25 Ιαν 2026

Μια βοσκοπούλα αγάπησα

 Δίπλα ακριβώς από το σπίτι των σκύλων ήταν ένα άλλο κτήριο με μεγάλο παράθυρο, η ξύλινη πόρτα έγραφε Δώρα.

-Εδώ τι είναι, είπε η Βίβιαν
-Όλη μέρα κάνω διάφορα, αλλά όταν ανοίγω αυτή την πόρτα σκέφτομαι μόνο τη γυναίκα μου, σαν άλλος Ναζίμ Χικμέτ, σαν τα ποιήματα των 9- 10 μ.μ γίνεται η ζωή μου.
-Μπορούμε να μπούμε, είπα εγώ
-Όχι, δεν θα καταλάβετε, εδώ έρχομαι τη νύχτα, λίγο πριν κοιμηθώ, όταν δεν έχω ύπνο κάθομαι ως το πρωί.
-Νικόλα μας προκαλείς την περιέργεια, είπε η Βίβιαν
-Είναι ένας ιδιωτικός χώρος, ανήκει σε μένα και στη Δώρα. Άνθρωποι χωρίς μυστικά, είναι αδιάφοροι, εγώ είμαι ανοιχτό βιβλίο, είναι το μόνο μου μυστικό.
Η Βίβιαν πήγε κοντά στο παράθυρο, αλλά η κουρτίνα έκρυβε το δωμάτιο.
-Βίβιαν, μην προσπαθείς, είναι ιεροσυλία, μην επιμένεις. Όταν χάνεις το μισό Είναι σου, είσαι μισός. Μόνο μέσα στο δωμάτιο αυτό γίνομαι το Όλον.
Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε από πάνω μας ένα Drone, πέταξε μία πάνινη τσάντα και γύρισε πίσω.
Ο Νικόλας πήρε τη τσάντα και έβγαλε δυό γράμματα.
-Είναι κι άλλοι σαν εμένα, δεν φαντάζεστε πόσοι, έχουμε αναπτύξει ένα σύνδεσμο επικοινωνίας μέσω αλληλογραφίας. Πίσω από τούτο το βουνό είναι ο Πέτρος και η Μάρω, ένα νέο ζευγάρι, από εκεί ήρθε το Drone τώρα. Αν πάτε στο κτήμα τους θα εκπλαγείτε!
Ο Νικόλας άνοιξε τον ένα φάκελο.
Αυτή είναι η πρόσκληση, την Άνοιξη έχουμε πανελλήνια συνάντηση στα Ζαγοροχώρια. Τρεις μέρες γιορτή. Δίπλα στον Βοϊδομάτη.
Το άλλο θέλει μελέτη. Έχω μια αλληλογραφία με κάποιον φίλο που διαβάζουμε και οι δυό Χάιντεγκερ και επικοινωνούμε τις σκέψεις μας. Άλλη μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Κάπως ζέστανε η μέρα. Ο Νικόλας είπε πως πάει να φέρει δικό του τσίπουρο .
Σήκωσε μια καταπακτή και κατέβηκε στο υπόγειο κελάρι. Δέκα μέτρα πιο κει.
Η Βίβιαν έσκασε από περιέργεια, πάλι πήγε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, στην άκρη η κουρτίνα δεν ήταν καλά τραβηγμένη και κρυφοκοίταζε μέσα.
-Βίβιαν τι κάνεις; της είπα, Είσαι απαράδεκτη.
-Έβαλε το δάκτυλο κάθετα στα χείλη της και χαμογελώντας έκανε σουυτ..
Όταν γύρισε ο Νικόλας με ένα μπουκάλι τσίπουρο στα χέρια, η Βίβιαν τον ρώτησε αν ζωγραφίζει.
Ο Νικόλας κατάλαβε.
Μόνο τη γυναίκα μου, είπε.
Όταν ο Νικόλας πήγε μέσα στο σπίτι να πάρει ποτηράκια και μεζέ, η Βίβιαν μου είπε πως εκείνο το δωμάτιο είναι γεμάτο με πίνακες της γυναίκας του. Όσο μπόρεσα να δω, είπε..
Ο Νικόλας έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ να παίζει και γύρισε με έναν ξύλινο δίσκο, τρία ποτηράκια, τυρί, και ελιές.
Το τραγούδι απλώθηκε στην κοιλάδα, Μια βοσκοπούλα αγάπησα.

