγουρος πως θα ρθείτε.
Εγώ πάντως δεν ήμουν και πολύ σίγουρος ότι θα ερχόμασταν, αλλά η Βίβιαν και ο Νικόλας φαίνεται ήταν.
-Κρυώνετε, έχω το τζάκι αναμμένο και το τραπέζι στρωμένο για πρωινό. Πάμε μέσα.
-Καλά είμαστε εδώ, μέσα περάσαμε ολόκληρη ζωή, είπε η Βίβιαν
Εγώ έκατσα στο ξύλινο παγκάκι, η Βίβιαν στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Ο Νικόλας καθόταν σε μια απλή ψάθινη καρέκλα.
-Ότι θα δείτε στο σπιτικό μου τα έφτιαξα μόνος μου. Κάθε μέρα και κάτι φτιάχνω, οι ώρες εδώ είναι χρόνος, η δημιουργία είναι χαρά. Καθόμαστε σε διαφορετικές καρέκλες, η ομοιομορφία σκοτώνει την ομορφιά, είπε ο Νικόλας δένοντας τα μακριά μαλλιά του με ένα κοτσιδάκι.
Ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι, στα πόδια μας τρεις τέσσερις γάτες, τα σκυλιά μας περιεργαζόταν διακριτικά παραδίπλα, το ένα έμοιαζε με τη Λίζα, το άλλο άσπρο, κάτασπρο.
Ο Νικόλας σηκώθηκε, πάω να φέρω καφέ.
Μείναμε για λίγο μόνοι με τη Βίβιαν, κοιταζόμασταν πάλι, η κοιλάδα του Νικόλα ήταν έκπληξη, μια ασύμμετρη αρμονία τύλιγε ετούτο το πρωινό του Γενάρη, φαντάσου την Άνοιξη είπε η Βίβιαν. Τα έλατα στην διπλανή πλαγιά ανέδυαν τη μυρωδιά του χειμώνα.
Ο Νικόλας έφερε δυό φλιτζάνια άσπρα με ελληνικό καφέ και δυό ποτήρια νερό. Πάω να φέρω το πρωινό έξω, είπε.
-Όχι είπε η Βίβιαν, θα ρθούμε μέσα, να δούμε το τζάκι σου..
Αν και ήμασταν καλά ντυμένοι, έκανε κρύο, ήταν πρωί ακόμα, γύρω στις 9, ούτε ρολόγια, ούτε κινητά είχαμε.
Τι ώρα είναι ρώτησε τον Νικόλα, η Βίβιαν
-Τι σε νοιάζει η ώρα, δεν έχω ρολόι, πρωί είναι..
-Κοίτα το κινητό σου;
-Ούτε κινητό έχω
-Καλά κατάλαβα…
Εγώ το μόνο που κατάλαβα είναι πως άρχιζε μια ενδιαφέρουσα μέρα.
Και στην Ελλάδα μια απρόβλεπτη χρονιά.
Πάντα η εγκυμοσύνη είναι ενδιαφέρουσα.
Στο παγκάκι ήταν σκαλισμένη η λέξη Μυρτώ!

Γράφω αυτή την ιστορία ένα χρόνο μετά, προσπαθώ να θυμηθώ λεπτομέρειες, δεν χρειάζονται, προσπαθώ να εκπλήξω τη Βίβιαν ότι θα τα καταφέρω, δεν με νοιάζει, έτσι κι αλλιώς θα την απορρίψει.
Η Βίβιαν ισχυρίζεται πως δεν έχει κανένα νόημα να γράφεις προσωπικές ιστορίες, κανέναν δεν ενδιαφέρουν τα ατομικά βιώματα, το πρωί πάλι είχαμε τις γνωστές κόντρες.
-Αντί να διαβάζεις γράφεις, δεν μπορώ να διανοηθώ πως άνθρωποι που δεν διαβάζουν γράφουν
-Διάβασα τόσα βιβλία, επειδή δεν διάβασα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια; Ποτέ δεν είναι αργά, εξ άλλου παραμύθια είναι.
-Αν ήξερες δεν θα μίλαγες, αλλά διάβαζες πάντα ότι προέκυπτε αρκεί να υπήρχε σασπένς, αυτό σε κρατούσε στην ανάγνωση.
-Άρχισα κάποτε και τον Οδυσσέα του Τζόυς, βουνό μου φάνηκε, βάραιναν τα μάτια μου.
-Δεν έχεις υπομονή, θες να σ΄ αρέσει ένα βιβλίο από την πρώτη σελίδα. Η μαγεία της ανάγνωσης βρίσκεται στη διαδρομή.
-Πάλι τα ίδια, ο καθένας κάνει ότι μπορεί, γουστάρω να γράψω κάτι και βρήκα αυτή τη νύχτα, εσένα τι σ΄ ενοχλεί; Τουλάχιστον εγώ γράφω πραγματικά γεγονότα, άλλοι γράφουν παραμύθια και τα λένε μυθοπλασία
-Η μυθοπλασία είναι τέχνη
-Και η ζωή τέχνη είναι
-Και τι ξέρεις εσυ από τέχνη, πέρασες τη ζωή σου κυνηγώντας οικονομικές χίμαιρες
-Έχω το δικαίωμα να αλλάξω και μεταμορφώνομαι, κοίταμε.. Μου φαίνεται ή είσαι θυμωμένη μαζί μου..
Άλλη μια χαζή διαφωνία με τη Βίβιαν, σαν τα παιδιά μαλώναμε.
Η αλήθεια είναι ότι ένοιωθα λίγος σε σχέση με τη Βίβιαν, θεωρώ ότι δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να διαβάζει. Την αδικώ όμως, η Βίβιαν έκανε πράγματα που εγώ ήθελα δυό και τρεις ζωές, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Η Βίβιαν είναι ένας απ΄ αυτούς,…. ο άλλος είναι ο Μάρλον Μπράντο.
-Τουλάχιστον παραδέχεσαι τα λάθη σου, πόσες φορές δεν προσπάθησα να σου δείξω τα σημαντικά απ΄ τα ασήμαντα, κι εσύ ξόδευες τον χρόνο λες και είναι άπειρος, νόμιζες επειδή είχες χρήματα θα αγόραζες όσο ήθελες. Δήμο δεν υπάρχει μαγαζάκι του χρόνου. Πάντα ανέβαλες, για πότε;
Με τη Βίβιαν ένα χρόνο μετά από εκείνη τη νύχτα ζούμε μαζί στο ίδιο σπίτι, αυτά θα τα πούμε, περνάμε από τις καλύτερες φάσεις στη μισο-αιώνια σχέση μας, κι έχουμε βάλει σκοπό να γίνει η σχέση μας αιώνια, ζούμε σαν τον Μ΄αγαπάς και Σ΄αγαπώ, δεν λείπουν βέβαια οι καυγάδες μας σαν σημερινό.
Μόλις ξεκινήσαμε το περπάτημα έπιασε η βροχή, η Βίβιαν άνοιξε την ομπρέλα μη λιώσει, εγώ πάλι πάντα χωρίς ομπρέλα. Ούτε μία δεν αγόρασα στη ζωή μου. Η Βίβιαν έχει εκατό χρώματα, μισή ώρα κάνει να διαλέξει ποια θα πάρει μαζί της, δεν λέω πως είναι εύκολη η συμβίωση μαζί της, αλλά είναι πρόκληση και πρόσκληση ζωής.
Βλέπω τη Βίβιαν να περπατάει μπροστά μου με την ανοιξιάτικη ομπρέλα της, εγώ ακολουθώ σαν φύλακας άγγελός της, το χώμα μυρίζει, το χορτάρι ποτίζεται, το σώμα μου ποτίζεται, η Βίβιαν με φωνάζει, έλα κάτω απ΄ την ομπρέλα, πάμε κάτω απ΄ τη μαρκίζα αν θες, ομπρέλα δεν είχα ποτέ, πάντα βρεγμένος ήμουν.
Γι΄αυτό είπα δεν είναι εύκολο να περπατάς παράλληλα με τη Βίβιαν, αλλά ούτε ακολουθώντας μόνος.

