7 Ιουλ 2012

Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.

Ένας μεγάλος πλάτανος και μπροστά η θάλασσα. Πάνω στο τραπεζάκι σαρδέλες ψητές και ούζο.
Η Ζιζέλ νιαουρίζει μαζί με τη γάτα, που χαϊδεύει τα πόδια της. Όλο και λιγουρεύεται μια ολόκληρη σαρδέλα έτσι που με κοιτάει στα μάτια τώρα, με κείνο το ναζιάρικο ύφος, αλλά εγώ αμετανόητος της δίνω μόνο τα αγκάθια. Χτες η κοιλιά της ήταν όσο κι ο λογαριασμός. Την τάισα του σκασμού. Ποτέ μη καλομαθαίνεις μια γάτα. Όσο κι αν την αγαπάς.
Ήρθαμε στο νησί με τη Ζιζέλ εδώ και τρείς μέρες, λαθρεπιβάτες. Μια σκηνή, τα μαγιό μας και την οδοντόβουρτσα. Και ελάχιστα χρήματα. Για ούζο και σαρδέλες ψητές. Και η Ζιζέλ κι εγώ τρελαινόμαστε για σαρδέλες ψητές. Και η γάτα που μπήκε στα πόδια μας. Την νύχτα μας έπαιρνε μάτι την ώρα που κάναμε έρωτα στη σκηνή. Πρώτη φορά είδα γάτα να παίρνει μάτι ανθρώπους. Έχω δει πολλούς ανθρώπους να παίρνουν μάτι γάτες.
Συζητούσαμε για τα βιβλία που διαβάσαμε το χειμώνα. Λίγα, πολύ λίγα. Όλα ήταν λίγα φέτος. Ακόμα και οι διακοπές μας. Είναι αδικία να δουλεύεις έντεκα μήνες και ένα μήνα διακοπές. Το αντίθετο έπρεπε να συμβαίνει. Δεν είναι βέβαια η μοναδική αδικία που συμβαίνει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σκέψου και τον Αντώνη που διάβαζε απανωτά και φέτος με το μάτι του, δεν άγγιξε λέξη. Η Ζιζέλ διάβαζε ''ένα βιβλίο για πέταμα'' του Paul Desalmand απ’ τις εκδόσεις Πόλις. Μου διάβαζε τώρα το οπισθόφυλλο και σχεδόν φαινόταν η ρώγα της απ’ το μικροσκοπικό μαγιό της. Η Ζιζέλ είναι μια όμορφη γυναίκα, κοντά μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια, μεγάλο χαμόγελο, μεγάλη ψυχή, μεγάλη αγκαλιά ,διάβαζε και εγώ πρόσεχα τα φιλήδονα χείλη της. Άκου, το τελειώνω, να το διαβάσεις μετά. Θα το ρουφήξεις. Εγώ βέβαια άλλα ήθελα να ρουφήξω εκείνη τη στιγμή, αλλά την άφησα να διαβάζει κι έκανα πως την άκουγα:

‘Ένα βιβλίο σκύβει πάνω από το παρελθόν του• είκοσι χρόνια πολυτάραχου βίου, από το τυπογραφείο μέχρι το ταξίδι του στην Αφρική. Αγαπά, το αγαπούν, γνωρίζει αναγνώστες και αναγνώστριες, συζητά με άλλα βιβλία σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, αντικρίζει κατάματα τον θάνατο, θέτει ερωτήματα για τη χαοτική πορεία του κόσμου. Κι όλα αυτά, με παιγνιώδες ύφος που αγγίζει συχνά τα όρια του τραγικού.
Σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο μοιάζει με περιπετειώδες μυθιστόρημα γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές. Αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί:
- Σάτιρα του εκδοτικού χώρου - Στοχασμό για τη γραφή και την ανάγνωση - Κριτική ανάλυση των σχέσεων Δύσης-Τρίτου Κόσμου - Μεταφορά για τον θάνατο - Παιχνίδι πάνω στη μυθοπλασία - Παιχνίδι πάνω στη διακειμενικότητα (όλες οι παραπομπές και οι αναφορές, ομολογημένες ή όχι, βρίσκονται στην ιστοσελίδα http://www.quidamediteur.com/)’’

Σαχλαμαρίζουμε γενικώς, ότι κάνουμε στις διακοπές, ήταν μία το μεσημέρι και είχαμε πιει τρία μπουκαλάκια ούζο Μετέωρα. Κάθε λίγο κάναμε μια βουτιά στη θάλασσα, ο ήλιος έκαιγε, η άμμος έκαιγε, όλα έκαιγαν. Μόνο ο πλάτανος δρόσιζε και το αλμυρό θαλασσινό νερό.