Ο ήλιος ζέσταινε το πρωινό, τα βουνά γύρω μας στέκονταν περήφανα, οι ευχές των εορτών είχαν τελειώσει, η Ελλάδα ξεκίναγε τον καινούριο χρόνο μες την αβεβαιότητα, η ακρίβεια χόρευε, ο Τραμπ μόλις άρχισε τα νταηλίκια του στον κόσμο, ο Πούτιν έπαιζε το Ρώσικο βιολί, η Ευρώπη ήταν σε χειμέρια νάρκη, ο Έλληνας Πρωθυπουργός έπαιζε τον ρόλο του Mr. Bean, αν και μερικοί λένε πως ο Τέρης Χρυσός του ταιριάζει καλύτερα, εδώ που είμαστε η χειμωνιάτικη πλαγιά ασήμιζε απ΄ τον ήλιο και τα δικά μας μάτια έκοβαν βόλτες στο κτήμα του Νικόλα.
-Ελάτε, καθήστε, σήμερα γιορτάζω τα γενέθλιά μου, γίνομαι εβδομήντα χρονών, είμαι ένα τυχερός άνθρωπος, κατάφερα να φτάσω ως εδώ ψηλά.
-Χρόνια πολλά και καλά, είπε η Βίβιαν, να είσαι υγιής να φτάσεις δημιουργικά ως τα εκατό.
-Άλλα τριάντα χρόνια θα δουλέψω σκληρά, μου καρφώθηκε να γίνω πλούσιος, μετά θα την αράξω να καμαρώνω τα πλούτη μου.
Εγώ είπα μόνο Χρόνια πολλά, δεν τα πάω καλά με τις ευχές, ίσως γιατί είναι μόνο ευχές.
-Στην υγειά μας, ξεκίνησε ο Νικόλας, αυτή είναι η καλύτερη ευχή, όσο είναι γερός ο άνθρωπος δεν πρέπει να κακοφορμίζει μέσα στην χαοτική κατάσταση που έχει πάρει η ανθρωπότητα, ο χρόνος είναι πολύτιμος να τον σπαταλάμε στην ασημαντότητα, δες βαθιά μέσα σου τι θες και ζήστο, όσο και αν είσαι θεατής, όσο και αν διαβάσεις, αν δεν ζήσεις δεν θα γευτείς το μεδούλι της ζωής, όσα λάθη των άλλων δεις, μόνο απ΄ τα δικά σου θα μάθεις.
-Φτάσε εκεί που δεν μπορείς, λέει ο Καζαντζάκης, στην υγειά μας, είπε η Βίβιαν
-Αυτά είναι τσιτάτα που τα ερμηνεύουν όπως θέλουν οι φιλόλογοι, όλα έχουν ειπωθεί, μας απέμεινε όμως η ζωή του καθένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, ένα ολόκληρο σύμπαν, μαζί του αναπνέει όλος ο κόσμος, μαζί του πεθαίνει όλος ο κόσμος.
-Νικόλα το τραγούδι έπαιξε τρεις φορές, είπα εγώ.
Ο Νικόλας πήγε μέσα, γύρισε με ένα πιάτο γίγαντες στο ένα χέρι και ένα κλαρίνο στο άλλο.
-Ακούστε τώρα τη Διαμαντούλα, το αγαπάω αυτό το τραγούδι, έτσι έλεγαν τη μάνα μου, μετά θα σας παίξω κλαρίνο, όσο έμαθα, τώρα μαθαίνω.
Η αυλή γέμισε μουσικές και τραγούδι, ο Νικόλας γιόρταζε.

