13 Ιουλ 2018

Ο έρωτας


Ξαπλωμένος απόψε στη μέση του χωραφιού, μετράω τ' αστέρια. Δακρύζουν τα μάτια μου, όταν θυμάμαι. Χορεύουν τότε, χίλια αστέρια πάνω μου. Χορεύεις κι εσύ, μέσα στο άσπρο σου φόρεμα. Μεθάω απόψε πίνοντας δάκρυα και χαμόγελα, ματιές και σημάδια. Ο χορός των αστεριών δυναμώνει στην ερημιά της νύχτας. Τα μάτια σου, δυο φεγγάρια του καλοκαιριού, στην πιο σκοτεινή μου νύχτα, τυλίγουν τα δικά μου. Φιγούρες του έρωτα και της αγάπης, κλέβουν την ανυπαρξία της ζωής μου. Σκύβεις πάνω μου, μοσχοβολάς όνειρο. Σ' έναν κόσμο που έπαψε να ονειρεύεται, εσύ φωτίζεις τα σκοτάδια του. Εσύ και το χώμα. Εσύ, τα πουλιά και τα δέντρα. Εσύ και τ' αστέρια. Εσύ κι όλη η φύση κρατάν τη ζωή. Εσύ. Πάντα εσύ, ο έρωτας.


13 Ιουλίου 2018

10 Ιουλ 2018

Αμάραντος


Η ελατοπλαγιά και το ποτάμι, φτέρες και ρέματα, πέτρινα σπίτια κοντά στο θεό. Εκεί είναι το μυαλό μου σήμερα. Σ έναν αμάραντο τόπο ευδοκιμεί ο έρωτας. Στην πόλη και στον κάμπο μοιάζει ου- τόπος. Αλλά υπάρχει, τον είδα με τα μάτια μου. O αέρας μύριζε άρωμα οξυγόνου, το πρωί τρυφερό καλοκαίρι, το νερό της βρύσης παγωμένο. Χαμογελούσαν τα μήλα πάνω στις φορτωμένες μηλιές, χαμογελούσαν και οι καλημέρες των ανθρώπων. Πλατύφυλλες καρυδιές ετοίμαζαν τα καρύδια, αγκαθωτά κάστανα μεγάλωναν τον καρπό τους. Ένα σκιουράκι έπαιζε πάνω στον δέντρο της δημοσιάς. Χάραζε ο ήλιος κι όλα τα πρόσωπα ήταν φωτεινά.
Ο αμάραντος υπάρχει, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Τον αισθάνομαι μαζί με το φιλί του αποχαιρετισμού. Μόνο που είναι μακριά απ' τη φυλακή της πόλης.


10  Ιουλίου 2018

6 Ιουλ 2018

Η γέφυρα


Είδα εργάτες να στρώνουν άσφαλτο καταμεσήμερο καλοκαιριού. Είδα άλλους να σκαλίζουν το χωράφι, ντάλα στον ήλιο. Είδα κι άλλους να τους φταίει η ζέστη του καλοκαιριού και το κρύο του χειμώνα. Είδα και μένα που δεν έχω τι να πώ, να λέω για τον καιρό. Ίσως φταίει το αιρκοντίσιον στο δροσερό γραφείο μου. Ίσως φταίει το χαμένο φεγγάρι, όταν κάνει πιο νύχτα τη νύχτα μου.
Είδα πόσο μακριά είναι οι θεωρίες μου απ' την πραγματικότητα και τρόμαξα. Πήρα μια σακούλα παγωμένες μπύρες και ήρθα στη γέφυρα. Μες τα πλατάνια, στις άσπρες πέτρες, στο νερό που κυλάει να συναντήσει τη θάλασσα. Ακούμπησα απ' τη μια άκρη της γέφυρας τη θεωρία μου κι απ την άλλη την πράξη μου. Στη μέση της γέφυρας οι μπύρες μου. Για την ώρα κόβω βόλτες απ' τη μια άκρη στην άλλη, πίνοντας μπύρα. Έχω μια σιγουριά σήμερα πως μετά τις πρώτες μπύρες η θεωρία μου και η πράξη θα σμίξουν.
Καρφάκι δεν μου καίγεται για τον υδράργυρο. Εγώ τις εποχές όλες τις αγαπώ. Άλλο θέλω σήμερα. Να γίνω ένα με τη γέφυρα. Να είμαι εγώ η γέφυρα κι από κάτω το ποτάμι.