Μπήκαμε στη θάλασσα και κολυμπάμε κατά μήκος της παραλίας. Πίσω απ’ το βουνό θα είμαστε κρυμμένοι, τα βράχια μπαινοβγαίνουν στη θάλασσα, μια σπηλιά μες τα βράχια εξάπτει τη φαντασία μου. Η Ζιζέλ είναι πειρασμός όλες τις ώρες. Αυτή η τρέλα του μεσημεριού, ανακατεμένη με ούζο, με τα βυζιά της Ζιζέλ και την ατέλειωτη θάλασσα μέσα μας και έξω μας, προδίκαζε τα ηφαιστιογενή βράχια.
Η Ζιζέλ ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω σ’ ένα βράχο που λες και τα κύματα τον έπλασαν επίτηδες. Απλώθηκε προς τα πίσω.. Μπήκα σχεδόν βίαια.. Στο τέλος ακούσθηκε μια παρατεταμένη ηδονική κραυγή, ταυτόχρονη, λες και άδειασε η θάλασσα. Κοίταξα πίσω τη θάλασσα, ήταν εκεί, κυμάτιζε ήρεμα τα πράσινα διαυγή νερά της. Πλημμυρισμένοι στον ιδρώτα, χωθήκαμε στην αγκαλιά της.
Και κολυμπήσαμε, ως το απέναντι μικρό ακατοίκητο νησάκι.
Είναι όμορφο να βλέπεις τη στεριά απ΄ τη θάλασσα. Είναι σαν να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι.
Πριν φύγουμε με τη Ζιζέλ, ο γιατρός μου είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του:
Πρέπει επιτέλους στην ηλικία που είσαι, να μάθεις να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι. Σωματοποιημένο άγχος. Εκδηλωμένο στους αγκώνες απ’ τα χέρια σου, η θάλασσα θα σου κάνει καλό.
Έψαξα να βρω εισιτήριο για το φεγγάρι. Δεν βρήκα. Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.
Φθάναμε πάλι στην ακτή. Το τραπεζάκι με τις μπλε καρέκλες ήταν εκεί. Πάνω του ένα βιβλίο για πέταμα.
Κι η μουσική απ’ τα ηχεία, πάνω στον πλάτανο.

Ταξιδευτής
7 Ιουλίου 2012

6 Ιουλ 2012

Χειμώνα καλοκαίρι

Μπροστά στο Lidl. Αυτή τη γερμανική αλυσίδα, που χιλιάδες Έλληνες ακουμπάν καθημερινά τον ιδρώτα τους.
Να την κάνουμε αυτοκρατορία, να θεριέψει, ώσπου να μας κατασπαράξει, όπως τα λιοντάρια ξεσκίζουν το θήραμά τους στην ζούγκλα. Όπως ο κροκόδειλος- χαμαιλέοντας περιμένει το διψασμένο βουβάλι, το αρπάζει και η μάχη γίνεται άνιση μπροστά στα κοφτερά του δόντια.
Πώς να αντισταθεί. ο Έλληνας μπροστά στις δήθεν φθηνές τιμές στη χώρα μας- και ας είναι διπλάσιες απ’ ότι στη Γερμανία.
Στη ζούγκλα βασιλεύουν τα λιοντάρια, στη χώρα μας τα βουβάλια. Στη ζούγκλα τα λιοντάρια δεν τρώγονται μεταξύ τους. Ούτε κανένα ζώο στον πλανήτη τρώει τα παιδιά του. Στη χώρα μας ότι τρώγεται το τρώμε. Ακόμα και τον γείτονα, τους φίλους μας, τη γυναίκα μας, τα σχολεία μας, τα νοσοκομεία μας, τα χωράφια μας, τα μικρά εργοστάσια, τη ζάχαρη…. Αρκεί να έχουμε δόντια να μασήσουμε.
Όλα είναι φθηνά στο Lidl, ακόμα και το μέλλον των παιδιών μας.
Μπροστά στο Lidl. Ένας δικός μας γέρος, θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μας, χειμώνα καλοκαίρι, με τα ίδια ρούχα, καφέ παντελόνι, τρύπια παπούτσια, μπεζ σακάκι, άπλυτα γένια και μαλλιά σπαράζει: Μια βοήθεια στον παππού.
Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε να είχε ένα μικρό παντοπωλείο στη γειτονιά, απ’ αυτά που έκλεισαν απ΄ τον εκσυγχρονισμό της χώρας μας απ’ τον Σημίτη. Υποβοηθούντος του Στουρνάρα.
Μια βοήθεια στον παππού, τα καρότσια πάνε κι έρχονται, το αλεξίσφαιρο αυτοκίνητο μεταφέρει τους σάκους με τα ευρώ, μπροστά στα μάτια του στις Γερμανικές τράπεζες. Μια βοήθεια στον παππού, το κοινωνικό σύστημα στη χώρα μας δεν τον χώρεσε αυτόν ποτέ, παραήταν σοσιαλιστικό. Ίσως ο παππούς να ήταν του φιλελεύθερου και να ελπίζει τώρα στον Σαμαρά του.
Το λέω αυτό γιατί ακούω πιο δυνατά τη φωνή του. Λες και κάτι έχει αλλάξει στη φωνή του. Τα ρούχα του δεν άλλαξαν.
Ίδια χειμώνα καλοκαίρι.

