11 Μαΐ 2014

Ένα βήμα μπροστά



Συναντηθήκαμε στις 5 και 5. Την  περίμενα.
Ήμουν κολλημένος στο τζάμι, με την  παλάμη στο πρόσωπο να κρύβει τον  ήλιο. Κοίταζα μέσα σαν επιθεωρητής του Σέρλοκ Χολμς. Αν δεν ήταν ένα άδειο μαγαζί, θα νόμιζε κάποιος ότι ετοίμαζα διάρρηξη τη νύχτα.
-Είσαι ο Χάρης; 
-Γειά σας κυρία Σφήκα
Έβγαλε το κλειδί από τη τσάντα  της και άνοιξε την ξύλινη πόρτα. Μυρωδιά νοσοκομείου, ίσως έφυγαν τραυματίες οι πρώην ενοικιαστές. Το ηλεκτρικό ήταν κομμένο. Είχε όμως αρκετό φως, ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, η πρώτη  στα μέσα του Μάη. Όλα τα τραπεζάκια του καφέ δίπλα, ήταν γεμάτα από κοντομάνικα μπλουζάκια  στα σώματα νεαρών που διασκέδαζαν ανέμελα το απόγευμα.
Έριξα μια ματιά στο ισόγειο, ανέβηκα στο πατάρι, κατέβηκα στο υπόγειο. Ήταν αυτό που ήθελα. 
-Η πόρτα στο βάθος;
-Πίσω είναι ο ακάλυπτος, ανήκει στο μαγαζί. 
Είπα σχεδόν τέλεια, δεν άντεξα. Ήταν καλύτερο απ’ ότι είχα φαντασθεί. 

Η κυρία Σφήκα, με κοντά μαλλιά σαν της Οντρέ Τοτού στην Αμελί, ντυμένη μ’ ένα λινό πράσινο, σαν τα μάτια της φόρεμα, με γόβες μπαλαρίνας, έμοιαζε γύρω στα σαράντα. Στο πρόσωπό της ξεχώριζε το χαμόγελο και η μύτη της, ίδια με της Μπάρμπαρα Στρέιζαντ.  

Πήγαμε στο Μικέλ για καφέ, όρθιοι στο μπαρ, ήταν γεμάτο. Της  είπα τι θέλω να κάνω, της είπα και πολλά για μένα. Ήταν αρχαιολόγος και δούλευε στην Εταιρεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Μου μίλησε για το Κουρσούμ Τζαμί, για την μόνιμη έκθεση αρχαιοτήτων που φιλοξενείται εκεί, για την Πόλη και τη σιωπή του Τζαμιώτη που διάβαζε, το είχα διαβάσει μόλις βγήκε, τη ρώτησα για το σπήλαιο της Θεόπετρας και ντράπηκε. Δεν το είχε επισκεφτεί, όπως κι εγώ. Είπαμε θα πάμε μαζί, είμαστε απαράδεκτοι.Ένοιωσα τυχερός.
Η Ειρήνη δεν ήταν σαν τους πολλούς ιδιοκτήτες ακινήτων. Ζούσε με τον άντρα της, ήταν πολιτικός μηχανικός με πολλά προβλήματα κι εκείνος και τα δύο μικρά κορίτσια της. Αυτό το μαγαζί το κληρονόμησε από τον πατέρα της, όταν πέθανε πριν  από τρία χρόνια. Δεν πόνταρε τη ζωή της ποτέ στα κληρονομικά των γονιών της. 

Μου είπε ότι συμμετέχει σε μια λέσχη αλληλεγγύης που δημιουργήθηκε εδώ και έξι μήνες και παλεύει ενάντια στους πλειστηριασμούς, τις διακοπές της ΔΕΗ και του νερού και τώρα ήταν υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τον Σύριζα. Πρώτη φορά κατέβαινε στις εκλογές, πάντα ήταν στον αντιεξουσιαστικό χώρο.
- Χρέος όλων μας Χάρη, είναι να διώξουμε όλους αυτούς που έφεραν τη χώρα και εμάς εδώ που φτάσαμε. Δεν έχουμε άλλη λύση, πρέπει να ενωθούμε και να παλέψουμε, όταν το καράβι βυθίζεται δεν κοιτάς τις διαφορές, μας ενώνει η ζωή. Η ζωή των παιδιών μας. Αν και αυτή τη φορά ο κόσμος γελαστεί και δεν αλλάξει ρότα, είμαστε άξιοι της μοίρας μας. 
Τα μάτια της φαινόταν αισιόδοξα, πήρα κι εγώ απ’ τα δικά της.  