-Αν μου λείπει κάτι φεύγοντας απ΄ την Αθήνα, είναι οι φίλοι που άφησα, αλλά με έναν παράξενο τρόπο τώρα τους σκέφτομαι πιο πολύ, τους αγαπάω περισσότερο, στην υγειά όλων αυτών των φίλων που σαν σήμερα θα ήθελα να ήμασταν μαζί όπως παλιά.
-Έχει νόημα να ζει κανείς μόνος του, τον ρώτησε πάλι η Βίβιαν
-Ο τρόπος που επέλεξα να ζω έχει το δικό του τίμημα, δεν μπορεί κανένας να τάχει όλα στη ζωή. Έζησα μες τη βουή της πόλης, των απαιτήσεων της δουλειάς, ατέλειωτες συζητήσεις που δεν κατέληξαν πουθενά, ελπίδες που άφησαν μόνο απογοήτευση, δεν αλλάζει εύκολα ο άνθρωπος, μόνο στην πράξη, η πολύ θεωρία με κούρασε.
-Τι εννοείς Νικόλα, ρώτησα εγώ.
-Δήμο ο άνθρωπος στην εποχή μας γερνάει πριν ενηλικιωθεί, κουράζεται πριν ξεκινήσει, τα παιδιά νοιώθουν σαν να βγαίνουν από φυλακή όταν τελειώνουν τα γράμματα και τα πτυχία, μετά μπαίνουν σε μια μεγαλύτερη φυλακή, της δουλειάς, της οικογένειας, έχουν φτάσει στα πενήντα και ονειρεύονται τη σύνταξη. Όλο κάτι περιμένουν, καλύτερα χρόνια, αυτά δεν έρχονται ποτέ. Ο φίλος μου ο Χρόνης έγραψε, Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς…
-Γνώριζες τον Μίσσιο, διάβασα τα βιβλία του είπε η Βίβιαν, θα ήθελα να είχα γνωρίσει κι εγώ αυτόν τον άνθρωπο.
-Έρχονταν κάθε Σάββατο στο Βιβλιοπωλείο, μιλούσαμε με τις ώρες, είδε κι απόειδε και αυτός, αγωνίστηκε, βασανίστηκε, πολεμήθηκε.. Ο Μίσσιος ήταν ένα σύμβολο στην εποχή μας, ποιος δεν τον διάβαζε, εννέα χρόνια στη Μακρόνησο και στον Αι Στράτη, πάλεψε για ένα διαφορετικό κόσμο με όποιες δυνάμεις είχε, δεν συμβιβάστηκε, συγκρούστηκε με τους γραφειοκράτες της Αριστεράς, εκεί να δεις δογματισμό και ματαιοδοξία.
-Ο εμφύλιος καλά κρατεί, οι πληγές που άφησε έχουν τσακίσει τη χώρα, είπε η Βίβιαν. Λες και όλα είναι άσπρο μαύρο, αγκυλωθήκαμε, δεν βλέπουμε καθαρά.
-Το 2010 -12 ήμουν κι εγώ αγανακτισμένος στις πλατείες, ελπίσαμε το 15 στον Σύριζα μήπως κάτι αλλάξει, έγινε κυβέρνηση, περνούσε ο καιρός και ένα σωστό δυό λάθη, όλα του τα συγχωρούσαμε, ψάχναμε να δικαιολογήσουμε το γιατί, δεν υπήρχε γιατί, τόσοι ήταν τόσα κάναν. Στο τέλος φαγώθηκαν μεταξύ τους. Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, βρίσκει δικαιολογίες για ψύλλου πήδημα.
-Νομίζω πως οι προθέσεις ήταν καλές, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με τους άλλους, είπε η Βίβιαν
-Θα έσκιζε τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο, και δεν μπόρεσε να κάνει ένα άρθρο για την προστασία της πρώτης κατοικίας, απεναντίας έκανε ηλεκτρονικούς τους πλειστηριασμούς να μη μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί. Γιατί Αλέξη, η τρόικα…Δεν υπάρχει πιο άτιμο, να ξεσπιτώνεις ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλή κλίνει.
-Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι γερασμένο, με παλιά υλικά δεν κτίζεις καινούριο σπίτι. Είναι ντροπή για τους Έλληνες να αφήνουν μερικές οικογένειες να λυμαίνονται τον πλούτο της χώρας. Από τότε που γεννήθηκα ακούω τα ίδια ονόματα, Έλεος, όπως λέει και ένα σηματάκι στο φατσοβιβλίο, είπε η Βίβιαν
-Τι ξέρεις εσύ από φατσοβιβλίο, αφού συνέχεια το κατηγορείς, χαμογέλασα στη Βίβιαν. Νικόλα έχεις εκείνο το τραγούδι της Αρβανιτάκη για την κλεμμένη ζωή;
-Στην υγειά μας είπε ο Νικόλας, πάω να το ψάξω, έχω τον δίσκο.

-Οι παλιότεροι με δυό κουβέντες λύνανε τον κόμπο.
Ο Μέγας Αλέξανδρος τον έκοψε με το σπαθί του, εμείς μπήκαμε στον λαβύρινθο χωρίς τον μίτο της Αριάδνης και τώρα ζούμε εγκλωβισμένοι σ΄έναν κόσμο που κανένας δεν θέλει. Οι μισοί κτίζουν και οι άλλοι μισοί γκρεμίζουν Δουλειά να έχουμε, είπε ο Νικόλας.
-Έτσι είναι η ζωή, είπα κι εγώ το Αμερικανάκι με στόμφο κιόλας, λες και είπα τη φιλοσοφία του αιώνα. Πολλές φορές στην αμηχανία μου πετάω κάτι τέτοια, αυτό βέβαια δεν ήταν δικό μου, το λένε πολλοί πάνω στη μοιρολατρία τους, το άκουσα κι απ΄τον πρωθυπουργό, αυτός βέβαια το πήγε παραπέρα μίλησε για φυσικό νόμο που δημιουργεί τους πλούσιους και τους φτωχούς, καλά έκανε ξέρει πως έτσι δικαιολόγησε και τη φτώχια και τον πλούτο. Αυτός είναι ηγέτης, θέλει τον λαό του πακέτο, όλα είναι θέμα γέννας, όποιος διαμαρτύρεται ας φρόντιζε να γεννηθεί σε παλάτι. Ας μην έφευγα εγώ στην Αμερική και στην καλύβα που γεννήθηκα θα ήμουν ακόμα. Η εκκλησία το δικαιολογεί βέβαια αλλιώς, ψέλνοντας, πλούσιοι εφτώχευσαν και επείνασαν, οπότε όσοι είναι φτωχοί ας προσεύχονται στον Κύριο και ουκ ελλατοθήσονται παντός αγαθού, αρκεί να μην διαμαρτύρονται και ενοχλούνται οι πλούσιοι. Οι πλούσιοι το μόνο πρόβλημα που έχουν είναι πως δεν αντέχουν την τοξικότητα, όλα τ΄ άλλα τα΄χουν. Και τα δικά τους και των άλλων. Τελικά είναι ωραία να είσαι πλούσιος.
-Κι εσύ Δήμο που έγινες πλούσιος στην Αμερική, είσαι καλά τώρα;
-Στην Αμερική ήμουν πλούσιος, έπαιζα μόνο με αριθμούς, οι λέξεις δεν μ΄ απασχόλησαν ποτέ. Το μόνο που μ΄ ένοιαζε πως θα αυξήσω τον πλούτο να πάρω την προμήθεια. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα γίνομαι φτωχός, εσείς εδώ μόνο με λέξεις συζητάτε. Τα επιχειρήματα των φτωχών, τι σχέση έχουν με τους αριθμούς των πλουσίων;
-Δήμο σταμάτα, ήπιες πολύ! Παραφέρεσαι..
Ο Νικόλας γελούσε, καταλάβαινε και μένα , όχι μόνο την κοφτή λογική της Βίβιαν.
-Στην υγειά μας, στην υγεία των λέξεων Βίβιαν, κατάρα στους αριθμούς Δήμο.
Το πικάπ σταμάτησε, τα σκυλιά γαύγιζαν, ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια τσίπουρο και πήρε το κλαρίνο.
Ο κόμπος λύθηκε από μόνος του, ω τι θαύμα.