-Νικόλα ξέρεις τη μέρα έχουμε; τον ρώτησε η Βίβιαν
-Γιατί να ξέρω, σε τίποτα δεν με ωφελεί.
-Μήνα;
-Δώδεκα χρόνια εδώ πάνω κατανοώ αλλιώς το χρόνο, με νοιάζει η κάθε στιγμή, αν δεν είναι Επικούρεια πάω παρακάτω, είμαι μεγάλος πια να ασχολούμαι με τα καμώματα των ανθρώπων. Έμαθα τους μήνες με τον καιρό, αντιλαμβάνομαι την ώρα απ΄το γύρισμα του ήλιου, εμπιστεύομαι το σώμα μου και τις ανάγκες του.
-Νικόλα πριν έρθεις εδώ τη δουλειά έκανες, πως ζούσες;
-Είχα ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο σε μια γειτονιά της Αθήνας, τριάντα χρόνια. Εδώ ήρθα μόλις πήρα σύνταξη, η επιλογή ήταν συνειδητή, το σχεδίαζα χρόνια. Είμαι ανοιχτό βιβλίο, ρώταμε ότι θες Βίβιαν, αλλά πάμε μέσα στο σπιτικό μου, έχω το τραπέζι στρωμένο και έτοιμο το πρωινό.
-Ααα, α, αυτό δεν είναι σπίτι αυτό είναι Βιβλιοθήκη, ξαφνιάστηκε η Βίβιαν
Ξαφνιάστηκα κι εγώ, μου θύμισε το σπίτι της Βίβιαν στο Παρίσι. Όλοι οι τοίχοι ξύλινες βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία, παντού βιβλία.
-Αυτά είναι όλα τα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου, δεν λείπει κανένα γιατί δεν δάνεισα ποτέ κανένα. Κάθε βιβλίο είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, γεμάτα σημειώσεις, από μικρός έψαχνα να βρω την άκρη, δεν τη βρήκα στην Αθήνα. Εδώ τη βρήκα.
-Διαβάζεις ακόμα;
-Όχι, όχι όπως διάβαζα, μόνο καμιά φορά γυρνάω πίσω στα βιβλία που διάβασα, στις σημειώσεις μου, δεν νομίζω πως χάνω και τίποτα, όλα έχουν ειπωθεί.
Είπαμε πέντε κουβέντες και καθίσαμε στο τραπέζι, στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντηλο, γύρω γύρω τέσσερα ξύλινα ίδια σκαμπό με διαφορετικά χρώματα τα μαξιλάρια, στη μέση ένα τριαντάφυλλο κόκκινο του χειμώνα, και γύρω γύρω φαγητά της φύσης.
Ομελέτα, αυγά μάτια, αυγά βραστά, αυτό θα πει ποικιλία πρωινού Νικόλα είπα εγώ ο βλάξ.. Ψωμί ζυμωτό να ζεσταίνεται στο τζάκι, βούτυρο και μέλι, σκοπελίτικη τυρόπιτα, χυμός από βρασμένα κεράσια και κορόμηλα, ποτό από κράνα…
-Ρε Νικόλα πολλά ετοίμασες, ποιος θα τα φάει όλα αυτά, είπε η Βίβιαν.
Αυτή την έκφραση την έχω ακούσει πολλές φορές και στο τέλος δεν μένει τίποτα στα πιάτα.
Η Βίβιαν έτρωγε σαν πουλάκι, ο Νικόλας σαν άνθρωπος κι εγώ σαν γουρούνι, πεινούσα το παραδέχομαι. Απορώ με τη λιτοδίαιτη Βίβιαν, τουλάχιστον να μη λέει ποιος θα τα φάει όλα αυτά.
Τα φάγαμε όλα, δηλαδή τα μισά εγώ, η Βίβιαν έτρωγε τα βιβλία στις βιβλιοθήκες σαν δορυφόρος ήταν που κάθεται σε σκαμπό.
Η Βίβιαν είπε ευτυχώς είχαμε τον Δήμο. Ξέρω γιατί το είπε.
Κάποτε πήγαμε για φαγητό, εγώ η Βίβιαν και ένα φιλικό μας ζευγάρι με τη κόρη του. Η μικρή Λητώ είχε παραγγείλει μπιφτέκι γεμιστό και ίσα που έφαγε μια άκρη, ποιος είδε την Βίβιαν και δεν την φοβήθηκε. Τι δεν είπε: Αν δεν πεινούσες κορίτσι μου δεν έπρεπε να παραγγείλεις, αυτό το πιάτο κάποιος κουράστηκε να το μαγειρέψει, πήρε ένα σωρό υλικά απ΄τη φύση, θανάτωσαν ένα ζώο, σπατάλησε ενέργεια να το ψήσει, υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν μα φάνε και άλλα τέτοια. Το κορίτσι κοκκίνησε από ντροπή, οι γονείς του δεν μίλησαν από διακριτικότητα, εγώ έλεγα στη Βίβιαν πως μπορεί να μην της άρεσε το κρεμμύδι που έβαλαν μέσα και σιγά τον μαιδανό που έβαλαν, αφθονεί στη φύση, η Βίβιαν θύμωνε μαζί μου, εγώ ντρεπόμουν για τη Βίβιαν, οι γονείς δεν μιλούσαν, είπαν απλά είχε φάει στο σπίτι, γενικά γίναμε μαλλιά κουβάρια για ένα μπιφτέκι γεμιστό. ( και αυτή τη φράση την έχω ακούσει πολλές φορές)
Ευτυχώς που είπαν οι γονείς θα το πάρουμε στο σπίτι να το φάει αύριο, το πήραν, εγώ όμως ήξερα πως οι φίλοι μας είχαν και σκυλί στο σπίτι, αλλά δε είπα τίποτα.
Ο Νικόλας είπε στη Βίβιαν πως δεν έφαγε πολύ, αλλά πρόσεξε κι αυτός πως η Βίβιαν έτρωγε και τα βιβλία.
Σηκώθηκε πήρε ένα από μια μικρή στοίβα, έγραψε μια αφιέρωση και της το χάρισε.
Αφορισμοί
Νικόλας Φεύγας
Εκδόσεις Κεντρί
Στο εξώφυλλο είχε ένα Λύκο που ούρλιαζε σε μπλε απόχρωση.
Η Βίβιαν δεν μ΄ άφηνε να δω την αφιέρωση, αλλά εγώ την είδα κρυφά. Δεν ήταν και καμιά σπουδαία.
Ότι απέμεινε, μόνο έγραφε.. Γενάρης 2025 και τίποτα άλλο.

Η Βίβιαν ξεφύλλιζε το βιβλίο, ο Νικόλας έβαλε ένα κούτσουρο στο τζάκι, μια γάτα νιαούριζε στα πόδια μας κι εγώ βγήκα έξω να κάνω πρωινό τσιγάρο.
Ο ήλιος σκαρφάλωνε τον ουρανό, το πρωινό ήταν ακόμα κρύο, το μέρος που ήμασταν έμοιαζε μακριά απ΄ τον υπόλοιπο κόσμο, πέρα απ΄τα έλατα στην πλαγιά, ένας ζωγράφος θα έλεγε νεκρή φύση. Η αυλή ήταν γεμάτο γυμνά δέντρα, αρμονικά φυτεμένα και ας μην του άρεσε η ομοιομορφία του Νικόλα, ακόμα ένα πέτρινο μικρό κτήριο στο βάθος σκεπασμένο με πλάκες Πηλίου, οι τριανταφυλλιές μόνο ήταν πράσινες. Τελικά δεν ήταν ούτε μια σπηλιά, ούτε ένας μικρός κήπος στην εξοχή, ήταν μια ολόκληρη εύφορη πεδιάδα, ένα Αγρόκτημα χαμένο από ανθρώπου μάτι.
Βγήκε και ο Νικόλας έξω.
-Πάω να ανοίξω και να ταΐσω τις κότες. Τις κλείνω τη νύχτα, μαλώνω συνέχεια με τα κουνάβια και τις αλεπούδες.
-Έρχομαι μαζί σου
-Έλα πάμε, στην άλλη άκρη είναι
Πήγαμε από την πίσω πλευρά του σπιτιού γύρω στα διακόσια μέτρα. Άλλα μικρά κτήρια, μια πέτρινη βρύση, κήπος με λαχανικά, και στο βάθος κότες. Τα δυό άλογα κάτω από ένα υπόστεγο, η μαύρη φοράδα και το άσπρος Λυτρωτής.
Ο Λυτρωτής μου λύνει τα πόδια, πάω όπου θέλω, είναι πολύ δυνατό άλογο. Σε δυό ώρες είμαι στο Βουλγαρέλι, κάνω τα ψώνια μου και γυρίζω.
Το κοτέτσι ήταν ξύλινο, υπερυψωμένο και καλαίσθητο, το προαύλιο περιφραγμένο με ψιλή σίτα, ακόμα και τη μέρα μπορεί να τις χάσω αν δεν είμαι εδώ, είπε. Ο Νικόλας έριξε καλαμπόκι στο χώμα, μόλις τις άνοιξε βγήκαν όλες μαζί, εγώ τις μετρούσα, 23 ήταν κι ένας κόκορας. Είχα δύο κοκόρια και όλη την ώρα μάλωναν.
Η Βίβιαν είχε μαζέψει το τραπέζι, μια μικρή κουζίνα, ένα άνετο μπάνιο και μια σκάλα που ανέβαινε πάνω στη σοφίτα, όλα νοικοκυρεμένα, καθαρά, ένα ζεστό ανθρώπινο σπίτι, απ΄έξω κτισμένο με πέτρα, από μέσα με βιβλία, ξεχώριζαν κάποιες φωτογραφίες πάνω στο τζάκι.
Η Βίβιαν καθόταν σε μια αναπαυτική πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι όταν επιστρέψαμε.
-Νικόλα πες μας για τις φωτογραφίες, ποιος είσαι;
Ο Νικόλας έπαιρνε μια μία τις κορνίζες τις χάιδευε και έλεγε… Εδώ είναι ο πατέρας μου και η μάνα μου, εδώ είμαστε με τη Μυρτώ ένα μήνα αφού γνωριστήκαμε στα 25, εδώ ο γιός μου ο Αλέξανδρος, εδώ ο εγγονός μου ο Νικ. Στον Νικ σταμάτησε, δάκρυσε, είμαι περήφανος γι΄αυτόν, είπε.
Ο Νικ είναι ένας επιστήμονας δεκαπέντε χρονών. Από μικρός φαινόταν, παρατηρούσε και ρωτούσε.
Του άρεσε να παρατηρεί τον ουρανό τη νύχτα, οι γονείς του έψαχναν για να απαντήσουν. Τώρα συνεργάζεται με τη ΝΑΣΑ, θέλει να σπουδάσει Ιατρική και Αστροφυσική Την προηγούμενη εβδομάδα πήρε ένα σημαντικό βραβείο για μία μελέτη που έκανε σχετικά με τον καρκίνο. Αν ερχόσασταν δυό μέρες πριν θα τον γνωρίζατε, ήταν εδώ, έρχεται συχνά με τους γονείς του.
Είμαι πολύ περήφανος για τον Νικ, είπε πάλι.

Η Βίβιαν ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερα για τον Νκ, ρωτούσε τον Νικόλα πως είναι η εφηβεία του, αν του απομένει χρόνος να ζήσει αυτά που κάνουν τα παιδιά στην ηλικία του, αν επαναστατεί σαν έφηβος και όλα αυτά που συζητούν οι γονείς, αν συζητούν, με έναν δεκαεξάχρονο.
Ο Νικόλας απαντούσε ήρεμα, νηφάλια, χωρίς περικοκλάδες, με στέρεες λέξεις, απόσταγμα ενός παιδεμένου μυαλού, ακολούθησε ένας διάλογος που παρακολουθούσα αμήχανος.
Ο Νικόλας έλεγε πως οι Έλληνες μαθητές είναι τα πιο διαβασμένα παιδιά στην Ευρώπη, αλλά αυτό δεν μετουσιώνεται σε ευτυχισμένους ανθρώπους και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.
-Κάποια παιδιά αντέχουν την πίεση που δέχονται και κάποια τα παρατάνε και οδηγούνται σε κακοποιητικές συμπεριφορές. Με φοβίζει η βία που ενσωματώνεται στους νέους τα τελευταία χρόνια μέσα στο άρρωστο περιβάλλον που καλούνται να ζήσουν. Η βία είναι πια κυρίαρχο συστατικό της σημερινής κοινωνίας. Βία στο σχολείο με άχρηστες πληροφορίες που καλούνται να μάθουν χωρίς να θέλουν, βία στο χρόνο που είναι ασφυκτικός, βία από τον ανταγωνισμό να επιβιώσεις, βία από την απαίτηση να διακριθείς. Από όλα αυτά λείπει το Θέλω. Αυτή η πίεση κάπου θα βγάλει.
-O Nικ πως είναι, πως αντιμετωπίζει το σχολείο, τα φροντιστήρια, τις ξένες γλώσσες, τις μουσικές, τις αθλητικές δραστηριότητες, του απομένει χρόνος να ανασάνει;
-O Νικ κάνει ότι θέλει, όχι ότι του ζητάνε. Οι γονείς του τον μεγάλωσαν έτσι, το μόνο που ήθελαν να γίνει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Είχε την δυνατότητα των επιλογών, δεν τον ανάγκασαν να γίνει ούτε γιατρός, ούτε αστροναύτης, ας γίνει ότι εκείνος θέλει, αγρότης, κτηνοτρόφος, τσαγκάρης.
Ο Νικόλας μου θύμισε τον John Lennon και την διάσημη φράση «Όταν πήγα στο σχολείο, με ρώτησαν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Έγραψα "ευτυχισμένος". Μου είπαν ότι δεν κατάλαβα την ερώτηση, και εγώ τους είπα ότι δεν καταλαβαίνουν τη ζωή»
Η Βίβιαν συμφώνησε
-Είναι σημαντικό ποιος θα βρεθεί στο δρόμο σου και πως θα σε επηρεάσει, είπε. Ο πατέρας μου διάβαζε, απ΄αυτόν έμαθα να διαβάζω κι εγώ, η μάνα μου είχε ένα καταπληκτικό κήπο, σπούδασα αρχιτεκτονική χώρων. Οι γονείς πλάθουν το παιδί, πιότερο απ ΄το σχολείο, αυτό έπεται.
-Το σχολείο σε καθορίζει, αν βρεθεί έστω κι ένας δάσκαλος να θυμάσαι. Οι περισσότεροι είναι διεκπεραιωτές υποχρεώσεων και αναγκών. Τους έχω ζήσει τους εκπαιδευτικούς και απ ΄τη καλή και απ΄ την ανάποδη, ήταν οι πιο δύστροποι πελάτες στο βιβλιοπωλείο, τους λέω πελάτες γιατί ελάχιστοι ήταν αναγνώστες.
-Ο Δάσκαλος είναι μια λέξη να τη λες και να γεμίζει το στόμα σου, κι όμως οι ίδιοι υποτίμησαν αυτό το λειτούργημα κάνοντας το μέσον επιβίωσης. Βεβαίως και η αδιαφορία της πολιτείας για την παιδεία, ένας καλλιεργημένος λαός είναι επικίνδυνος για την εξουσία.
-Ο άνθρωπος έχει άπειρες δυνατότητες, αρκεί να μην σταθεί εμπόδιο η ίδια του η χώρα. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, να εξορίζει τα πιο φωτισμένα μυαλά.
-Κάποτε σε πιο δύσκολους καιρούς ανέχειας, ήμασταν περήφανοι για τη χώρα μας και ελπίζαμε, πως φθάσαμε ως εδώ, είπε η Βίβιαν
-Μετά την Δικτατορία η Ελλάδα ήταν μια "πεινασμένη χώρα", έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ, δεν κατάφερε ακόμα να ισορροπήσει, έγινε έρμαιο των καιροσκόπων της πολιτικής, το ένα κακό έφερνε το άλλο, είπε ο Νικόλας.