Αρκούσε ο λόγος μας, αύριο θα υπογράφαμε το συμβόλαιο, το Ουζερί σχεδόν τέλεια, ήταν ένα βήμα μπροστά. 
Και το πρώτο εξάμηνο δεν ήθελε ενοίκιο. Τόσα άδεια μαγαζιά είπε, αν τα δίναμε στους άστεγους.


Κωστής Ταξιδεύων

11 Μαίου 2014 (7)

10 Μαΐ 2014

Στην εντατική της ουτοπίας


Το ραντεβού με την ιδιοκτήτρια ήταν στις 5 το απόγευμα. Στο Μικέλ καφέ, δέκα βήματα στον πεζόδρομο, από το υπό ονειρίαν  Ουζερί.
Η νύχτα που πέρασε ήταν για μένα οδυνηρή. Δεν έκλεισα μάτι. Μέτρησα ως το χίλια
,τουλάχιστον τρεις φορές. Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. 
Μάης μήνας. Μήνας εκλογών κι εγώ παζάρευα τις ατομικές μου ονειρώξεις.
Μπορεί να ήμουν άνεργος, μπορεί να τα είχα χάσει όλα, δουλειά, γυναίκα, οικογένεια, αλλά στο κάτω κάτω της γραφής, είχα το παιδικό μου δωμάτιο στο Πετρωτό. Και κάποια κρυφή ελπίδα, ότι θα κατάφερνα τον πατέρα να βοηθήσει αν χρειαστεί. Παρά τα γεράματα οι γονείς ήταν ακόμα αυτάρκεις, λιτοδίαιτοι, ολιγαρκείς, σχεδόν ευτυχισμένοι.  Το μόνο πρόβλημά τους ήμουν εγώ. Δεν στέριωνα πουθενά. Ίσως γιατί δεν ήμουν σαν αυτούς. 
Που πήγαινα τώρα μόνος; Που είναι οι μέρες και οι νύχτες των αγανακτισμένων, που είναι οι φωνές και οι σιωπές στις πορείες, οι συμπλοκές με τα ματ της εξουσίας, που είναι ο Χάρης που αγάπησα; Εικόνες περηφάνιας που τώρα στοίχειωναν μέσα μου εφιαλτικά. Αντί να είμαι στη ροή των γεγονότων, έγινα βαλτωμένη στέρνα. Βατράχια κολυμπούσαν στο στομάχι μου.
Αυτό ήταν, πάει τέλειωσε η ζωή μου, την πρόδωσα εγώ ο ίδιος; Σκότωσα τον εαυτό μου;
Ο τόπος έξω βούιζε από συνθήματα, η χώρα μου δεν είχε πάτο στο γκρεμό, η Ευρώπη φλεγόταν εσωτερικά, οι σωτήρες ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια, η λάβα της ανήσυχης σιωπής ήταν κοντά. Εγώ μακριά. Διάβαζα ξανά τα παιδικά μου βιβλία, έβγαινα κι έλεγα κουβέντες του καφενείου, έπαιζα σκάκι με τον Αλέξη, ο μόνος που ήξερε στο χωριό.
Ήταν τα χρόνια που με φόρτωσαν οι απογοητεύσεις; Τι να πει ο πατέρας, από παιδί δεν έπαψε ποτέ να παλεύει, τη γλύτωσε από τους τριεψελίτες στην κατοχή, εξορίες μετά τον εμφύλιο, βασανιστήρια στη χούντα, απογοητεύσεις μετά το 74 και στέκει ακόμα στα ογδόντα επτά του….Σαν λάβαρο στέκει στα μάτια μου, σαν αστραπή με διαπερνάει. Αντί να δίνω, παραιτούμαι στην αγκαλιά της μάνας πάλι, με κανάκευε μικρό, ένας γιός, μοναχογιός. Τώρα με δικαιολογεί με ένα χαμόγελο στο στρωμένο τραπέζι της. 
Τρέχω σε ποιητικές βραδιές, γράφω στο ημερολόγιο σκέψεις που δεν αφορούν κανέναν, πίνω στα μπαράκια και μεθοκοπώ απέναντι στα μάτια μιας μικρής. Και τώρα ήρθε και το Ουζερί να μου πάρει τα μυαλά….
-Πάλι πρωί γύρισες Χάρη, πως είσαι; Και με κοιτάει με σιωπηλό πρόσωπο ο πατέρας.
Όχι, ακόμα δεν μου είπε, δεν σ΄ αναγνωρίζω γιέ μου. Αλλιώς με σφάζει. Με τα μάτια του που ακόμα λάμπουν νιότη.
Είχε φεγγάρι η νύχτα που πέρασε, έρχονταν υγρό αεράκι από το βουνό, μοσχοβόλαγε άνοιξη και βασιλικό στο περβάζι. Ο Αλφρέντο, ο  μικρός παπαγάλος που με ημέρευε κοιμόταν στο σκεπασμένο κλουβί. Εγώ αγρυπνούσα στο δικό μου.  Μια εφιαλτική νύχτα πλάκωσε τις ουτοπίες μου.
Στις  επτά το πρωί, μετά από καιρό πήρα ένα 
zanax
 και κοιμήθηκα..