Ο Νικόλας μας έκανε ξενάγηση στο κήπο του, τι κήπος, ολόκληρο χωράφι, ένα στρέμμα αμπέλι, ατέλειωτα δέντρα, καρυδιές, φουντουκιές, καστανιές, μηλιές, κερασιές, κρανιές, αρωματικά φυτά, τριανταφυλλιές, και ότι βάλει ο νους..Είναι βέβαια χειμώνας, νεκρή φύση, γυμνά κλωνάρια, την Άνοιξη αλλάζουν όλα.
-Γίνονται σταφύλια σε τούτο το υψόμετρο Νικόλα, τον ρώτησα.
-Είναι μια ποικιλία, Pinot Noir, εξαιρετικό κρασί και τσίπουρο, το τσίπουρο που πίναμε, φεύγοντας θα σας δώσω να πάρετε μαζί σας και κρασί. Υπάρχουν κι άλλες, το Ξυνιστέρι, ο Ροδίτης, αρκεί α τα δουλέψεις σωστά. Το αμπέλι έχει πολύ δουλειά αλλά δίνει μεγάλες χαρές.
-Όλα αυτά τα φροντίζεις μόνος σου, ρώτησε η Βίβιαν, μπορείς;
-Όλα τα μπορούμε, αρκεί να θέλουμε!
-Νερό που βρίσκεις;
-Το νερό είναι το πρώτο που κοιτάς να έχεις, πιο πάνω έχει μια πηγή, το νερό της πέτρινης βρύσης από κει το έφερα. Νερό κρυστάλλινο, παγωμένο το καλοκαίρι, νερό που πίνεις και δοξάζεις τον Θεό.
Κάποιες φορές ανηφορίζω ως εκεί, γονατίζω, καθρεφτίζομαι και πίνω.
Τα πάνελ γυάλιζαν στη σκεπή παράταιρα, όλα ήταν πέτρα ξύλο και χώμα, χρώματα της φύσης, γήινα και ανθρώπινα δημιουργήματα που εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες, τίποτα περιστό, πουθενά σκουπίδια, χώροι καθαροί, καθαρή σκέψη.
-Τα πάνελ στη σκεπή, θυμίζουν σύγχρονη τεχνολογία, είπα
- Αναγκαία επένδυση, έχω όση ενέργεια θέλω, απαλλάχτηκα από τη ΔΕΗ, μια ζωή με το χαρτί στο χέρι στην ατέλειωτη ουρά να πληρώσω το λογαριασμό. Έφευγα από τη ΔΕΗ πήγαινα στον ΟΤΕ, άλλη ουρά, μετά στη Τράπεζα, εκεί να δεις ουρά, ουρά εδώ, ουρά εκεί, γενικά χάσαμε τη ζωή μας στις ουρές. Η τεχνολογία λύνει προβλήματα, αρκεί να σέβεται το περιβάλλον, αρκεί να σέβεται τον άνθρωπο. Δημιουργεί όμως καινούρια.
-Έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα τώρα, είπε η Βίβιαν. Τώρα πληρώνεις με το κινητό.
-Αρκεί να υπάρχουν τα χρήματα, ακούω πως το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού δεν μπορεί να έχει ούτε τα βασικά. Ούτε στον οδοντίατρο δεν πάει.
-Νικόλα μας πήραν τα κινητά, είπα η Βίβιαν, εμείς είχαμε κινητά.
-Και το σουγιά του πατέρα μου, είπα εγώ
-Ποιος, γιατί;
-Το ΒΥΣΜΑ
-Πως μπλέξατε μα αυτούς, αυτοί κόβουν βόλτες στα βουνά να περνάνε την ώρα τους, έχουν εκφοβίσει κόσμο με διάφορα προσχήματα, είχαν έρθει και σε μένα. Είναι μια νεοσύστατη υπηρεσία αστυνόμευσης, πήρε κάπου χίλια άτομα, αντί να πάρει γιατρούς και νοσοκόμους, πήρε αστυνομικούς να επιθεωρούν τα βουνά και τα λαγκάδια. Όταν ήρθαν σε μένα στην αρχή ήταν σκληροί, μετά ηρέμησαν, το έπαιξα δικός τους, να ο καφές, να γλυκό καρυδάκι, να τσίπουρο, τα είπαν όλα, μεγάλοι απατεώνες, με τις ευλογίες της κυβέρνησης, μυστική υπηρεσία είναι με καμουφλαρισμένο όνομα.
Η Βίβιαν διηγήθηκε στον Νικόλα τι μας συνέβη τα χαράματα.
Ο Νικόλας είπε: Μπλέξατε!
Θυμήθηκα πως κι εγώ την ίδια λέξη είπα.
-Αν δεν μπλέξουμε, δεν ξεμπλέκουμε, είπε η Βίβιαν
-Αυτό το ακούω συχνά από έναν νέο πολιτικό που ήρθε πίσω από την Αμερική. Εσύ Βίβιαν αυτό ήθελες να μπλέξουμε;
-Ναι, έτσι πρέπει να γίνει και έτσι θα γίνει, είπε η Βίβιαν

