14 Αυγ 2022

Το σπίτι ήταν παλιό

Εγκατελελειμμένο χρόνια, η σκεπή έμπαζε νερά στη πρώτη βροχούλα, τα παράθυρα τάκανε βόλτες ο αέρας, σκόνες και αράχνες, γεμάτο ποντίκια και κοριούς. Απ' έξω έμοιαζε αγέρωχο, μες τα ζιζάνια της αυλής κατοικούν φίδια και άλλα ερπετά.

Κάποτε, ίσως τα αρχαία χρόνια, είχε μια αρχοντιά, ήταν ένα ωραίο σπίτι που κοίταγε την ανατολή.

Λένε πως το κτισαν σοφοί, άφησε παρακαταθήκες. Ήταν τέτοια η μαγεία που ενέπνεε που το καμάρωναν οι περαστικοί, το ανέδειξαν όσοι το κατοίκησαν.

Εδώ έζησαν μεγάλοι συγγραφείς, επαναστάτες και σπουδαίοι πολιτικοί, επιστήμονες που στήλωσαν τη γη. 

Τώρα όλοι απορούν για την εγκατάλειψη, ίσως είναι αργά πια να συντηρηθεί. Πολλοί υποστηρίζουν την κατεδάφιση, το γκρέμισμα της ιστορίας μια και καλή, οι επιστήμονες μιλάνε για επανεκκίνηση. 

Χρόνια ολόκληρα αυτή η διαμάχη, το σπίτι  στοίχειωσε, μόνο φαντάσματα το πλησίαζαν, τι θα γίνει επιτέλους μ' αυτό το σπίτι;


Ήταν  Αύγουστος μήνας, μαύρα σύννεφα γέμισαν τον ουρανό, αστραπές και βροντές, η μπόρα ήταν τόσο δυνατή, μισή ώρα κράτησε, το πήρε και το σήκωσε ο δυνατός αέρας, το σπίτι σωριάστηκε, κομμάτια και θρύψαλα, ένας σωρός από διεφθαρμένα υλικά. 

Η φύση πάντα δίνει τη λύση, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν.


Κωστής Ταξιδεύων

Αύγουστος 2022

10 Αυγ 2022

Το δύσκολο καλοκαίρι

Αν  δεν κυλάει το νερό οι πέτρες χορταριάζουν, αν λείπει η χαρά η λύπη κάνει αόρατους λάκους πάνω στο σώμα. Ο κάμπος δύσκολος, το βουνό είναι μακριά κι η θάλασσα μακρύτερα. Η άσφαλτος καίει, η χαρά ένοχη αναζητά την ομορφιά στα πράσινα φύλλα των δέντρων.  

Στάσιμη λίμνη, αδιέξοδη κι εγκλωβισμένη η δημοκρατία ασφυκτιά ετούτο το δύσκολο καλοκαίρι.  

Που πήγε το ανέμελο Ελληνικό καλοκαίρι;  Το σφρυγηλό σώμα, το ανάλαφρο στήθος, το  όνειρο του παιδιού, - δεν επικαλούνται πια την αρχαία ελληνική δημοκρατία, η Αφροδίτη στέκεται δακρυσμένη.

 Ένα ναυάγιο γεμάτο σκουπίδια, ένας άντρας σκοτώνει τη γυναίκα του, ένας πρωθυπουργός πυροβολεί την λιπόσαρκη δημοκρατία, οι ωραίοι άνθρωποι πεθαίνουν νωρίς. 

Σουρουπώνει γλυκά ο Αύγουστος, γλυκαίνουν τα σταφύλια, ροδοκοκινίζουν τα ρόδια, ένα ερωτευμένο ζευγάρι σπόμεινε μόνο του στη παραλία. 

Ξεσπάει κι άλλη φωτιά στο δάσος, μέσα στις τόσες φωτιές,  οι φλόγες, ο καπνός, τα δέντρα που πεθαίνουν, σώνεται το οξυγόνο της γης. Νερό από τα βάθη της ποτίζει τις ρίζες των δέντρων, νερό κρύο, δροσερό δροσίζει το ζεστό καλοκαίρι. Μετά το βράδυ, η νύχτα, το φεγγάρι, τ' αστέρια κι Εσύ. 

Η ζωή είναι ωραία,  χαμόγελα τα μάτια σου, μουσική η φωνή σου, άγιο το σώμα σου. 

Αυτό το δύσκολο καλοκαίρι.

24 Ιουλ 2022

Το συρτάρι

Δίπλα στο κρεβάτι το κομοδίνο. Δυό συρτάρια, το κάτω κλειδωμένο, το πάνω ελεύθερο.

Τη νύχτα ακούω θορύβους, είναι η τοξικότητα του κάτω συρταριού. Εγωισμός, αλαζονεία, υποκρισία, ενοχές, αποτυχίες, αδικία, άγνοια, βάρη, ένα εκρηκτικό μίγμα που χρόνια κατατρώει τα σωθικά μου.  Άτιμα όλα τούτα, στήνουν χορό τη νύχτα, τα κλείδωσα δίπλα μου, ποτέ δεν κατάφερα να τα εξαφανίσω απ' το δρόμο μου.