-Είμαστε ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, είπε η Βίβιαν. Από το 1821 και μετά η ιστορία επαναλαμβάνεται, μεγάλες ηρωικές στιγμές και υποδούλωση πότε στους ξένους και πότε στους ντόπιους κατακτητές. Κάθε φορά φθάνουμε στο σημείο να λέμε, πάλι απ ΄την αρχή.
-Αυτή είναι η χώρα μας δυστυχώς, είπε ο Νικόλας. Μια χώρα με τόση ιστορία, τόσο πολιτισμό, τόση εύφορη γη, τόσο ήλιο, τόση θάλασσα, τόσα μυαλά που διαπρέπουν ανά τον κόσμο, θα μπορούσε να είμαστε ο παράδεισος της γης.
-Κι όμως τι απέγιναν οι περισσότεροι ήρωες του 21, έφυγαν πικραμένοι ή δολοφονημένοι από Έλληνες, αντισταθήκαμε ηρωικά στον φασισμό και μπλέξαμε στον εμφύλιο, αντισταθήκαμε στη χούντα και μπλέξαμε στη διαφθορά, το τίμημα της χώρας ολέθριο και η ζημιά ανυπολόγιστη.
Έχεις δίκιο Νικόλα ποτέ δεν ισορροπήσαμε, ποτέ δεν γαλήνεψε ετούτος ο τόπος.
-Η χώρα χρειάζεται φρέσκο αέρα, αλλιώς με τις ίδιες συνταγές θα πάμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Εγώ πάντως ήρθα στο βουνό και τον βρήκα, στην Αθήνα είχα χαθεί.
-Μόνος σου όμως εδώ στην ερημιά;
-Ερημιά είναι οι μεγάλες πόλεις τώρα, σου ροκανάνε τη ζωή δίχως να το καταλάβεις. Από τότε που ήρθα εδώ νοιώθω Άνθρωπος, κάθε μέρα είναι διαφορετική, ο καιρός, ο ουρανός, η μέρα, η νύχτα, το κρύο, η ζέστη, τα δέντρα, τα φυτά, τα ζώα μου, όλα με εμπνέουν να ζω. Στην Αθήνα ένοιωθα ένα πιόνι μέσα στο σύστημα, ένας άνθρωπος που κυνηγούσα τη ζωή, να προλάβω τις υποχρεώσεις, άγχος τη μέρα και πονοκέφαλο τη νύχτα. Μεγάλωσα κιόλας.
Εγώ παρακολουθούσα και έμεινα σιωπηλός, ο Νικόλας ήταν ένας απλός άνθρωπος, όπως όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι, δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα, δεν προσπαθούσε να πείσει κανέναν, μίλαγε σταθερά και αυθόρμητα.
-Η γυναίκα σου, δεν σε ακολούθησε; ρώτησε η Βίβιαν
-Η Δώρα ζει μέσα μου τώρα, σε κάθε αναπνοή μου. Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει τον δικό του σταυρό, η ζωή δεν είναι δρόμος με παπαρούνες, είναι ένα μεγάλο ανηφόρι από πόνο.
-Δηλαδή; Ti;
-Η γυναίκα μου πέθανε, πάνε τώρα δεκαέξι χρόνια. Πήρα τα κόκαλά της και ήρθα εδώ. Αυτά με στηρίζουν
-Πως, γιατί, έφυγε νέα..
-Αυτή η μάστιγα ο καρκίνος, επτά χρόνια τον παλεύαμε. Όταν πέθανε, ήθελα να πεθάνω κι εγώ, ήμασταν Ένα.
Τελικά έζησα.

Το τζάκι έκαιγε, το σπίτι ζεστό, γαλήνιο, ατμοσφαιρικό, ένα σπίτι που κάλυπτε τις βασικές ανάγκες και ξεκούραζε το σώμα, έδινε ενέργεια στο μυαλό και στο συναίσθημα.
-Στην αρχή όταν ήρθα εδώ μαγεύτηκα απ΄ το τοπίο, ήταν άνοιξη του 2014, όλα ήταν πράσινα, μια μικρή ζούγκλα ήταν. Ανακάλυψα μια σπηλιά λίγο πιο πέρα, θα σας πάω να τη δείτε, εκεί έμεινα δύο χρόνια με τα απολύτως απαραίτητα. Ήταν δύσκολα, ήταν και ψυχοθεραπεία όμως, πως ζούσε ο άνθρωπος των σπηλαίων, νομίζετε πως επειδή η ανθρωπότητα εξελίχτηκε είναι πιο ευτυχισμένη σήμερα; Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, και τότε και πάντα οι άνθρωποι ζούσαν τις μικρές και τις μεγάλες στιγμές τους. Εξελίχτηκε το ψωμί, εξελίχτηκαν και τα όπλα, εξελίχτηκε η επιστήμη, εξελίχτηκαν και οι αρρώστιες, σήμερα ο άνθρωπος έχει ίντερνετ και δεν έχει χαρά. Ο Εμίλ Ζολά σαρκάζει στο βιβλίο του Η χαρά της ζωής την τόση δυστυχία των ανθρώπων. Πλανάται ο θάνατος. Αυτή είναι η ζωή.
Μεγάλωσα πια, δεν με φοβίζει ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος. Είμαστε μια κουκίδα στο σύμπαν, μια στιγμή στο άπειρο του χρόνου, μια πυγολαμπίδα της νύχτας. Ζούσα στην πόλη, όπως ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ήρθα εδώ γυμνός από περιττά αγαθά, απαλλαγμένος από τσιτάτα, δίχως ιδιοτελείς ιδιότητες, δίχως συγκρίσεις και ανταγωνισμούς, ήρθα εδώ να δω ποιος είμαι.
Όλα έχουν το τίμημα, δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε δύσκολο να ζεις μόνος. Είναι όμως ανθρώπινο και αν με ρωτήσετε αν νοιώθω μόνος θα πω όχι. Έχω τη γυναίκα που αγάπησα, έχω επισκέψεις ανθρώπων που αγαπάω και μ΄ αγαπάνε, έχω πολλούς φίλους που ζουν σαν εμένα και βρισκόμαστε όποτε θέλουμε. Στην πόλη ένοιωθα μόνος "μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου".
Η πόλη απέτυχε, κάποτε ήτα μαγνήτης τώρα είναι καταστροφή, δεν είναι παραλογισμός η μισή Ελλάδα να ζει στην Αθήνα; Ερήμωσε η φύση, κέρδισε το τσιμέντο, οι άνθρωποι ζουν σε κλουβιά που τα ονόμασαν σπίτια, ο ένας δεν ξέρει τον άλλον, όλοι τρέχουν να προλάβουν, να προλάβουν τι; Η επιζητούμενη μοναχικότητα δεν είναι μοναξιά, είναι δημιουργία. Το χώμα είναι που θρέφει τη ζωή.
-Νικόλα πάρε μια ανάσα, δείχνει πως λαχταράς να μιλήσεις σε κάποιον, καταλαβαίνω, είπε η Βίβιαν.
-Είναι καλύτερα να μιλάω σε ανθρώπους που μ΄ ακούνε και καταλαβαίνουν, παρά στο πλήθος που ούτε θέλει, ούτε μπορεί να καταλάβει. Είμαι μεγάλος πια, έζησα χρόνια μες το ανώνυμο πλήθος της πόλης, μες τους απλούς ανθρώπους και μες την ψεύτικη βιτρίνα των επωνύμων, με μια ματιά μπορώ να καταλάβω πια.
-Στην αυλή είδα ένα σκάκι, με ποιόν παίζεις, ρώτησα κι εγώ
-Μόνος μου, δεν θέλω πια άλλον αντίπαλο, έχω τον εαυτό μου. Μόνο αυτόν να νικήσω μου φτάνει.
Όταν έρχεται ο Νικ περνάμε ώρες πάνω στο σκάκι, είναι σαν να θέλω να του μεταφέρω την εμπειρία των χρόνων που έζησα, να πάρω πίσω τη νιότη που έχασα.
- Η ζωή είναι ωραία, είπε η Βίβιαν
-Απίθανη ταινία, του Ρομπέρτο Μπενίνι, κάτι έπρεπε να πω κι εγώ..
-Καμία σχέση Δήμο, ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε, Η ζωή είναι ωραία, κοίτα να τη χαρείς!