-Πάμε να δείτε το δικό μου καταφύγιο, είπε ο Νικόλας, είναι η δική μου Ενναλακτική λύση 3, όσοι θυμούνται αυτό το βιβλίο στη δεκαετία του 70 καταλαβαίνουν από σύγχρονα παραμύθια, αν ο κόσμος καταστραφεί θα με βρείτε εδώ κάτω, κρασί και τροφή θα έχουμε. Ο κόσμος ζει μες την αυταπάτη και την απάτη.
Κατεβήκαμε αρκετά σκαλιά, ήταν πάνω από πενήντα τετραγωνικά, κτισμένο με πέτρα στους πλαϊνούς τοίχους, μεγάλα μαδέρια στο ταβάνι κράταγαν την ξύλινη οροφή, παλαμισμένο με χώμα το πάτωμα και γύρω γύρω τρία ξύλινα βαρέλια για το κρασί και το τσίπουρο, πατάτες, φασόλια και άλλα τρόφιμα.. Για ώρα πολέμου, είπε ο Νικόλας, σαρκάζοντας τα μελλούμενα, κάθε αγρόκτημα θα έπρεπε να έχει ένα τέτοιο φυσικό υπόγειο, κρατάει σταθερή τη θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι και δεν καταναλώνει ενέργεια. Εδώ διατηρώ φρούτα και λαχανικά για όλη τη χρονιά, όλα είναι προϊόντα που τα παράγω μόνος μου.
-Και πως έφτιαξες αυτό το μεγάλο κελάρι μόνος σου εδώ πάνω χωρίς μηχανήματα, ρώτησε η Βίβιαν
-Έσκαβα και πέταγα το χώμα έξω δέκα μέρες, είχα κουραστεί, πήρα δυό εργάτες από το Βουλγαρέλι, ένα μήνα μας πήγε.
-Ένα μεγάλο καζάνι, σκεπασμένο με ύφασμα τσαντίλας, τι είναι αυτό Νικόλα, τον ρώτησα
-Τσαλαφούτι, φτιάχνω κάθε καλοκαίρι και το διατηρώ όλη τη χρονιά. Θα φάμε το μεσημέρι.
-Τσαλαφούτι, όσες παραλλαγές και να δοκίμασα, σαν το δικό μας τσαλαφούτι δεν βρήκα πουθενά, είπε η Βίβιαν.
-Έχω συνέχεια μια εικόνα στο μυαλό μου, ένα τενεκέ γεμάτο γάλα κρυμμένο μέσα στο Αρκουδόρεμα. Η μάνα μου τα καλοκαίρια έπαιρνε γάλα από τσελιγκάδες και έφτιαχνε τσαλαφούτι και τραχανά, έπηζε και τυρί και είχαμε να περάσουμε, δικά μας πρόβατα δεν είχαμε, έβγαινε πιο φτηνά έλεγε, θα έχουμε να φάμε τον χειμώνα. Κάθε φορά πηγαίναμε στο ρέμα, ξεσκεπάζαμε τον τενεκέ που ήταν μες στο νερό, γεμίζαμε ένα μικρό μπολ και γυρίζαμε πίσω, με οικονομία έλεγε.
-Όλοι έκαναν οικονομία τότε ρε Δήμο, εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου να ψάχνει χαρτί από παλιά εφημερίδα ν΄ανάψει το άλλο μάτι από το πετρογκάζ για να μην κάψει σπίρτο.
-Βίβιαν θυμάμαι τη γιαγιά σου, ήταν πραγματικά τσιγκούνα.
-Έπρεπε να μεγαλώσει έξι παιδιά Δήμο, δεν είναι πλάκα, σήμερα ένα και δεν μπορούμε.
-Γι΄αυτό σε πενήντα χρόνια θα είμαστε οι μισοί, είπε ο Νικόλας
-Αν δεν αλλάξουν τα κοινωνικά δεδομένα, είναι αναπόφευκτο κακό, είπε η Βίβιαν, όλα είναι ενάντια στα νέα ζευγάρια. Πάντα θα υπάρχει κάποια δικαιολογία να μην κάνεις παιδί, τότε έκαναν πολλά παιδιά, έδινε ευχή ο Θεός έλεγε ο παππούς μου, σήμερα κρέμονται από τις ευχές του Μητσοτάκη.
-Ο Μητσοτάκης φταίει και για αυτό, τι θες να πεις δεν πιάνουν οι ευχές του Βίβιαν, είπα χαμογελώντας.
-Δήμο ηρέμησε, δεν λέω για τον σημερινό, για τη δυναστεία λέω.
-Ποια δυναστεία, η Δυναστεία ήταν σήριαλ στην Αμερικάνικη τηλεόραση.
-Και στη Ελληνική ήταν Δήμο, πρώτα είχαμε Βασιλεία και μετά Δυναστεία, πάντα κάτι έχουμε. Δήμο είσαι άσχετος από πολιτική, νομίζεις πως όλα είναι οικονομία, ποτέ δεν κατάλαβες πως χωρίς Δημοκρατία ούτε οικονομία υπάρχει.
-Γιατί χωρίς οικονομία υπάρχει Δημοκρατία;
-Καλύτερα να είμαστε όλοι φτωχοί και "ίδιοι", παρά οι λίγοι πλούσιοι και οι φτωχοί πολλοί.
-Ναι αλλά οι πλούσιοι δίνουν δουλειά στους φτωχούς
-Αυτό μόνος σου το σκέφτηκες Δήμο, αν δεν υπήρχαν οι πλούσιοι δεν θα υπήρχε δουλειά;
-Κάπως αλλιώς το λένε, αυτοί κάνουν τις επενδύσεις.
-Τώρα αν σας κλειδώσω εδώ μέσα, μπορείτε να τσακωθείτε όσο θέλετε, αν βρείτε την άκρη ελάτε επάνω για φαγητό, κοντεύει μεσημέρι, πάω να το ετοιμάσω. Αφήνω ανοιχτά.