Ταξιδευτής
6 Ιουλίου 2012

4 Ιουλ 2012

Ειδήσεις σε 1 λεπτό

 ~Η εσωτερική τρόικα υποδέχεται την εξωτερική. Συνάντηση αύριο καταμεσήμερο με τον Πρωθυπουργό, που έβγαλε τη γάζα να κοιταχτούν στα μάτια.

~ 
Αναβαίνει το θερμόμετρο λόγω καλοκαιριού. Λόγω μνημονίου πέφτουν όλα.

~Χειροπέδες στο  Ελληνικό Δημόσιο για χρέη 6,8 δις στους πολίτες.

~Γέρος στα Πατήσια ήθελε να πηδήξει και πήδηξε απ’ το μπαλκόνι.

~Ψαριανός, Άδωνις, Βορίδης και Λοβέρδος εθεάθησαν  στο παραλιακό ταβερνάκι ‘’Η σουπιά’’. Έτρωγαν καβουρόσουπα και έπιναν ξινά σταφύλια.

 ~Ο Φώτης Κουβέλης δήλωσε ότι δεν θα πάει για ψάρεμα με αγκίστρι φέτος. Προέχει η απαγκίστρωση της χώρας, δήλωσε. Σταδιακά μέχρι το 2030.

~Η δημοφιλής στις νοικοκυρές συγγραφέας Λένα Μαντά,  δεν άντεξε άλλο και έβγαλε βαθύ ερωτικό αναστεναγμό μπροστά στις κάμερες. Όσο αντέχει η  ψυχή μας, θα διαβάζουμε άρλεκιν, είπε. Δίνουμε τη μάχη απέναντι στη κρίση, απαλύνουμε  την τρόικα, συμπλήρωσε.

 ~Στο ζωοφιλικό ιατρείο βρίσκεται το γατάκι που απελευθερώθηκε μετά από πεντάωρη χειρουργική επέμβαση στη μηχανή αυτοκινήτου, στο Περιστέρι. Η περιπέτεια του συγκλόνισε το πανελλήνιο. Ο οδηγός το αντιλήφθηκε έγκαιρα απ’το πνιγμένο νιαούρισμα. Ίσα που έπαιρνε αναπνοή. Ο λαιμός του είχε σφηνωθεί στο δακτυλίδι που ανοίγει τα λάδια, το ένα του πόδι ανάμεσα στον ιμάντα κίνησης και στο εφαπτόμενο ρουλεμάν, το άλλο στην στρόφιγγα του καρμπυρατέρ, τα άλλα δύο έκαναν άσκοπες προσπάθειες. Χρειάσθηκε να λυθεί ολόκληρη η μηχανή του αυτοκινήτου επί τόπου, για να σωθεί το άσπρο γατάκι με τα πράσινα μάτια. Στο τέλος το έβγαλαν κατάμαυρο απ’ τα λάδια. αλλά σώο και αβλαβές. Το ενδιαφέρον για γατοθέτηση είναι τεράστιο.

Και δυό λόγια για τον καιρό.
Σε υψόμετρα πάνω από 1200 μέτρα, υπό τη σκιά του έλατου ο Ιούλης είναι απόλαυση. Στην ζούγκλα της πόλης, αναζητήστε τις πλατείες με τα σιντριβάνια.

Ταξιδευτής
4 Ιουλίου 2012

3 Ιουλ 2012

Νυχτερινή πορεία

Καθαρό δροσερό αεράκι κατέβαινε απ’ το βουνό. Πάνω τ’ αστέρια άχνιζαν με φως τον ουρανό. Το φεγγάρι γεμάτο, άνοιγε δρόμο.
Ως το πρωί έπρεπε να φθάσουμε στην κορυφή. 2.150 μέτρα. Εκεί ήταν το καταφύγιο.
Είχαμε στον ώμο ένα σακίδιο, ένα παγούρι με νερό στη μέση και μια ελπίδα. Ότι θα τη συναντήσουμε.
.........