Κωστής Ταξιδεύων 

10 Μαΐου 2014 (6)

8 Μαΐ 2014

Οι μεγάλες προσδοκίες



                                                                                    





Περιφέρομαι μόνος στη Γλάδστωνος. Πέμπτη απόγευμα. Η αγορά κλειστή. Ήρεμη, γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά, ο ήλιος στη κορυφή του Κόζιακα. Ένα τόπι κι αυτός θα κυλίσει στην πίσω πλευρά του βουνού. Αν ήμουν  απ’ την άλλη πλευρά του βουνού άραγε; 
Διαβάζω ένα σύνθημα στον τοίχο ενός κλειστού, από την κρίση μαγαζιού: Ουτοπία είναι κάτι, που όταν πλησιάζεις ένα μέτρο, απομακρύνεται δύο. Και τι ωφελεί τότε; Σε κάνει να προχωράς.
Βγάζω από την τσάντα μου, ένα ανεξίτηλο μαρκαδόρο και απαντώ: Ουτοπία είναι να πιστεύεις ότι ο κόσμος θα μείνει ο ίδιος.
Εκείνη την ώρα περνάει ένας καλοντυμένος κύριος, με λοξοκοιτάει.
- Βρωμίζεις την πόλη.
Του χαμογελάω. Μετά πιο δυνατά. Η Γλάδστωνος γέμισε από το γέλιο μου. Ο αντίλαλος αντανακλά τα γέλια, όπως στο φαράγγι του Βίκου. Ο κύριος σταυροκοπιέται και φεύγει.
Φοράω το κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι και το σοκολατί παντελόνι. Τρέχω στην άλλη άκρη με τα αθλητικά μου παπούτσια. Ακόμα δεν ξόφλησα, σκέφτομαι. Μπορώ και τρέχω σαν κατοστάρης.
Λαχανιάζω. Κάθομαι στο παγκάκι. Με τους αγκώνες στα πόδια και την αναστροφή της παλάμης στο μάγουλο. Ποτέ το πρόσωπο μες τις παλάμες. Θα πεθάνει η μάνα σου, μην το κάνεις αυτό. Ποτέ όμως δεν πέθανε καμιά μάνα γι’αυτό τον λόγο. Μεγάλωσα με ένα σωρό προλήψεις. Ήμουν μοναχοπαίδι. Ποτέ δεν μ’ άφηνε  μικρό, να κάνω μπάνιο την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος. Ούτε να μετράω τ’ αστέρια. Θα έβγαζα γαρδαβίτσες στα χέρια.  Εγώ βέβαια τα μέτραγα κρυφά τις νύχτες, ποτέ όμως δεν έβγαλα μυρμηγκιές.
Τότε είδα το μαγαζί Επιδιορθώσεις Ρούχων κλειστό, άδειο. Την άλλη φορά το προσπέρασα αδιάφορα. Ενοικιάζεται, πάνω στις ξύλινες πόρτες του. Κόντεμα, στένεμα, φερμουάρ, κουρτίνες. Στα μέτρα σας.
Μια αψίδα ψηφιδωτών για κάγκελα πάνω απ’ την βιτρίνα και μια μαρκίζα  χρώμα κυπαρισσί. Η φαντασία μου έγραψε αμέσως εκεί πάνω, Ουζερί σχεδόν τέλεια. Άρχισε το μάτι μου να ζωγραφίζει  τραπεζάκια από άσπρο μάρμαρο, ψάθινες καρέκλες και στο βάθος κήπος. Φαντάσου η πόρτα στο βάθος να οδηγεί σε κήπο!
Και πατάρι. Η βιβλιοθήκη, η λέσχη σκακιστών… Το πιάνο εκεί στη γωνία. Από κει η κουζίνα του συγγραφέα! Εν ριπή οφθαλμού, σαν έρωτας με την πρώτη ματιά, σαν να το περίμενα από χρόνια…
Έβγαλα ένα βιβλίο, οι μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς που το διάβαζα παιδί, πήρα το μολύβι φάμπερ και σημείωσα το τηλέφωνο.
Έτρεξα ένα κατοστάρι ακόμα στην άλλη άκρη, στο περίπτερο. Το τηλέφωνο το σήκωσε μια ανοιξιάτικη φωνή γυναίκας.
Δώσαμε ραντεβού αύριο. Σήκωσα ψηλά τα χέρια και τις γροθιές σφιγμένες και μ’ ένα άλμα στον ουρανό φώναξα Σχεδόν τέλεια. Ευτυχώς δεν με είδε κανένας αυτή τη φορά.  Η Γλάδστωνος ήταν άδεια.