-Νικόλα πως μετέφερες υλικά, πως έκτισες το σπίτι; Ρώτησε η Βίβιαν
-Υπήρχε ένας μεγάλος βράχος λίγο πιο πέρα, εκεί έβαζα φουρνέλα και σκάλιζα την πέτρα. Είχα κάποιες οικονομίες και τις ξόδεψα όλες. Κουβάλησα τα υλικά με κυρατζήδες από το Βουλγαρέλι.
Από την Αθήνα έφερα μόνο τα βιβλία και τη Δώρα. Τα έφερα με φορτηγό ως το Βουλγαρέλι, από εκεί ως εδώ με drone. Τα βιβλία ήταν πολλά, πιο πολλά από τις πέτρες και τα τσιμέντα. Όσα βιβλία έχω διαβάσει είναι στις βιβλιοθήκες, τα υπόλοιπα που έμειναν απούλητα όταν έκλεισα το Βιβλιοπωλείο, τα έβαλα ανάμεσα στους δυό τοίχους για μόνωση, ήταν γύρω στις έξι χιλιάδες βιβλία.
Το σπίτι είναι δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό τον χειμώνα. Η καλύτερη μόνωση ήταν τα βιβλία.
-Μα, εσύ βιβλιοπώλης έθαψες τόσα βιβλία, του είπε η Βίβιαν.
-Ένα αδιάβαστο βιβλίο είναι ότι και η πέτρα, τίποτα παραπάνω. Ένα βιβλίο μεταφέρει τον δημιουργό στον αναγνώστη. Αν δεν υπάρξει αναγνώστης ίσαμε την πέτρα είναι.
Με τα βιβλία που είχαν σκληρά εξώφυλλα έκτισα το σπιτάκι για τα σκυλιά. Βιβλία και λάσπη είναι πάμε να το δείτε.
-Γιατί δεν τα χάρισες σε μια βιβλιοθήκη, σε κάποιον που τα ήθελε
-Κανένας δεν τα ήθελε, άκουσες ποτέ κανέναν να πει δεν διαβάζω γιατί δεν έχω χρήματα να αγοράσω βιβλία;
Βγήκαμε στο Αγρόκτημα. Η Βίβιαν έμεινε έκθαμβη όταν είδε το σπίτι του σκύλου. Εγώ πάλι το θεώρησα μια τρέλα του Νικόλα. Τα περισσότερα ήταν παιδικά βιβλία και τα είχε τοποθετήσει κάθετα, ανάμεσα στη λάσπη διάβαζες τους τίτλους, ήταν μοναδικό αυτό που έκανε.
-Μα είναι δυνατόν να έκανες τα βιβλία του Ιουλίου Βερν ντουβάρια, πως μπόρεσες;
-Απορείς, αλλά δεν απορείς όταν οι άνθρωποι επενδύουν στα ντουβάρια και όχι στην σκέψη.
Ο Νικόλας και η Βίβιαν διαφωνούσαν για ώρα, εγώ έπαιζα με τον Max, ήταν ένα πανέξυπνο σκυλί. Η Λούνα το άλλο σκυλί καθόταν σκεφτική πιο μακριά.
Η Βίβιαν είχε εντοπίσει τις Ασκήσεις ύφους του Ρεμόν Κενό και έλεγε στον Νικόλα αν μπορεί να το βγάλει μέσα από τη λάσπη και να βάλει άλλο στη θέση του. Ο Νικόλας της έλεγε πως δεν γίνεται, η Βίβιαν έλεγε πως είναι εξαντλημένο, τελικά είδα τον Νικόλα να σκαλίζει τη λάσπη, η Βίβιαν έλεγε πως είναι από τα πιο πρωτότυπα βιβλία, δια ασήμαντον αφορμή, ο Νικόλας έλεγε πως ήταν πειράματα του Κενό, ένας καυγάς ενός νεαρού εν ώρα αιχμής μέσα σε ένα Παρισινό λεωφορείο, ε και, χιλιάδες γελοίοι καυγάδες γίνονται κάθε μέρα. Η Βίβιαν έλεγε πως είναι δεξιοτέχνης και ευφυής ο Κενό γιατί μπόρεσε να γράψει ένα μικρό τσακωμό με 99 διαφορετικούς τρόπους.
Ο Νικόλας κατάφερε να βγάλει το βιβλίο απ΄ τον τοίχο, ένα μικρό βιβλίο ήταν, μια ρωγμή άφησε, και η Βίβιαν είπε για τα βιβλία που γίνονται ντουβάρια, και τα ντουβάρια που ξαναγίνονται βιβλία.
Εγώ σκεφτόμουν πως ο Νικόλας πολλά χατίρια έκανε στη Βίβιαν και πως εγώ αυτό δεν θα το έκανα ποτέ.
Ο Max άρχισε να γαυγίζει και έτρεχε προς την άλλη άκρη, τον ακολούθησε και η Λούνα γαυγίζοντας.

Συνέχεια στο Μια βοσκοπούλα αγάπησα

25 Ιαν 2026

Μια βοσκοπούλα αγάπησα

 Δίπλα ακριβώς από το σπίτι των σκύλων ήταν ένα άλλο κτήριο με μεγάλο παράθυρο, η ξύλινη πόρτα έγραφε Δώρα.

-Εδώ τι είναι, είπε η Βίβιαν
-Όλη μέρα κάνω διάφορα, αλλά όταν ανοίγω αυτή την πόρτα σκέφτομαι μόνο τη γυναίκα μου, σαν άλλος Ναζίμ Χικμέτ, σαν τα ποιήματα των 9- 10 μ.μ γίνεται η ζωή μου.
-Μπορούμε να μπούμε, είπα εγώ
-Όχι, δεν θα καταλάβετε, εδώ έρχομαι τη νύχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, όταν δεν έχω ύπνο κάθομαι ως το πρωί.
-Νικόλα μας προκαλείς την περιέργεια, είπε η Βίβιαν
-Είναι ένας ιδιωτικός χώρος, ανήκει σε μένα και στη Δώρα. Άνθρωποι χωρίς μυστικά, είναι αδιάφοροι, εγώ είμαι ανοιχτό βιβλίο, είναι το μόνο μου μυστικό.
Η Βίβιαν πήγε κοντά στο παράθυρο, αλλά η κουρτίνα έκρυβε το δωμάτιο.
-Βίβιαν, μην προσπαθείς, είναι ιεροσυλία, μην επιμένεις. Όταν χάνεις το μισό Είναι σου, είσαι μισός. Μόνο μέσα στο δωμάτιο αυτό γίνομαι το Όλον.
Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε από πάνω μας ένα Drone, πέταξε μία πάνινη τσάντα και γύρισε πίσω.
Ο Νικόλας πήρε τη τσάντα και έβγαλε δυό γράμματα.
-Είναι κι άλλοι σαν εμένα, δεν φαντάζεστε πόσοι, έχουμε αναπτύξει ένα σύνδεσμο επικοινωνίας μέσω αλληλογραφίας. Πίσω από τούτο το βουνό είναι ο Πέτρος και η Μάρω, ένα νέο ζευγάρι, από εκεί ήρθε το Drone τώρα. Αν πάτε στο κτήμα τους θα εκπλαγείτε!
Ο Νικόλας άνοιξε τον ένα φάκελο.
Αυτή είναι η πρόσκληση, την Άνοιξη έχουμε πανελλήνια συνάντηση στα Ζαγοροχώρια. Τρεις μέρες γιορτή. Δίπλα στον Βοϊδομάτη.
Το άλλο θέλει μελέτη. Έχω μια αλληλογραφία με κάποιον φίλο που διαβάζουμε και οι δυό Χάιντεγκερ και επικοινωνούμε τις σκέψεις μας. Άλλη μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Κάπως ζέστανε η μέρα. Ο Νικόλας είπε πως πάει να φέρει δικό του τσίπουρο .
Σήκωσε μια καταπακτή και κατέβηκε στο υπόγειο κελάρι. Δέκα μέτρα πιο κει.
Η Βίβιαν έσκασε από περιέργεια, πάλι πήγε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, στην άκρη η κουρτίνα δεν ήταν καλά τραβηγμένη και κρυφοκοίταζε μέσα.
-Βίβιαν τι κάνεις; της είπα, Είσαι απαράδεκτη.
-Έβαλε το δάκτυλο κάθετα στα χείλη της και χαμογελώντας έκανε σουυτ..
Όταν γύρισε ο Νικόλας με ένα μπουκάλι τσίπουρο στα χέρια, η Βίβιαν τον ρώτησε αν ζωγραφίζει.
Ο Νικόλας κατάλαβε.
Μόνο τη γυναίκα μου, είπε.
Όταν ο Νικόλας πήγε μέσα στο σπίτι να πάρει ποτηράκια και μεζέ, η Βίβιαν μου είπε πως εκείνο το δωμάτιο είναι γεμάτο με πίνακες της γυναίκας του. Όσο μπόρεσα να δω, είπε..
Ο Νικόλας έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ να παίζει και γύρισε με έναν ξύλινο δίσκο, τρία ποτηράκια, τυρί, και ελιές.
Το τραγούδι απλώθηκε στην κοιλάδα, Μια βοσκοπούλα αγάπησα.

Ο ήλιος ζέσταινε το πρωινό, τα βουνά γύρω μας στέκονταν περήφανα, οι ευχές των εορτών είχαν τελειώσει, η Ελλάδα ξεκίναγε τον καινούριο χρόνο μες την αβεβαιότητα, η ακρίβεια χόρευε, ο Τραμπ μόλις άρχισε τα νταηλίκια του στον κόσμο, ο Πούτιν έπαιζε το Ρώσικο βιολί, η Ευρώπη ήταν σε χειμέρια νάρκη, ο Έλληνας Πρωθυπουργός έπαιζε τον ρόλο του Mr. Bean, αν και μερικοί λένε πως ο Τέρης Χρυσός του ταιριάζει καλύτερα, εδώ που είμαστε η χειμωνιάτικη πλαγιά ασήμιζε απ΄ τον ήλιο και τα δικά μας μάτια έκοβαν βόλτες στο κτήμα του Νικόλα.
-Ελάτε, καθήστε, σήμερα γιορτάζω τα γενέθλιά μου, γίνομαι εβδομήντα χρονών, είμαι ένα τυχερός άνθρωπος, κατάφερα να φτάσω ως εδώ ψηλά.
-Χρόνια πολλά και καλά, είπε η Βίβιαν, να είσαι υγιής να φτάσεις δημιουργικά ως τα εκατό.
-Άλλα τριάντα χρόνια θα δουλέψω σκληρά, μου καρφώθηκε να γίνω πλούσιος, μετά θα την αράξω να καμαρώνω τα πλούτη μου.
Εγώ είπα μόνο Χρόνια πολλά, δεν τα πάω καλά με τις ευχές, ίσως γιατί είναι μόνο ευχές.
-Στην υγειά μας, ξεκίνησε ο Νικόλας, αυτή είναι η καλύτερη ευχή, όσο είναι γερός ο άνθρωπος δεν πρέπει να κακοφορμίζει μέσα στην χαοτική κατάσταση που έχει πάρει η ανθρωπότητα, ο χρόνος είναι πολύτιμος να τον σπαταλάμε στην ασημαντότητα, δες βαθιά μέσα σου τι θες και ζήστο, όσο και αν είσαι θεατής, όσο και αν διαβάσεις, αν δεν ζήσεις δεν θα γευτείς το μεδούλι της ζωής, όσα λάθη των άλλων δεις, μόνο απ΄ τα δικά σου θα μάθεις.
-Φτάσε εκεί που δεν μπορείς, λέει ο Καζαντζάκης, στην υγειά μας, είπε η Βίβιαν
-Αυτά είναι τσιτάτα που τα ερμηνεύουν όπως θέλουν οι φιλόλογοι, όλα έχουν ειπωθεί, μας απέμεινε όμως η ζωή του καθένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, ένα ολόκληρο σύμπαν, μαζί του αναπνέει όλος ο κόσμος, μαζί του πεθαίνει όλος ο κόσμος.
-Νικόλα το τραγούδι έπαιξε τρεις φορές, είπα εγώ.
Ο Νικόλας πήγε μέσα, γύρισε με ένα πιάτο γίγαντες στο ένα χέρι και ένα κλαρίνο στο άλλο.
-Ακούστε τώρα τη Διαμαντούλα, το αγαπάω αυτό το τραγούδι, έτσι έλεγαν τη μάνα μου, μετά θα σας παίξω κλαρίνο, όσο έμαθα, τώρα μαθαίνω.
Η αυλή γέμισε μουσικές και τραγούδι, ο Νικόλας γιόρταζε.