Τι θα συναντήσουμε;
Ποιοι ήμασταν;
Πόσοι ήμασταν;

Δεν ξέρω.

Μόνο περπατούσαμε. Είχαμε περάσει τον ματωμένο από μάχες κάμπο. Ένα δέντρο σκιά μέσα στη νύχτα, φορτωμένο με τις ανάσες των πουλιών.
Από μακριά αλυχτούσε ένα σκυλί. Ένα κουδούνι έκανε σινιάλο.
Όλα μας οδηγούσαν στην κορυφή.
Μες τη νύχτα.

Ταξιδευτής
3 Ιουλίου 2012

2 Ιουλ 2012

Επιτέλους τι θέλει η κυρία Θλιπς;

Νοιώθω ένοχα, αλλά όχι μετανοιωμένος. Χτες το ηλιοβασίλεμα τα χρώματα ήταν μεθυστικά, μόνο τα χελιδόνια κένταγαν. Ομορφιάς σιωπή του ουρανού. Μια παράδοξη ευφορία ψυχής στάλαζε στις κορυφογραμμές των βουνών. Τα πόδια μου πλατσούριζαν στην πισίνα της βεράντας, είχα βουλώσει τα δυό λούκια. Διάβαζα την ειλικρίνεια του Ραπτόπουλου και σιγοτραγουδούσα την υψηλή τέχνη της αποτυχίας. Τσακίζει κόκαλα αυτό το βιβλίο. Και ξαναγεννάει τη σκέψη.
Τότε ήταν που δεν άντεξα. Την άκουσα πάλι να μοιρολογάει, όπως στις κηδείες. Έβλεπε ειδήσεις. Πετάχτηκα πάνω, πήρα ένα σεντόνι που είχε στα πόδια της, το έκανα λωρίδες, τις έδεσα τα χέρια πίσω, μετά τα μάτια, μετά τα πόδια, την πήρα αγκαλιά 52 κιλά είναι όλα κι όλα και την κατέβασα στο υπόγειο. Στο υπόγειο είναι η κάβα με τα κρασιά, τα βιβλία που με σημάδεψαν, ένας πίνακας του Νταλί, κλεμμένος από το Μουσείο της Νέας Υόρκης, και μια ψάθινη καρέκλα παλιού καφενείου.
Την έβαλα πάνω στην καρέκλα, και την έδεσα μαζί της. Η κυρία Θλιπς είχε χλομιάσει, κοντά στα εβδομήντα, τη φοβήθηκα.
Την έχω στο σπίτι εδώ και τρία χρόνια, όταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ την είδα να ψάχνει στα
σκουπίδια του απέναντι σούπερ μάρκετ και της έπιασα κουβέντα. Ευγενική, από ξεπεσμένη αρχοντική οικογένεια. Νησιώτισσα, κυματούσα, θα σας πω άλλη φορά πως ξέπεσε στην στεριά. Ολομόναχη.
Τα τρία αυτά χρόνια υπήρξε μια αρμονική συμβίωση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ή πόλεμος ή συμβιβασμός. Προτίμησα τον συμβιβασμό. Αρμονική;.. τρόπος του λέγειν.
 Η κυρία Θλιπς δεν έκλεινε ποτέ το στόμα της. Μαγείρευε και μνημόνευε. Γαμώ τα μνημόνια, γαμώ τα. Άπλωνε ρούχα και σχολίαζε τα βρακιά. Ένα στόμα, δεν άφηνε κανέναν απ’ έξω. Ανοιχτές πόρτες, παράθυρα, να παίρνει αέρα το σπίτι, διάφανα όλα. Πανέξυπνη, διαβασμένη, όμως.
Όταν την άρπαξα χτες μουρμούριζε πάλι, μόνη της, γιατί οι Ισπανοί;-δεν έλεγε για το ποδόσφαιρο, σιγά που την ένοιαζε- γιατί οι Ιταλοί; εμείς γιατί; Να ασκήσουμε βέτο , να ασκήσουμε βέτο, φώναζε δυνατά μόνη της, λες και είχε αρχίσει ο αγώνας.
Το κλειδί απ΄ την πόρτα του υπογείου το κρατάω εγώ τώρα. Θα την αφήσω ανελέητα, να πεθάνει. Να ησυχάσω απ’ αυτή. Όταν διαπιστώσω τον θάνατό της, θα τη βαλσαμώσω. Και θα την αφήσω εκεί. Να τη βλέπω και να μην ξεχνάω.
Στους γείτονες θα πω ότι πήγε ταξίδι. Στη χώρα της φαντασίας.


Ταξιδευτής
2 Ιουλίου 2012