Κωστής Ταξιδεύων
 8 Μαΐου 2014 (5)





7 Μαΐ 2014

Ουζερί ...σχεδόν τέλεια



Η Μπάγια  δεν είναι και η πιο Άγια απ’ τα χωριά.  Μπά  Άγια; είπαν το ΄55 και την είπαν Πετρωτό. Στο βουνό που τη σκιάζει το πρωί, μόνο πέτρες φυτρώνουν.
Είναι όμως το χωριό μου, και είτε το θέλετε είτε όχι, είναι το καλύτερο χωριό του κάμπου. Όπως και η χώρα η καλύτερη χώρα, η θρησκεία η καλύτερη, η ομάδα η καλύτερη, το κόμμα μου το καλύτερο. Εδώ τελεία.
Το σπίτι είναι στην μια άκρη του χωριού, και το σχολείο απ’ την άλλη. Παλιά είχε και σχολείο. Όταν πήγαινα εγώ σχολείο και ήμουν σχεδόν ένα μέτρο μπόι. Είχα και όνειρα τότε. Πως κάποια μέρα θα φύγω από το Πετρωτό. Ζήλευα χωριά με άλλα ονόματα, όπως το Δροσερό το καλοκαίρι και το Φωτεινό το χειμώνα.
Αλλά δεν διαλέγεις, ούτε τους γονείς σου, ούτε το χωριό σου. Πολλές φορές δεν διαλέγεις, ούτε και τη γυναίκα σου. Ειδικά όταν είσαι τυφλός από έρωτα.
Το σπίτι του πατέρα είναι πέτρινο. Μισό το έκτισε αυτός και μισό ο μάστορας, ο Διαμαντής.
Γεννήθηκα στο ένα δωμάτιο, μεγάλωσα στο άλλο. Έχει και μια μικρή κουζίνα. Τίποτα άλλο δεν έχει. Ο καμπινές ήταν εκατό μέτρα μακριά τότε. Ο πατέρας είπε, ότι θα πάρουμε διαμέρισμα στα Τρίκαλα, να έχει και τουαλέτα. Και πήρε το μικρό, ξενοίκιαστο τώρα, παρατημένο δυάρι. Με κουζίνα και τουαλέτα. Τώρα κολλητά στο σπίτι του χωριού έχει και τουαλέτα. Μόνο που βγαίνεις πάλι από το σπίτι, να πας. Το πρόβλημα της τουαλέτας τότε, ήταν από τα βασικά που οδήγησαν τους ανθρώπους στην πόλη. Μερικοί το θεωρούν το σημαντικότερο, -ίσως και το καλοριφέρ-, της μαζικής φυγής των χωριών στην πόλη. Δουλειά υπήρχε, τα λιβάδια  ήταν γεμάτο κοπάδια με πρόβατα, τα χωράφια έδιναν καρπό. Ένα άλλο πρόβλημα της εποχής του 60, ήταν οι λάσπες. Ο κόσμος νόμιζε, ότι στην πόλη δεν έχει λάσπες.