Συνέχεια στο Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη

24 Ιαν 2026

" Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη"

 

Μείναμε μόνοι μας στο κελάρι, η ζωή στο υπόγειο είναι βουβή, η Βίβιαν έδενε τα μαλλιά της, εγώ φωτογράφιζα τη σκιά της, μια χαραμάδα φως.
-Πάρε με αγκαλιά, κουράστηκα είπε η Βίβιαν και έγειρε πάνω μου.
-Κι εγώ κουράστηκα, ξοφλημένες θεωρίες η ζωή μας.
-Τι απομένει;
-Μόνο η αγάπη, να μ΄ αγαπάς, όσο μπορείς να μ΄ αγαπάς, να σ΄ αγαπάω, όσο μπορώ να σ΄ αγαπάω.
-Δήμο δεν είναι λέξεις η Αγάπη.
-Τι είναι;
-Στα δύσκολα δεν τα παρατάς και φεύγεις. Αυτό είναι. Είναι θυσία.
-Εδώ είμαι, σαν μην έφυγα ποτέ.
-Άλλος Τσίπρας μου προέκυψε, είπε η Βίβιαν
-Τι σχέση έχει ο Τσίπρας με μας;
-Στα δύσκολα τα παράτησε, δεν τόλμησε, το ίδιο κι εσύ.
-Βίβιαν σταμάτα τις συγκρίσεις, άλλο η αγάπη κι άλλο η πολιτική.
-Το ίδιο είναι.
-Τι λες τώρα;
-Είμαστε το όλον Δήμο, δεν είμαστε τετραγωνάκια που τα τσεκάρουμε που πήγαμε καλά και που όχι.Υιοθέτησα και μεγάλωσα δυό παιδιά, δίδαξα στο Πανεπιστήμιο, έγραψα βιβλία, ναι μεν αλλά, νομίζεις όλα αυτά σε κάνουν από μόνα τους ευτυχισμένο άνθρωπο;
-Μην είσαι αχάριστη, έκανες πολλά!
-Δήμο αν δεν έφευγες τότε θα είχαμε μια ζωή δική μας, όλα θα ήταν αλλιώς, ποτέ δεν μπόρεσα να αγαπήσω άλλον άντρα όπως εσένα. Και ρε φίλε ήμασταν νέοι, είχαμε τη ζωή μπροστά μας. Ούτε ένα παιδί δεν κάναμε μαζί. Φορές σκέφτομαι πως αν μέναμε και στο χωριό, ίσως και να ήμασταν καλύτερα. Το πιο μεγάλο ταξίδι γίνεται μέσα μας.
-Βίβιαν, μην γυρνάς πίσω, ότι έγινε δεν αλλάζει, τώρα είμαστε εδώ και είμαστε μαζί.
-Μαζί, χωρίς τη νιότη μας
-Μα νέοι είμαστε, μπροστά μας έχουμε χρόνια ακόμα. Άκουγα στο ραδιόφωνο μια κυρία μιλούσε για την ποίηση του Ελύτη, νόμιζα ότι ήταν είκοσι χρονών, η φωνή της, η σκέψη της, τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι πέρασε τα ενενήντα.
-Το σώμα της δεν το έβλεπες όμως, αυτή είναι η μαγεία του ραδιοφώνου. Ακούς μόνο τη φωνή και τη σκέψη του εκφωνητή, σκέπτεσαι κι εσύ μαζί, η εικόνα ραγίζει, αφαιρεί τη φαντασία, αποσπά την σκέψη, κερδίζει την προσοχή.
-Το δικό σου σώμα είναι σαν της Αφροδίτης της Μήλου όμως.
~ Η εσωτερική ομορφιά μετράει και η δική μου τσαλακώθηκε από σένα Δήμο.
-Βίβιαν πάντα ήθελες να κολυμπάς στα βαθιά, δεν αντέχω άλλο το υπόγειο πάμε πάνω. Έχω δει ανθρώπους στα ρηχά χαρούμενους και στα βάθη θλιμένους.
- Ρηχός ο πόνος, ρηχή και η χαρά. Θυμήσου τον Νίκο Μπελογιάννη:
“Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να ‘χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ’ τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη….”