-Αν μου λείπει κάτι φεύγοντας απ΄ την Αθήνα, είναι οι φίλοι που άφησα, αλλά με έναν παράξενο τρόπο τώρα τους σκέφτομαι πιο πολύ, τους αγαπάω περισσότερο, στην υγειά όλων αυτών των φίλων που σαν σήμερα θα ήθελα να ήμασταν μαζί όπως παλιά.
-Έχει νόημα να ζει κανείς μόνος του, τον ρώτησε πάλι η Βίβιαν
-Ο τρόπος που επέλεξα να ζω έχει το δικό του τίμημα, δεν μπορεί κανένας να τάχει όλα στη ζωή. Έζησα μες τη βουή της πόλης, των απαιτήσεων της δουλειάς, ατέλειωτες συζητήσεις που δεν κατέληξαν πουθενά, ελπίδες που άφησαν μόνο απογοήτευση, δεν αλλάζει εύκολα ο άνθρωπος, μόνο στην πράξη, η πολύ θεωρία με κούρασε.
-Τι εννοείς Νικόλα, ρώτησα εγώ.
-Δήμο ο άνθρωπος στην εποχή μας γερνάει πριν ενηλικιωθεί, κουράζεται πριν ξεκινήσει, τα παιδιά νοιώθουν σαν να βγαίνουν από φυλακή όταν τελειώνουν τα γράμματα και τα πτυχία, μετά μπαίνουν σε μια μεγαλύτερη φυλακή, της δουλειάς, της οικογένειας, έχουν φτάσει στα πενήντα και ονειρεύονται τη σύνταξη. Όλο κάτι περιμένουν, καλύτερα χρόνια, αυτά δεν έρχονται ποτέ. Ο φίλος μου ο Χρόνης έγραψε, Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς…
-Γνώριζες τον Μίσσιο, διάβασα τα βιβλία του είπε η Βίβιαν, θα ήθελα να είχα γνωρίσει κι εγώ αυτόν τον άνθρωπο.
-Έρχονταν κάθε Σάββατο στο Βιβλιοπωλείο, μιλούσαμε με τις ώρες, είδε κι απόειδε και αυτός, αγωνίστηκε, βασανίστηκε, πολεμήθηκε.. Ο Μίσσιος ήταν ένα σύμβολο στην εποχή μας, ποιος δεν τον διάβαζε, εννέα χρόνια στη Μακρόνησο και στον Αι Στράτη, πάλεψε για ένα διαφορετικό κόσμο με όποιες δυνάμεις είχε, δεν συμβιβάστηκε, συγκρούστηκε με τους γραφειοκράτες της Αριστεράς, εκεί να δεις δογματισμό και ματαιοδοξία.
-Ο εμφύλιος καλά κρατεί, οι πληγές που άφησε έχουν τσακίσει τη χώρα, είπε η Βίβιαν. Λες και όλα είναι άσπρο μαύρο, αγκυλωθήκαμε, δεν βλέπουμε καθαρά.
-Το 2010 -12 ήμουν κι εγώ αγανακτισμένος στις πλατείες, ελπίσαμε το 15 στον Σύριζα μήπως κάτι αλλάξει, έγινε κυβέρνηση, περνούσε ο καιρός και ένα σωστό δυό λάθη, όλα του τα συγχωρούσαμε, ψάχναμε να δικαιολογήσουμε το γιατί, δεν υπήρχε γιατί, τόσοι ήταν τόσα κάναν. Στο τέλος φαγώθηκαν μεταξύ τους. Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, βρίσκει δικαιολογίες για ψύλλου πήδημα.
-Νομίζω πως οι προθέσεις ήταν καλές, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με τους άλλους, είπε η Βίβιαν
-Θα έσκιζε τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο, και δεν μπόρεσε να κάνει ένα άρθρο για την προστασία της πρώτης κατοικίας, απεναντίας έκανε ηλεκτρονικούς τους πλειστηριασμούς να μη μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί. Γιατί Αλέξη, η τρόικα…Δεν υπάρχει πιο άτιμο, να ξεσπιτώνεις ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλή κλίνει.
-Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι γερασμένο, με παλιά υλικά δεν κτίζεις καινούριο σπίτι. Είναι ντροπή για τους Έλληνες να αφήνουν μερικές οικογένειες να λυμαίνονται τον πλούτο της χώρας. Από τότε που γεννήθηκα ακούω τα ίδια ονόματα, Έλεος, όπως λέει και ένα σηματάκι στο φατσοβιβλίο, είπε η Βίβιαν
-Τι ξέρεις εσύ από φατσοβιβλίο, αφού συνέχεια το κατηγορείς, χαμογέλασα στη Βίβιαν. Νικόλα έχεις εκείνο το τραγούδι της Αρβανιτάκη για την κλεμμένη ζωή;
-Στην υγειά μας είπε ο Νικόλας, πάω να το ψάξω, έχω τον δίσκο.

-Οι παλιότεροι με δυό κουβέντες λύνανε τον κόμπο.
Ο Μέγας Αλέξανδρος τον έκοψε με το σπαθί του, εμείς μπήκαμε στον λαβύρινθο χωρίς τον μίτο της Αριάδνης και τώρα ζούμε εγκλωβισμένοι σ΄έναν κόσμο που κανένας δεν θέλει. Οι μισοί κτίζουν και οι άλλοι μισοί γκρεμίζουν Δουλειά να έχουμε, είπε ο Νικόλας.
-Έτσι είναι η ζωή, είπα κι εγώ το Αμερικανάκι με στόμφο κιόλας, λες και είπα τη φιλοσοφία του αιώνα. Πολλές φορές στην αμηχανία μου πετάω κάτι τέτοια, αυτό βέβαια δεν ήταν δικό μου, το λένε πολλοί πάνω στη μοιρολατρία τους, το άκουσα κι απ΄τον πρωθυπουργό, αυτός βέβαια το πήγε παραπέρα μίλησε για φυσικό νόμο που δημιουργεί τους πλούσιους και τους φτωχούς, καλά έκανε ξέρει πως έτσι δικαιολόγησε και τη φτώχια και τον πλούτο. Αυτός είναι ηγέτης, θέλει τον λαό του πακέτο, όλα είναι θέμα γέννας, όποιος διαμαρτύρεται ας φρόντιζε να γεννηθεί σε παλάτι. Ας μην έφευγα εγώ στην Αμερική και στην καλύβα που γεννήθηκα θα ήμουν ακόμα. Η εκκλησία το δικαιολογεί βέβαια αλλιώς, ψέλνοντας, πλούσιοι εφτώχευσαν και επείνασαν, οπότε όσοι είναι φτωχοί ας προσεύχονται στον Κύριο και ουκ ελλατοθήσονται παντός αγαθού, αρκεί να μην διαμαρτύρονται και ενοχλούνται οι πλούσιοι. Οι πλούσιοι το μόνο πρόβλημα που έχουν είναι πως δεν αντέχουν την τοξικότητα, όλα τ΄ άλλα τα΄χουν. Και τα δικά τους και των άλλων. Τελικά είναι ωραία να είσαι πλούσιος.
-Κι εσύ Δήμο που έγινες πλούσιος στην Αμερική, είσαι καλά τώρα;
-Στην Αμερική ήμουν πλούσιος, έπαιζα μόνο με αριθμούς, οι λέξεις δεν μ΄ απασχόλησαν ποτέ. Το μόνο που μ΄ ένοιαζε πως θα αυξήσω τον πλούτο να πάρω την προμήθεια. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα γίνομαι φτωχός, εσείς εδώ μόνο με λέξεις συζητάτε. Τα επιχειρήματα των φτωχών, τι σχέση έχουν με τους αριθμούς των πλουσίων;
-Δήμο σταμάτα, ήπιες πολύ! Παραφέρεσαι..
Ο Νικόλας γελούσε, καταλάβαινε και μένα , όχι μόνο την κοφτή λογική της Βίβιαν.
-Στην υγειά μας, στην υγεία των λέξεων Βίβιαν, κατάρα στους αριθμούς Δήμο.
Το πικάπ σταμάτησε, τα σκυλιά γαύγιζαν, ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια τσίπουρο και πήρε το κλαρίνο.
Ο κόμπος λύθηκε από μόνος του, ω τι θαύμα.

Ο Νικόλας μας έκανε ξενάγηση στο κήπο του, τι κήπος, ολόκληρο χωράφι, ένα στρέμμα αμπέλι, ατέλειωτα δέντρα, καρυδιές, φουντουκιές, καστανιές, μηλιές, κερασιές, κρανιές, αρωματικά φυτά, τριανταφυλλιές, και ότι βάλει ο νους..Είναι βέβαια χειμώνας, νεκρή φύση, γυμνά κλωνάρια, την Άνοιξη αλλάζουν όλα.
-Γίνονται σταφύλια σε τούτο το υψόμετρο Νικόλα, τον ρώτησα.
-Είναι μια ποικιλία, Pinot Noir, εξαιρετικό κρασί και τσίπουρο, το τσίπουρο που πίναμε, φεύγοντας θα σας δώσω να πάρετε μαζί σας και κρασί. Υπάρχουν κι άλλες, το Ξυνιστέρι, ο Ροδίτης, αρκεί α τα δουλέψεις σωστά. Το αμπέλι έχει πολύ δουλειά αλλά δίνει μεγάλες χαρές.
-Όλα αυτά τα φροντίζεις μόνος σου, ρώτησε η Βίβιαν, μπορείς;
-Όλα τα μπορούμε, αρκεί να θέλουμε!
-Νερό που βρίσκεις;
-Το νερό είναι το πρώτο που κοιτάς να έχεις, πιο πάνω έχει μια πηγή, το νερό της πέτρινης βρύσης από κει το έφερα. Νερό κρυστάλλινο, παγωμένο το καλοκαίρι, νερό που πίνεις και δοξάζεις τον Θεό.
Κάποιες φορές ανηφορίζω ως εκεί, γονατίζω, καθρεφτίζομαι και πίνω.
Τα πάνελ γυάλιζαν στη σκεπή παράταιρα, όλα ήταν πέτρα ξύλο και χώμα, χρώματα της φύσης, γήινα και ανθρώπινα δημιουργήματα που εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες, τίποτα περιστό, πουθενά σκουπίδια, χώροι καθαροί, καθαρή σκέψη.
-Τα πάνελ στη σκεπή, θυμίζουν σύγχρονη τεχνολογία, είπα
- Αναγκαία επένδυση, έχω όση ενέργεια θέλω, απαλλάχτηκα από τη ΔΕΗ, μια ζωή με το χαρτί στο χέρι στην ατέλειωτη ουρά να πληρώσω το λογαριασμό. Έφευγα από τη ΔΕΗ πήγαινα στον ΟΤΕ, άλλη ουρά, μετά στη Τράπεζα, εκεί να δεις ουρά, ουρά εδώ, ουρά εκεί, γενικά χάσαμε τη ζωή μας στις ουρές. Η τεχνολογία λύνει προβλήματα, αρκεί να σέβεται το περιβάλλον, αρκεί να σέβεται τον άνθρωπο. Δημιουργεί όμως καινούρια.
-Έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα τώρα, είπε η Βίβιαν. Τώρα πληρώνεις με το κινητό.
-Αρκεί να υπάρχουν τα χρήματα, ακούω πως το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού δεν μπορεί να έχει ούτε τα βασικά. Ούτε στον οδοντίατρο δεν πάει.
-Νικόλα μας πήραν τα κινητά, είπα η Βίβιαν, εμείς είχαμε κινητά.
-Και το σουγιά του πατέρα μου, είπα εγώ
-Ποιος, γιατί;
-Το ΒΥΣΜΑ
-Πως μπλέξατε μα αυτούς, αυτοί κόβουν βόλτες στα βουνά να περνάνε την ώρα τους, έχουν εκφοβίσει κόσμο με διάφορα προσχήματα, είχαν έρθει και σε μένα. Είναι μια νεοσύστατη υπηρεσία αστυνόμευσης, πήρε κάπου χίλια άτομα, αντί να πάρει γιατρούς και νοσοκόμους, πήρε αστυνομικούς να επιθεωρούν τα βουνά και τα λαγκάδια. Όταν ήρθαν σε μένα στην αρχή ήταν σκληροί, μετά ηρέμησαν, το έπαιξα δικός τους, να ο καφές, να γλυκό καρυδάκι, να τσίπουρο, τα είπαν όλα, μεγάλοι απατεώνες, με τις ευλογίες της κυβέρνησης, μυστική υπηρεσία είναι με καμουφλαρισμένο όνομα.
Η Βίβιαν διηγήθηκε στον Νικόλα τι μας συνέβη τα χαράματα.
Ο Νικόλας είπε: Μπλέξατε!
Θυμήθηκα πως κι εγώ την ίδια λέξη είπα.
-Αν δεν μπλέξουμε, δεν ξεμπλέκουμε, είπε η Βίβιαν
-Αυτό το ακούω συχνά από έναν νέο πολιτικό που ήρθε πίσω από την Αμερική. Εσύ Βίβιαν αυτό ήθελες να μπλέξουμε;
-Ναι, έτσι πρέπει να γίνει και έτσι θα γίνει, είπε η Βίβιαν