Εκατό μέτρα μακριά από το σπίτι στο Πετρωτό, μένει  ο Μάριοζ.  Ήρθε στην Ελλάδα από την Πολωνία, όταν στο χωριό οι αγελάδες έβοσκαν ανέμελες, στα καταπράσινα λιβάδια με πουά βούλες. Ακόμα και τα άλογα τότε έμοιαζαν πράσινα. Και ο ήλιος ξαφνικά μια μέρα πρασίνισε.  Μόνο το φεγγάρι ήταν χλωμό. Και τότε και τώρα. Τελικά μόνο το χλωμό φωτίζει τη νύχτα.
Ο Μάριοζ όμως, δεν ήρθε τότε στο Πετρωτό. Ήρθε στον κολοσσό της Ρόδου. Όταν ο κολοσσός κατέρρευσε, το αφεντικό του έκλεισε την ταβέρνα «Το πράσινο χταπόδι», και τον πήρε μαζί του στο χωριό. Θα του έβρισκε δουλειά στα Μαργαριτάρια. Το Πετρωτό όμως δεν είχε μαργαριτάρια, γιατί η θάλασσα  είναι πάνω από ώρα μακριά.
Και ο Μάριοζ έμεινε χωρίς δουλειά.
Το παρατημένο σπίτι που φώλιασε ο Μάριοζ, είναι τέσσερα ντουβάρια από τσιμεντόλιθα και μια σκεπή από τσίγκους. Μαζεύει ξύλα για τη φωτιά και ραδίκια για την κοιλιά. Όταν κατεβαίνει στα Τρίκαλα με κάποιον  χωριανό, πάει στο Lidl και ψάχνει τα σκουπίδια.Τότε ο Μάριοζ γυρίζει μες τη χαρά και η Λίζα κουνάει την ουρά. Η Λίζα είναι ένα όμορφο κανίς καθαρόαιμο  και πανέξυπνο. Και η σύντροφος του Μάριοζ.
Τον Μάριοζ τον συμπάθησα περισσότερο, όταν μια μέρα στο καφενείο του χωριού, ήρθε ο λαχειοπώλης.
- Δεν θέλω κερδίσω εγώ πολλά λεφτά, είπε. Δουλέψω θέλω. Δουλειά τίποτα. Δεν έχει φαί. Είναι άδικο ένας άνθρωπος κερδίσει τέσσερα εκατομμύρια. Πολλοί άνθρωποι κερδίσουν 500 ευρώ καλύτερα. Στους 10 κερδίζουν οι 5. Όλοι κερδίζουν την άλλη φορά.
Κοίταγαν όλοι τον Μάριοζ. Τι λέει αυτός, θυμάται  ακόμα τον Γιαρουζέλσκι. Σαραντάρης ο Μάριοζ, ψηλός, αδύνατος, αεικίνητος, δουλευταράς, -όταν έβρισκε καμιά δουλειά, αλλά έμοιαζε και τεμπέλης στην ηρεμία του χωριού.

- Μάριοζ γιατί δεν πας πίσω στην Πολωνία, του είπα το πρωί.
- Τι κάνω, εκεί χειρότερα. 
- Ο πατέρας σου τι δουλειά κάνει;
- Έφυγε, και έδειξε ψηλά.
- Η μάνα σου; 
- Σύνταξη του  πατέρα. Ένα σπίτι, τρία δωμάτια. Ένα δωμάτιο η μάνα, ένα αδελφός παντρεμένος, δύο παιδιά, το άλλο μικρός αδελφός σπουδάζει μηχανές.
Μάνα πληρώνει σπίτι, αδελφός δουλεύει κλαρκ carfour,φέρνει φαγητό σπίτι.
Τίποτα άλλο. Τίποτα.