Το πάνω συρτάρι γαληνεύει την τρικυμία μου, εδώ το όνειρο, εδώ το δίκιο, εδώ η φύση της αθώας δημιουργίας. 

Το κλειδωμένο συρτάρι είναι το πρόβλημα. Ούτε η ανθρωπότητα απαλλάχτηκε, ούτε κανένας από την τοξικότητα που δημιουργεί στο δωμάτιο του μυαλού ετούτο το συρτάρι. Το πολεμάς και επανέρχεται, το κλειδώνεις και θορυβεί ασύστολα. 

Άδικο ξόδεμα ζωής, χαμένος χρόνος, αφαίρεση. 

Η πολλή φιλοτιμία βλάπτει σοβαρά την καθημερινή υγεία. Παν μέτρον άριστον σ' έναν  ασύμμετρο κόσμο.


Πάλι ετούτη την ζεστή νύχτα ο ύπνος δεν τον έπιανε. Σηκώθηκε και κατέβηκε στον κήπο. Άρχισε να βγάζει χορτάρια με τα χέρια, το φεγγάρι φώτιζε, η νύχτα έγινε δροσερή. 

Τον βρήκε το πρωί να θαυμάζει την ομορφιά του κήπου. Η ομορφιά, το μόνο καταφύγιο.

22 Ιουν 2022

Δράκοι και νεράιδες

Πρέπει ν' αντέξω, δεν έχω άλλη επιλογή, έλεγε και προχωρούσε μέσα στη νύχτα. Όχι δεν ήταν όλα σκοτάδι, το καλοκαιρινό φεγγάρι έλουζε τον ουρανό. Έψαχνε ένα ξέφωτο, το δάσος ήταν πυκνό, το σώμα του διπλωμένο στα δυό.

Πως βρέθηκε αφημένος εδώ, ούτε ήθελε να ξέρει πια. Σέρνονταν στη γη, κοιτούσε τον ουρανό. Δεν είχε κανένα αποκούμπι, ούτε θρήσκος ήταν, ούτε ταγμένος κάπου, ήθελε έναν άλλο κόσμο αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Ο κόσμος τούτος του έμοιαζε παραμύθι, δράκοι, μάγοι, νεράιδες και ξωτικά. Και βασιλιάδες, τελικά ένα παραμύθι θέλει ο άνθρωπος ν' αποκοιμηθεί.

Έπεσε κάτω, ανάσκελα έβλεπε ένα αστέρι, ήταν η γυναίκα που αγαπούσε.  Ένα αεράκι του δάσους έφερε το άρωμα της, τον χάιδευαν τα ξανθά της μαλλιά, τον πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησε κολυμπώντας στο γαλάζιο της θάλασσας.  Την είδε απέναντι να του χαμογελά, μια νεράιδα κι αυτή. 

Περίεργα που είναι τά όνειρα!

19 Ιουν 2022

Φυγή

Μετά έμπαινε στο όνειρο, εκεί ξαλάφρωνε. Έβλεπε τον κήπο, τα λουλούδια, τα δέντρα να μεγαλώνουν, τον έρωτα να ανθίζει.

Θεσσαλικός κάμπος, εύφορη γη, η άχλυ του πρωινού, το ηλιοβασίλεμα του Κόζιακα.

Η δίνη της εποχής, η βία της ανέχειας, ο πόλεμος τον καθήλωσαν στην αδράνεια του μέλλοντος.

Υπήρξαν, θα υπάρξουν καλύτερες εποχές, ζούμε όμως σε τούτη.

Δεν βολεύτηκε ποτέ, ούτε και τώρα, το όνειρο ήταν ζωή, δυό φορές ζωή.

Έπλασε έναν κόσμο δικό του, ζούσε πια μόνος. Τι μόνος; Τόσα "θυμάμαι" , τόσα βιβλία, τόσα τραγούδια, τόσοι έρωτες!

Η ιστορία γεμάτο πολέμους, αφέντες και δούλοι, το μέλλον ένας αριθμός. 

Πόση ζωή του έμεινε και που να την ξοδέψει;

Όσα δεν έκανε, όσα δεν έμαθε, όσα  τόλμησε, όσα  προσπάθησε έγιναν τώρα μια κουκίδα ζωής.

Έβαλε την κουκίδα στη τσέπη του, είπε: Αύριο μια καινούρια μέρα, μια καινούρια αρχή.

Τόσοι νεκροί, είμαστε ακόμα ζωντανοι!

Το ξημέρωμα τον βρήκε στον αγαπημένο του κόλπο, ο ήλιος μαργαριτάρι στο θαλασσινό νερό.

Έβγαλε την κουκίδα απ' τη τσέπη του, την έκανε μικρό καράβι. Χάθηκε μακριά στην απεραντοσύνη. 

Τι όμορφα είναι τα μάτια σου, όταν κοιτάζω τη θάλασσα, της είπε.