-Πάμε να δείτε το δικό μου καταφύγιο, είπε ο Νικόλας, είναι η δική μου Ενναλακτική λύση 3, όσοι θυμούνται αυτό το βιβλίο στη δεκαετία του 70 καταλαβαίνουν από σύγχρονα παραμύθια, αν ο κόσμος καταστραφεί θα με βρείτε εδώ κάτω, κρασί και τροφή θα έχουμε. Ο κόσμος ζει μες την αυταπάτη και την απάτη.
Κατεβήκαμε αρκετά σκαλιά, ήταν πάνω από πενήντα τετραγωνικά, κτισμένο με πέτρα στους πλαϊνούς τοίχους, μεγάλα μαδέρια στο ταβάνι κράταγαν την ξύλινη οροφή, παλαμισμένο με χώμα το πάτωμα και γύρω γύρω τρία ξύλινα βαρέλια για το κρασί και το τσίπουρο, πατάτες, φασόλια και άλλα τρόφιμα.. Για ώρα πολέμου, είπε ο Νικόλας, σαρκάζοντας τα μελλούμενα, κάθε αγρόκτημα θα έπρεπε να έχει ένα τέτοιο φυσικό υπόγειο, κρατάει σταθερή τη θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι και δεν καταναλώνει ενέργεια. Εδώ διατηρώ φρούτα και λαχανικά για όλη τη χρονιά, όλα είναι προϊόντα που τα παράγω μόνος μου.
-Και πως έφτιαξες αυτό το μεγάλο κελάρι μόνος σου εδώ πάνω χωρίς μηχανήματα, ρώτησε η Βίβιαν
-Έσκαβα και πέταγα το χώμα έξω δέκα μέρες, είχα κουραστεί, πήρα δυό εργάτες από το Βουλγαρέλι, ένα μήνα μας πήγε.
-Ένα μεγάλο καζάνι, σκεπασμένο με ύφασμα τσαντίλας, τι είναι αυτό Νικόλα, τον ρώτησα
-Τσαλαφούτι, φτιάχνω κάθε καλοκαίρι και το διατηρώ όλη τη χρονιά. Θα φάμε το μεσημέρι.
-Τσαλαφούτι, όσες παραλλαγές και να δοκίμασα, σαν το δικό μας τσαλαφούτι δεν βρήκα πουθενά, είπε η Βίβιαν.
-Έχω συνέχεια μια εικόνα στο μυαλό μου, ένα τενεκέ γεμάτο γάλα κρυμμένο μέσα στο Αρκουδόρεμα. Η μάνα μου τα καλοκαίρια έπαιρνε γάλα από τσελιγκάδες και έφτιαχνε τσαλαφούτι και τραχανά, έπηζε και τυρί και είχαμε να περάσουμε, δικά μας πρόβατα δεν είχαμε, έβγαινε πιο φτηνά έλεγε, θα έχουμε να φάμε τον χειμώνα. Κάθε φορά πηγαίναμε στο ρέμα, ξεσκεπάζαμε τον τενεκέ που ήταν μες στο νερό, γεμίζαμε ένα μικρό μπολ και γυρίζαμε πίσω, με οικονομία έλεγε.
-Όλοι έκαναν οικονομία τότε ρε Δήμο, εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου να ψάχνει χαρτί από παλιά εφημερίδα ν΄ανάψει το άλλο μάτι από το πετρογκάζ για να μην κάψει σπίρτο.
-Βίβιαν θυμάμαι τη γιαγιά σου, ήταν πραγματικά τσιγκούνα.
-Έπρεπε να μεγαλώσει έξι παιδιά Δήμο, δεν είναι πλάκα, σήμερα ένα και δεν μπορούμε.
-Γι΄αυτό σε πενήντα χρόνια θα είμαστε οι μισοί, είπε ο Νικόλας
-Αν δεν αλλάξουν τα κοινωνικά δεδομένα, είναι αναπόφευκτο κακό, είπε η Βίβιαν, όλα είναι ενάντια στα νέα ζευγάρια. Πάντα θα υπάρχει κάποια δικαιολογία να μην κάνεις παιδί, τότε έκαναν πολλά παιδιά, έδινε ευχή ο Θεός έλεγε ο παππούς μου, σήμερα κρέμονται από τις ευχές του Μητσοτάκη.
-Ο Μητσοτάκης φταίει και για αυτό, τι θες να πεις δεν πιάνουν οι ευχές του Βίβιαν, είπα χαμογελώντας.
-Δήμο ηρέμησε, δεν λέω για τον σημερινό, για τη δυναστεία λέω.
-Ποια δυναστεία, η Δυναστεία ήταν σήριαλ στην Αμερικάνικη τηλεόραση.
-Και στη Ελληνική ήταν Δήμο, πρώτα είχαμε Βασιλεία και μετά Δυναστεία, πάντα κάτι έχουμε. Δήμο είσαι άσχετος από πολιτική, νομίζεις πως όλα είναι οικονομία, ποτέ δεν κατάλαβες πως χωρίς Δημοκρατία ούτε οικονομία υπάρχει.
-Γιατί χωρίς οικονομία υπάρχει Δημοκρατία;
-Καλύτερα να είμαστε όλοι φτωχοί και "ίδιοι", παρά οι λίγοι πλούσιοι και οι φτωχοί πολλοί.
-Ναι αλλά οι πλούσιοι δίνουν δουλειά στους φτωχούς
-Αυτό μόνος σου το σκέφτηκες Δήμο, αν δεν υπήρχαν οι πλούσιοι δεν θα υπήρχε δουλειά;
-Κάπως αλλιώς το λένε, αυτοί κάνουν τις επενδύσεις.
-Τώρα αν σας κλειδώσω εδώ μέσα, μπορείτε να τσακωθείτε όσο θέλετε, αν βρείτε την άκρη ελάτε επάνω για φαγητό, κοντεύει μεσημέρι, πάω να το ετοιμάσω. Αφήνω ανοιχτά.

Συνέχεια στο Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη

24 Ιαν 2026

" Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη"

 

Μείναμε μόνοι μας στο κελάρι, η ζωή στο υπόγειο είναι βουβή, η Βίβιαν έδενε τα μαλλιά της, εγώ φωτογράφιζα τη σκιά της, μια χαραμάδα φως.
-Πάρε με αγκαλιά, κουράστηκα είπε η Βίβιαν και έγειρε πάνω μου.
-Κι εγώ κουράστηκα, ξοφλημένες θεωρίες η ζωή μας.
-Τι απομένει;
-Μόνο η αγάπη, να μ΄ αγαπάς, όσο μπορείς να μ΄ αγαπάς, να σ΄ αγαπάω, όσο μπορώ να σ΄ αγαπάω.
-Δήμο δεν είναι λέξεις η Αγάπη.
-Τι είναι;
-Στα δύσκολα δεν τα παρατάς και φεύγεις. Αυτό είναι. Είναι θυσία.
-Εδώ είμαι, σαν μην έφυγα ποτέ.
-Άλλος Τσίπρας μου προέκυψε, είπε η Βίβιαν
-Τι σχέση έχει ο Τσίπρας με μας;
-Στα δύσκολα τα παράτησε, δεν τόλμησε, το ίδιο κι εσύ.
-Βίβιαν σταμάτα τις συγκρίσεις, άλλο η αγάπη κι άλλο η πολιτική.
-Το ίδιο είναι.
-Τι λες τώρα;
-Είμαστε το όλον Δήμο, δεν είμαστε τετραγωνάκια που τα τσεκάρουμε που πήγαμε καλά και που όχι.Υιοθέτησα και μεγάλωσα δυό παιδιά, δίδαξα στο Πανεπιστήμιο, έγραψα βιβλία, ναι μεν αλλά, νομίζεις όλα αυτά σε κάνουν από μόνα τους ευτυχισμένο άνθρωπο;
-Μην είσαι αχάριστη, έκανες πολλά!
-Δήμο αν δεν έφευγες τότε θα είχαμε μια ζωή δική μας, όλα θα ήταν αλλιώς, ποτέ δεν μπόρεσα να αγαπήσω άλλον άντρα όπως εσένα. Και ρε φίλε ήμασταν νέοι, είχαμε τη ζωή μπροστά μας. Ούτε ένα παιδί δεν κάναμε μαζί. Φορές σκέφτομαι πως αν μέναμε και στο χωριό, ίσως και να ήμασταν καλύτερα. Το πιο μεγάλο ταξίδι γίνεται μέσα μας.
-Βίβιαν, μην γυρνάς πίσω, ότι έγινε δεν αλλάζει, τώρα είμαστε εδώ και είμαστε μαζί.
-Μαζί, χωρίς τη νιότη μας
-Μα νέοι είμαστε, μπροστά μας έχουμε χρόνια ακόμα. Άκουγα στο ραδιόφωνο μια κυρία μιλούσε για την ποίηση του Ελύτη, νόμιζα ότι ήταν είκοσι χρονών, η φωνή της, η σκέψη της, τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι πέρασε τα ενενήντα.
-Το σώμα της δεν το έβλεπες όμως, αυτή είναι η μαγεία του ραδιοφώνου. Ακούς μόνο τη φωνή και τη σκέψη του εκφωνητή, σκέπτεσαι κι εσύ μαζί, η εικόνα ραγίζει, αφαιρεί τη φαντασία, αποσπά την σκέψη, κερδίζει την προσοχή.
-Το δικό σου σώμα είναι σαν της Αφροδίτης της Μήλου όμως.
~ Η εσωτερική ομορφιά μετράει και η δική μου τσαλακώθηκε από σένα Δήμο.
-Βίβιαν πάντα ήθελες να κολυμπάς στα βαθιά, δεν αντέχω άλλο το υπόγειο πάμε πάνω. Έχω δει ανθρώπους στα ρηχά χαρούμενους και στα βάθη θλιμένους.
- Ρηχός ο πόνος, ρηχή και η χαρά. Θυμήσου τον Νίκο Μπελογιάννη:
“Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να ‘χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ’ τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη….”