Είπα αν καταφέρω και ανοίξω το Ουζερί, θα πάρω τον Μάριοζ μαζί μου. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει το μυαλό μου… από το σχεδόν τέλεια.

Κωστής Ταξιδεύων
7 Μαίου 2014 (4)

2 Μαΐ 2014

Καλύτερα Ουζερί Σχεδόν τέλεια





Δεν έχασα ποτέ την άχνα του χωριού. Ούτε τους παλιούς φίλους.
    Ίσως τους παλιούς συμμαθητές. Ο καθένας μετά το 78 πήρε το δρόμο του. Σπουδές, στρατός, επάγγελμα, οικογένεια, πεθερικά, παιδιά  εξοχικά και όλα τα σχετικά. Οι περισσότεροι γύρισαν πίσω, βολεύει η επαρχία τα παιδιά της.
  ‘Όταν το 88, έφυγα από τις εκδόσεις Ουτοπία, λόγω υπερφόρτωσης συσσωρευμένων ανεκπλήρωτων επιθυμιών, έκανα κι εγώ μια προσπάθεια επαναφοράς. Ήταν η μάνα, που ποτέ δεν κατάλαβε, ότι ζωή μου ανήκε σε μένα κι όχι στην αγκαλιά της.
 Ήταν και η πρόκληση της παρθένας πόλης. Ήταν τότε που η Ελλάδα ανήκε στους Έλληνες και στα περήφανα γηρατειά. Πριν την καταστροφή. Η Ευρώπη μας έδινε προοπτικές, να φτιάξουμε δρόμους επιστροφής. Πέρασαν βέβαια χρόνια, να επιστρέψουμε στην εποχή του 50.
Ήρθα στη πόλη μου. Και έκανα το The last book. Το έκλεισα μετά από τρία χρόνια.
Ο πατέρας ήταν ακόμα νέος. Γεμάτο συμβουλές για τον γιό του Χάρη.
- Να πάρεις και ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, να βάλεις χαρτικά, να ανοίξεις επαφές με τα σχολεία, να βάλεις παιχνίδια, θα σε φάνε τα βιβλία, σε φορτώνουν οι εκδότες.
Ο Χάρης όμως δεν είχε τέτοια χάρη. Και γύρισα πάλι στην Αθήνα.
   Στις εκδόσεις Πνοή, βρήκα αμέσως δουλειά. Και καλό μισθό. Ήταν η εποχή που οι δείκτες ανέβαιναν, με πρώτο μήνυμα το χρηματιστήριο. Τότε πήρα άδεια οδήγησης και το Φίατ.
  Δυό φορές το μήνα ήμουν στο Πετρωτό. Έφευγα Παρασκευή απόγευμα, ξαναγύριζα στην Αθήνα ξημερώματα Δευτέρας. Το Φίατ είχε εφτακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα, όταν έφυγα από το δρόμο. «Αναγκαστική πρόσκρουση επί στηθαίου» έγραψαν οι εφημερίδες. Αλλά μόνο εγώ ξέρω τι έγινε. Εγώ βέβαια επέζησα, έστω κουτσαίνοντας. Για τον Παναγούλη δεν θα μάθουμε ποτέ, γιατί δεν πρέπει να μάθουμε.
 Από τότε οι φίλοι με φωνάζουν Χαρούλη. Από συμπόνια στο κουτσό βάδισμά μου φαίνεται. Οι ξένοι ο κουτσός Χάρης.
      Χτες βράδυ πήγαμε στο Παραμύθι, με τον παιδικό μου φίλο Τόλη. Αγαπάμε και οι δυό το Παραμύθι. Απ’ τα αγαπημένα μπαράκια στα μανάβικα.
 Όταν μετά τα τρία Jack Daniel’s, του είπα για το Ουζερί Σχεδόν τέλεια, μας πήρε το ξημέρωμα.

Κωστής Ταξιδεύων
2 Μαίου 2014 (3)