Ο ήλιος ψήλωσε, η μέρα ζέστανε, οι μουσικές του Νικόλα πλημμύρησαν την αυλή, το τραπέζι στρωμένο με άσπρο τραπεζομάντηλο, ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια με κόκκινο κρασί.
-Έβαλα να παίζει η αγαπημένη μου κασέτα, ήταν την δεκαετία του 80, τραγούδια που μίλαγαν στην καρδιά μας, τραγούδια που μεγάλωναν τη σκέψη και το μπόι μας. Τότε στις 6 -7 κάθε απόγευμα ήταν "τα τραγούδια της παρέας", όλα ήταν μικρά τότε, τα σπίτια μας μικρά, οι δρόμοι μας μικροί, τα πορτοφόλια μας μικρά, μόνο τα όνειρα ήταν μεγάλα. Και τα τραγούδια μας.
-Έχεις ακόμα κασέτες από τότε Νικόλα, πως άντεξαν.
-Δεν άντεξαν, κάθε φορά που πάνε να φθαρούν τις αντιγράφω, αν δεν συντηρείς τη φλόγα πεθαίνει και η μνήμη.
-Ναι αλλά ο κόσμος προχώρησε, τι ωφελεί να γυρίζεις πίσω, είπα κι εγώ.
-Αυτά είναι τσιτάτα Δήμο. Δίχως την ιστορία δεν υπάρχει παρόν, ούτε μέλλον, τούτος ο τόπος πέρασε πολλά να φτάσει ως εδώ, κάποτε ήμασταν και εμείς νέοι, αν αρνηθείς τη νιότη σου αρνιέσαι τη ρίζα που σε μεγάλωσε. Όλα τα αγαπάω, όσα θυμάμαι, όταν έχω χρόνο σκαλίζω το παρελθόν, άλλοτε νοσταλγικά και άλλοτε βασανιστικά. Όλα είναι μια λέξη, Συγκίνηση.
Αυτή που δεν βρίσκει τόπο να σταθεί σήμερα, θα περιφρονηθεί, θα σαρκασθεί, θα ειρωνευτεί.
-Αν οι λέξεις δεν έχουν την καρδιά τους πεθαίνουν, έτσι Νικόλα, δεν γουστάρω πεθαμένες καλησπέρες, το είπε καλά ο Πασχαλίδης στο Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Τι φρίκη ο κόσμος σήμερα, τριάντα παιδιά δολοφονούνται στην Παλαιστίνη και ούτε ένα δάκρυ.
-Ψυχραιμία παιδιά, δεν σώνεται τίποτα με τα δάκρυα, είπα κι εγώ ένα μοτίβο της εποχής μη χάσω τον "εκσυγχρονισμό μου"
-Τα καλύτερα τραγούδια γράφτηκαν ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ Δήμο. Δίχως συγκίνηση είναι στέρφα η φαντασία, είπε ο Νικόλας και πήγε να φέρει τη φωτογραφική μηχανή.
Γύρισε με μια Nikon F2 σαν αυτή που είχε ο Κλιντ Ίστγουντ, στις Γέφυρες του Μάντισον.
Την άφησε πάνω στο τραπέζι.
Στην υγειά μας, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.
Ακουγόταν το Μεγαλυνάρι του Νικηφόρου Βρεττάκου, τραγουδούσε η Χορωδία Τρικάλων, το λατρεύω αυτό το τραγούδι είπε η Βίβιαν.
Όταν δέσουν οι στίχοι, η μουσική η φωνή τότε γεννιέται ένα κράμα που σε πάει στο Θεό.
Ένα πεύκο φυτρώνει στο Σούνιο, άλλο ένα καταμεσής στην άσφαλτο.
Ο νους ανεβαίνει στο Έβερεστ, εκεί γράφω το Ό νομά σου και κατεβαίνω πάλι ταπεινά στη γη, να υμνήσω Εσένα.
Πέλαγος η μουσική, πιο βαθιά απ΄το Αιγαίο, πιο γαλαζοπράσινη απ΄το Ιόνιο, ως το Κρητικό πέλαγος ανοίγει ορίζοντες, μυρίζει θυμάρι στον Αίνο της Κεφαλονιάς, πετάει στην κοιλάδα με τις πεταλούδες στη Ρόδο, κολυμπάει στα γαλάζια νερά της Μήλου, φθάνει στα μυστικά της Σαμοθράκης, ξενυχτάει στη Ικαρία, τρελαίνει τους τουρίστες στον Λαγανά, αγιάζει τους καλόγερους στο Άγιο όρος, περπατάει στα δάση με τα πεύκα της Εύβοιας, κυλάει μες τα νερά του Βοϊδομάτη, αγκαλιάζει όλη την Ελλάδα, τον γαλανό ουρανό, το πράσινο της Άνοιξης, ίδια με το Ελληνικό Καλοκαίρι κάνει βουτιές στα καζάνια του Αχελώου.