6 Ιουλίου 2018

4 Ιουλ 2018

Η ζυγαριά


Πήρα μια ζυγαριά με δράμια. Ένοιωθα πέρα για πέρα ανισόρροπος τελευταία. Βέβαια ποτέ δεν ένοιωσα σιγουριά πάνω στο τεντωμένο σκοινί. Κι από κάτω μπετόν, μόνο το κατακόρυφο της αδρεναλίνης. Η ζωή κι ο θάνατος, το φως και το σκοτάδι, η αγάπη και το μίσος, η εμπιστοσύνη και η απιστία, η χαρά και η λύπη. Ο μισός κόσμος και ο άλλος μισός, το δίκιο και η αδικία, η ειρήνη κι ο πόλεμος. Όλα έγιναν θολά και δυσδιάκριτα. 
Έτσι πήρα αυτή τη ζυγαριά. Όταν μικρός παρατηρούσα τον μπακάλη να ζυγίζει και να ευθυγραμίζονται οι γλώσσες, ένοιωθα απροσδιόριστη χαρά ηρεμίας.
Έβλεπα τον Λάμπρο με τη σέσουλα να ισορροπεί τα φασόλια με το δράμι και μέσα μου γαλήνευε ο κόσμος. Στο σπίτι έχουμε δυό ζυγαριές δαπέδου, που μόνο προβλήματα μου δημιουργούν με τον αυτοματισμό τους και τα κιλά μου. 
Σήμερα είναι μια μεγάλη μέρα για μένα, σαν εκείνη που λέει ο πρωθυπουργός πως θα βγούμε απ' τα μνημόνια. Σιγά τα οκτώ χρόνια, τα δικά μου είναι πενήντα οκτώ.
Εγώ δεν πήρα τα δράμια, δεν με ενδιαφέρουν τα νούμερα, η συμπαντική ισορροπία με νοιάζει.
Ζύγισα τα λόγια και τις πράξεις μου, τα όνειρα και τα αποτελέσματα, τα χαμένα και τα κερδισμένα. Ζύγισα τον έρωτα και τον πόλεμο, τα θέλω και τα μπορώ. Ζύγισα την αλήθεια και το ψέμα, την συγκίνηση και τον κυνισμό. 
Η ζυγαριά πάντα είχε ένα τρέμουλο. Οι γλώσσες της δεν έσμιξαν ποτέ. 
Μόνο όταν έβαλα δυο ίδια μπουκαλάκια νερό στις άκρες της ευθυγραμίστηκε. Τελικά σ' ένα καυτό μεσημέρι του καλοκαιριού, μόνο το νερό είναι σημαντικό. Μετά ήπια το ένα μπουκάλι και το άλλο το
έριξα στο κεφάλι μου. Ισορρόπησα κι εγώ και η ζυγαριά. Πολύ ζέστη σήμερα.
4 Ιουλίου 2018

2 Ιουλ 2018

Ο σκατζόχοιρος


Μια αγκαθωτή μπάλα, πάνω στην καυτή άσφαλτο του μεσημεριού. Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Ένας απροσπέλαστος σκαντζόχοιρος στο δρόμο μου. Στη ζέστη του Ιούλη. Ίδιος με την Ευρώπη απέναντι στους μετανάστες του πολέμου. Ο φόβος παντού. Το πρόβλημα παντού ο άνθρωπος. Τι άλλο φοβάται ο σκανζόχοιρος; Όλα παλεύονται, ο άνθρωπος όχι.
Όπως τον έβλεπα μεταμορφώθηκε σε βόμβα. Έτοιμη να απασφαλίσει. Οι υψηλή θερμοκρασία και η ταχύτητα των αυτοκινήτων με τρόμαξε. Μπήκα γρήγορα στο αυτοκίνητο κι έφυγα στο χωράφι της βραδύτητας. Ποτέ δεν παίζεις με τις παρανοΐκές ταχύτητες που αναπτύσσονται στην πίσσα του φόβου.
Ένας σκαντζόχοιρος κι εγώ.


2 Ιουλίου 2018