Ο ήλιος ψήλωσε, η μέρα ζέστανε, οι μουσικές του Νικόλα πλημμύρησαν την αυλή, το τραπέζι στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντηλο, ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια με κόκκινο κρασί.
-Έβαλα να παίζει η αγαπημένη μου κασέτα, ήταν την δεκαετία του 80, τραγούδια που μίλαγαν στην καρδιά μας, τραγούδια που μεγάλωναν τη σκέψη και το μπόι μας. Τότε στις 6 -7 κάθε απόγευμα ήταν "τα τραγούδια της παρέας", όλα ήταν μικρά τότε, τα σπίτια μας μικρά, οι δρόμοι μας μικροί, τα πορτοφόλια μας μικρά, μόνο τα όνειρα ήταν μεγάλα. Και τα τραγούδια μας.
-Έχεις ακόμα κασέτες από τότε Νικόλα, πως άντεξαν.
-Δεν άντεξαν, κάθε φορά που πάνε να φθαρούν τις αντιγράφω, αν δεν συντηρείς τη φλόγα πεθαίνει και η μνήμη.
-Ναι αλλά ο κόσμος προχώρησε, τι ωφελεί να γυρίζεις πίσω, είπα κι εγώ.
-Αυτά είναι τσιτάτα Δήμο. Δίχως την ιστορία δεν υπάρχει παρόν, ούτε μέλλον, τούτος ο τόπος πέρασε πολλά να φτάσει ως εδώ, κάποτε ήμασταν και εμείς νέοι, αν αρνηθείς τη νιότη σου αρνιέσαι τη ρίζα που σε μεγάλωσε. Όλα τα αγαπάω, όσα θυμάμαι, όταν έχω χρόνο σκαλίζω το παρελθόν, άλλοτε νοσταλγικά και άλλοτε βασανιστικά. Όλα είναι μια λέξη, Συγκίνηση.
Αυτή που δεν βρίσκει τόπο να σταθεί σήμερα, θα περιφρονηθεί, θα σαρκασθεί, θα ειρωνευτεί.
-Αν οι λέξεις δεν έχουν την καρδιά τους πεθαίνουν, έτσι Νικόλα, δεν γουστάρω πεθαμένες καλησπέρες, το είπε καλά ο Πασχαλίδης στο Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Τι φρίκη ο κόσμος σήμερα, τριάντα παιδιά δολοφονούνται στην Παλαιστίνη και ούτε ένα δάκρυ.
-Ψυχραιμία παιδιά, δεν σώνεται τίποτα με τα δάκρυα, είπα κι εγώ ένα μοτίβο της εποχής μη χάσω τον "εκσυγχρονισμό μου"
-Τα καλύτερα τραγούδια γράφτηκαν ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ Δήμο. Δίχως συγκίνηση είναι στέρφα η φαντασία, είπε ο Νικόλας και πήγε να φέρει τη φωτογραφική μηχανή.
Γύρισε με μια Nikon F2 σαν αυτή που είχε ο Κλιντ Ίστγουντ, στις Γέφυρες του Μάντισον.
Την άφησε πάνω στο τραπέζι.
Στην υγειά μας, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.
Ακουγόταν το Μεγαλυνάρι του Νικηφόρου Βρεττάκου, τραγουδούσε η Χορωδία Τρικάλων, το λατρεύω αυτό το τραγούδι είπε η Βίβιαν.
Όταν δέσουν οι στίχοι, η μουσική η φωνή τότε γεννιέται ένα κράμα που σε πάει στο Θεό.
Ένα πεύκο φυτρώνει στο Σούνιο, άλλο ένα καταμεσής στην άσφαλτο.
Ο νους ανεβαίνει στο Έβερεστ, εκεί γράφω το Ό νομά σου και κατεβαίνω πάλι ταπεινά στη γη, να υμνήσω Εσένα.
Πέλαγος η μουσική, πιο βαθιά απ΄το Αιγαίο, πιο γαλαζοπράσινη απ΄το Ιόνιο, ως το Κρητικό πέλαγος ανοίγει ορίζοντες, μυρίζει θυμάρι στον Αίνο της Κεφαλονιάς, πετάει στην κοιλάδα με τις πεταλούδες στη Ρόδο, κολυμπάει στα γαλάζια νερά της Μήλου, φθάνει στα μυστικά της Σαμοθράκης, ξενυχτάει στη Ικαρία, τρελαίνει τους τουρίστες στον Λαγανά, αγιάζει τους καλόγερους στο Άγιο όρος, περπατάει στα δάση με τα πεύκα της Εύβοιας, κυλάει μες τα νερά του Βοϊδομάτη, αγκαλιάζει όλη την Ελλάδα, τον γαλανό ουρανό, το πράσινο της Άνοιξης, ίδια με το Ελληνικό Καλοκαίρι κάνει βουτιές στα καζάνια του Αχελώου.

Ο Νικόλας πήρε τη μηχανή να φωτογραφίσει τη ΒίΒιαν, η Βίβιαν αρνήθηκε, μετά από τη νύχτα που πέρασα μόνο φωτογραφία δεν θέλω, είπε.
Τότε ο Νικόλας μας είπε πως από την πρώτη στιγμή που είδε την Βίβιαν, φαντάστηκε την Δώρα στην ηλικία της, δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Είπε πως έμοιαζαν σαν δυό σταγόνες νερό και όλη αυτή η ομοιότητα τον έχει αναστατώσει, έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία της Δώρας στα πενήντα τρία της, δύο χρόνια πριν πεθάνει. Ήταν ίδιες, πράγματι. Η Βίβιαν είδε τον εαυτό της νεότερο, εγώ τη Βίβιαν σε μια φωτογραφία που της έβγαλα μπροστά στο μουσείο του Λούβρου, ο Νικόλας την γυναίκα που αγάπησε πριν η αρρώστια κλέψει την ομορφιά της.
Έπεσε βαθιά σιωπή, ο Πουλόπουλος την έκανε ακόμα βαθιά, λες και τον είχαμε παραγγελία εκείνη την ώρα, πέσαμε κι εμείς στα πατώματα ή καλύτερα πάνω στον Δρόμο και ήταν μέρα μεσημέρι. Πληγές που άνοιξαν, ο καθένας μας είχε το δικό του λόγο.
Η Βίβιαν έλυσε τη σιωπή.
-Νικόλα σε παρακαλώ σταματάς αυτή την κασέτα. Και μετά βγάλε όσες φωτογραφίες θες, τίποτα δεν αλλάζουν οι φωτογραφίες, ο κόσμος ζει μέσα μας, μόνο μη μου ζητήσεις χαμόγελα. Από τότε που βγήκαν τα κινητά ξεχείλισαν οι φωτογραφίες, όλες ίδιες, όλες όμορφες, όλες χαμογελαστές, όλα καλά κι όλα ωραία. Τόσος ναρκισσισμός δεν υπήρξε ποτέ.
Ο Νικόλας υπάκουσε, έκλεισε τη μουσική και πήρε τη μηχανή, ένα κλικ και τέλος. Μου αρκεί.
-Σ΄ ευχαριστώ Βίβιαν, είπε, και κύλησε ένα δάκρυ απ΄τα μάτια του.(Το δάκρυ βέβαια ήταν ένα, ή από το δεξί ή από το αριστερό βγήκε, και από τα δυό πάντως δεν γίνεται).
Η Βίβιαν πάλι έδενε τα μαλλιά της, δεν είπε τίποτα. Συνήθως στο Ευχαριστώ λέμε Παρακαλώ.
Ο Νικόλας έφερε μια πιατέλα με μικρά μεζεδάκια, κεφτεδάκια, λουκάνικα, σουβλάκια, σνίτσελ, την έβαλε στο κέντρο του τραπεζιού. Η Βίβιαν σηκώθηκε και πήγε να βοηθήσει, έφερε τρία άσπρα πιάτα, και μαχαιροπήρουνα, ο Νικόλας έφερε πατατοσαλάτα και τσαλαφούτι. Η Βίβιαν έφερε ένα πιάτο βλίτα, εγώ μόνο χόρτα θα φάω είπε.
Είπα να κάνω κι εγώ κάτι, γέμισα τα ποτήρια κόκκινο κρασί, το ένα το παραγέμισα κι έβαψε κόκκινο το άσπρο τραπεζομάντηλο. Ο Νικόλας είπε δεν πειράζει, η Βίβιαν μου είπε, πάντα απρόσεκτος είσαι Δήμο.
-Χρόνια πολλά Νικόλα, να είσαι πάντα ο εαυτός σου, είπε η Βίβιαν!
-Αν δεν ήσασταν εδώ θα ήμουν μόνος μου σήμερα, ελπίζω να μη χαθούμε.
-Πόσες φορές δεν είπαμε να μη χαθούμε με ανθρώπους που ήρθαμε κοντά και χαθήκαμε, είπα εγώ και κατάλαβα πόσο μόνος μου έμεινα.
Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας, έγραψε ο Ελύτης.


Ηλιόλουστη καθαρή χειμωνιάτικη μέρα του Γενάρη, η κοιλάδα του Νικόλα γιορτάζει, ο κόσμος μοιάζει ανύπαρκτος, τα έλατα, ο γαλανός ουρανός, το κόκκινο κρασί, οι ανέμελες σκέψεις, τα σκυλιά μας κοιτούν στα μάτια, μια κατσίκα βελάζει, τα δέντρα στο κτήμα γυμνά περιμένουν την άνοιξη, αλλού πολεμάνε, αλλού σκοτώνονται, αλλού πεθαίνουν, εδώ όλα είναι μια Κυριακή απόγευμα, χαλαρώνουν με τη φωνή της Αρλέτας και σιωπή του βουνού.
-Κάποτε, μετά από χρόνια τούτη η εποχή θα μοιάζει σαν τη δεκαετία του 30, είπε ο Νικόλας. Αυτή η αβεβαιότητα κάπου θα βγάλει. Και δεν θα αργήσει. Όταν τα προβλήματα φτάνουν στο απροχώρητο για τους πολλούς, όταν ο πλούτος της χώρας συσσωρεύεται στους λίγους, όταν τα σκάνδαλα βουλιάζουν τη χώρα, ποιος μπορεί να φανταστεί τι άλλο θα γίνει ή τι πρέπει να γίνει να ξεσηκωθεί ο λαός και να πάρει στα χέρια του την πορεία του τόπου.
-Είναι δύσκολο Νικόλα, η εξουσία έχει γίνει ανίκητη, ελέγχει τα πάντα, η προπαγάνδα που υφίσταται ο κόσμος είναι πρωτοφανής, είπε Η Βίβιαν. Ακόμα και οι λέξεις έχασαν το νόημα που είχαν, δεν υπάρχει μπέσα σήμερα. Έφτιαξαν την κοινωνία του "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Ο Όργουελ έχει ξεπεραστεί, η εξουσία πάντα θα πετάει ένα κόκαλο στους φτωχούς και θα καρπώνεται το φιλέτο. Κι από πάνω ο καημένος πολίτης θα πανηγυρίζει κιόλας.
-Φτάσαμε να εισάγουμε ποδοσφαιριστές αξίας όσο ένα νοσοκομείο, άρτος και θεάματα είναι ικανά και βολικά να αλλοιώνουν συνειδήσεις και οράματα.
-Εισάγουμε τα πάντα, αυτοκίνητα, μηχανές, ψυγεία, πλυντήρια, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία ..και λεμόνια. Εντάξει ρε Νικόλα, τα πλυντήρια τα χρειαζόμαστε να ξεπλένουμε τα σκάνδαλα, αλλά και λεμόνια.
Έπρεπε να πω κι εγώ κάτι, είπα: Όλα είναι θέμα οικονομίας, είπα με ύφος Στουρνάρα, η οικονομία κινείται αλλιώς σήμερα, επενδυτικά.
-Επενδύσαμε. Έχουμε τα καλύτερα γκαρσόνια στην Ευρώπη, ακόμα και μες τη θάλασσα σερβίρουν κολυμπώντας, είπε ο Νικόλας.
-Εξάγουμε κιόλας Νικόλα, στέλνουμε έξω τους καλύτερους επιστήμονες, τα καλύτερα μυαλά στις πιο παραγωγικές ηλικίες. Αυτό οι ξένοι το εκτιμάνε και έρχονται διακοπές εδώ τα καλοκαίρια. Μια φέτα καρπούζι με μια χάρτινη ομπρελίτσα θα μας σώσει.
Επιτέλους βρήκα κάτι σωστό κι εγώ να πω πάλι: Αν δεν σωθούμε μόνοι μας ούτε το καρπούζι θα μας σώσει.
Τελικά κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιος θα μας σώσει. Άλλοι λένε ο Άδωνης με τη φωνή του, άλλοι ο Ανδρουλάκης με το ύφος του, κάποιοι λένε μόνο οι κηραλοιφές απαλύνουν τον πόνο, άλλοι μιλάνε με πόσο σκέρτσο χορεύει ο Κουτσιούμπας, υπάρχει και ο Φάμελλος ο Σωκράτης που διορθώνει το σπίτι του ακόμα, ένας γείτονας λέει πως η Λατινοπούλου είναι όμορφο κορίτσι και θα πνίξει όλους τους μετανάστες, άλλοι περιμένουν τον Μεσσία, ακόμα λένε είναι σε χειμέρια νάρκη, άμα ξυπνήσει θα δείτε… Ε δεν μπορεί κάποιος απ΄ όλους αυτούς θα μας σώσει όπως παλιά.
Να είστε αισιόδοξοι, αρκεί να δώσουμε τη δυνατότητα στον καθένα να ξεδιπλώσει τις αρετές του.
Όπως παλιά!


Καλοκαίρι 2026
Η Βίβιαν ήρθε από πάνω μου την ώρα που γράφω, άρχισε πάλι να με ειρωνεύεται πως γράφω κείμενα για πουλάκια, -εντωμεταξύ ούτε ένα πουλάκι δεν κελάηδησε ως τώρα πέρα από τον δικό της τον κοκκινολαίμη, για αστέρια, - εντωμεταξύ όλη νύχτα είχε συννεφιά, λέει πως ο κόσμος έχει προβλήματα και συ κάθεσαι και ονειροπολείς φευγάτος.
-Τι θες να κάνω, την ιστορία αφηγούμαι
-Και ποιόν ενδιαφέρει η δικιά μας εκδρομή, σπουδαία γραφή να γράφεις πως δένω τα μαλλιά μου.
-Εσύ που ξέρεις ότι γράφω για τα κοτσιδάκια σου, ούτε για την πασχαλίτσα έγραψα, ούτε για τη μαργαρίτα, σιγά τα κοτσιδάκια σου, δεν εξηγείται αλλιώς άνοιξες τον υπολογιστή μου, παραβίασες το προσωπικό μου απόρρητο.
-Ξέρεις καλά αυτό δεν θα το έκανα ποτέ.
-Τότε που ξέρεις;
-H Βασίλω μου είπε, τη βρήκα στον μπακάλη.
-Η Βασίλω δεν ξέρει να διαβάζει, πως το είδε;
-Της το είπε ο Λίας, που το είδε στο ίντερνετ, και γιατί ανεβάζεις την ιστορία στο ίντερνετ πριν την γράψεις καν, σε ξέρω καλά, θα την παρατήσεις στη μέση.
-Θα τα καταφέρω, θα δεις και ούτε για τα κοτσιδάκια σου θα πω τίποτα, να πάλι τα μαλλιά σου δένεις με χελώνα τώρα, μάζεψες όλα τα ζωάκια να δένεις τα μαλλιά σου.
-Με τέτοια ζέστη τι θες να κάνω;
-Να τα κόψεις κοντά.
Κουβέντα στην κουβέντα πάλι θα καταλήγαμε σε καυγά, δεν είναι εύκολη η συγκατοίκηση με τη Βίβιαν, βέβαια το ίδιο λέει κι αυτή για μένα. Ευτυχώς που χτύπησε το τηλέφωνο, αλλά κι αυτό μου το έκλεισε στα μούτρα χωρίς να φταίω εγώ…
Ήταν μια ωραία φωνή από τη Vodafon, μόνο ένα ναι πρόλαβα να πω και άρχισε να μου λέει μια μεγάλη προσφορά της εταιρίας, πως μπορώ να μιλάω όσο θέλω, να μπαίνω όση ώρα θέλω στο ίντερνετ και να στέλνω όσα μηνύματα θέλω. Της είπα πως είναι πλουσιοπάροχη με πολλά χαρίσματα και πως συμφωνώ, αρκεί να μου κάνει η εταιρία ένα αυτοκίνητο που θέλω δώρο. Της είπα πως ξέρω τι θέλω δεν θα την παιδέψω, της είπα μάρκα, μοντέλο και χρώμα.
Κύριε νόμιζα πως μιλούσαμε σοβαρά είπε και μου το έκλεισε με δύναμη.
Άκου να μου κλείσει το τηλέφωνο, έβαλα μια παγωμένη βότκα με λεμόνι να το χωνέψω..
Έτσι όμως χάνεις τη ροή της ιστορίας και γράφεις άρες μάρες κουκουνάρες να γεμίσεις το χαρτί.
Άστο καλύτερα αύριο, "αν δεν έχεις κάτι να πεις μη λες τίποτα", αυτό το λέει συχνά η Βίβιαν.

Μπορεί να μας σώσει ο έρωτας, είπε ο Νικόλας, περιχαρακώνουμε τον έρωτα στην έλξη των φύλων, δεν είναι μόνο αυτό. Αν ότι κάνεις δεν σε συναρπάζει, αν δεν το σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς, άστο καλύτερα. Η δικιά μου ζωή έτσι ήταν, τώρα δεν είναι, μεγάλωσα, μίκρυναν τα όνειρα. Οι άνθρωποι δεν αφήνονται, ο ορθολογισμός τους τσάκισε. Μετά τους ναρκώνουν τα προβλήματα που δεν θα υπήρχαν αν λειτουργούσαν με το νου και την καρδιά. Έρωτας είναι ότι ονειρεύτηκες. Η δουλειά σου, ο κήπος σου, οι φίλοι σου, τα βιβλία σου, οι μουσικές σου, ένα ποτήρι δροσερό νερό το καλοκαίρι, μια πεταλούδα στα μαλλιά σου, οι στιγμές σου, αυτή είναι μια στιγμή μας που θα θυμάμαι. Μια νύχτα που χόρευε στους ώμους σου μια όμορφη γυναίκα κι ας χάθηκε την άλλη μέρα, μια ταινία που είδες με την αγαπημένη σου στο σινεμά ο Παράδεισος, ένα τραγούδι που άκουγες ένα καλοκαιρινό βράδυ δίπλα στη θάλασσα, μια αγκαλιά λουλούδια που χάρισες στα γενέθλια στη μάνα σου, το μοναδικό δάκρυ που είδες του πατέρα σου, έρωτας είναι τα παιδιά που μεγάλωσες, είναι το θαύμα που γεννήθηκες. Έρωτας είναι να ξυπνάς πρωί να δεις την ανατολή, να κάνεις ενός λεπτού σιγή το ηλιοβασίλεμα, να παίζεις σαν μικρό παιδί με τα σκυλιά σου, να παρατηρείς τους ανθρώπους, τα βουνά και τις θάλασσες, τα φυτά και τα ζώα, έρωτας είναι να αγαπάς όλο τον κόσμο στο πρόσωπο του ενός. Ο έρωτας είναι η ανιδιοτέλεια, σε έναν κόσμο ιδιοτέλειας, να δίνεις, να δίνεσαι. Ο έρωτας θα γίνει αγάπη, η αγάπη θα φέρει αγάπη, η ζωή θα γεμίσει με τα σημαντικά, να τραγουδάς, να χορεύεις, να ζωγραφίζεις, να μετράς τις χαρές ίδια με τις λύπες.
"Δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας. Ας κάνουμε τη στιγμή αυτή αιωνιότητα. Άλλη αθανασία δεν υπάρχει." γράφει ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο.
Ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια κόκκινο κρασί.
Στην υγειά του έρωτα, είπε.
-Το πρόβλημα είναι πως ο έρωτας περνάει, είπε η Βίβιαν. Είναι σαν το τζιτζίκι, ζει χρόνια μες τη γη και μόλις βγει για ζευγάρωμα πεθαίνει.
-Το τζιτζίκι σμίγει τον έρωτα με τον θάνατο. Μόλις ζευγαρώσει, επειδή ξέρει πως θα χαθεί ο έρωτας πεθαίνει. Του φτάνουν φαίνεται οι πέντε εβδομάδες να πάει στην αιωνιότητα
-Νικόλα το κάθε ον έχει τη μοναδικότητα, ανώφελη η σύγκριση.
-Βίβιαν έχουμε όλα τα όντα ένα κοινό, μας περιμένει ο θάνατος. Το τζιτζίκι ζει και τον έρωτα και τον θάνατο σύντομα. Πεθαίνει τραγουδώντας και τον έρωτα και τον θάνατο. Έζησε.