Ο Νικόλας πήρε τη μηχανή να φωτογραφίσει τη ΒίΒιαν, η Βίβιαν αρνήθηκε, μετά από τη νύχτα που πέρασα μόνο φωτογραφία δεν θέλω, είπε.
Τότε ο Νικόλας μας είπε πως από την πρώτη στιγμή που είδε την Βίβιαν, φαντάστηκε την Δώρα στην ηλικία της, δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Είπε πως έμοιαζαν σαν δυό σταγόνες νερό και όλη αυτή η ομοιότητα τον έχει αναστατώσει, έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία της Δώρας στα πενήντα τρία της, δύο χρόνια πριν πεθάνει. Ήταν ίδιες, πράγματι. Η Βίβιαν είδε τον εαυτό της νεότερο, εγώ τη Βίβιαν σε μια φωτογραφία που της έβγαλα μπροστά στο μουσείο του Λούβρου, ο Νικόλας την γυναίκα που αγάπησε πριν η αρρώστια κλέψει την ομορφιά της.
Έπεσε βαθιά σιωπή, ο Πουλόπουλος την έκανε ακόμα βαθιά, λες και τον είχαμε παραγγελία εκείνη την ώρα, πέσαμε κι εμείς στα πατώματα ή καλύτερα πάνω στον Δρόμο και ήταν μέρα μεσημέρι. Πληγές που άνοιξαν, ο καθένας μας είχε το δικό του λόγο.
Η Βίβιαν έλυσε τη σιωπή.
-Νικόλα σε παρακαλώ σταματάς αυτή την κασέτα. Και μετά βγάλε όσες φωτογραφίες θες, τίποτα δεν αλλάζουν οι φωτογραφίες, ο κόσμος ζει μέσα μας, μόνο μη μου ζητήσεις χαμόγελα. Από τότε που βγήκαν τα κινητά ξεχείλισαν οι φωτογραφίες, όλες ίδιες, όλες όμορφες, όλες χαμογελαστές, όλα καλά κι όλα ωραία. Τόσος ναρκισσισμός δεν υπήρξε ποτέ.
Ο Νικόλας υπάκουσε, έκλεισε τη μουσική και πήρε τη μηχανή, ένα κλικ και τέλος. Μου αρκεί.
-Σ΄ ευχαριστώ Βίβιαν, είπε, και κύλησε ένα δάκρυ απ΄τα μάτια του.(Το δάκρυ βέβαια ήταν ένα, ή από το δεξί ή από το αριστερό βγήκε, και από τα δυό πάντως δεν γίνεται).
Η Βίβιαν πάλι έδενε τα μαλλιά της, δεν είπε τίποτα. Συνήθως στο Ευχαριστώ λέμε Παρακαλώ.
Ο Νικόλας έφερε μια πιατέλα με μικρά μεζεδάκια, κεφτεδάκια, λουκάνικα, σουβλάκια, σνίτσελ, την έβαλε στο κέντρο του τραπεζιού. Η Βίβιαν σηκώθηκε και πήγε να βοηθήσει, έφερε τρία άσπρα πιάτα, και μαχαιροπήρουνα, ο Νικόλας έφερε πατατοσαλάτα και τσαλαφούτι. Η Βίβιαν έφερε ένα πιάτο βλίτα, εγώ μόνο χόρτα θα φάω είπε.
Είπα να κάνω κι εγώ κάτι, γέμισα τα ποτήρια κόκκινο κρασί, το ένα το παραγέμισα κι έβαψε κόκκινο το άσπρο τραπεζομάντηλο. Ο Νικόλας είπε δεν πειράζει, η Βίβιαν μου είπε, πάντα απρόσεκτος είσαι Δήμο.
-Χρόνια πολλά Νικόλα, να είσαι πάντα ο εαυτός σου, είπε η Βίβιαν!
-Αν δεν ήσασταν εδώ θα ήμουν μόνος μου σήμερα, ελπίζω να μη χαθούμε.
-Πόσες φορές δεν είπαμε να μη χαθούμε με ανθρώπους που ήρθαμε κοντά και χαθήκαμε, είπα εγώ και κατάλαβα πόσο μόνος μου έμεινα.
Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας, έγραψε ο Ελύτης.


Ηλιόλουστη καθαρή χειμωνιάτικη μέρα του Γενάρη, η κοιλάδα του Νικόλα γιορτάζει, ο κόσμος μοιάζει ανύπαρκτος, τα έλατα, ο γαλανός ουρανός, το κόκκινο κρασί, οι ανέμελες σκέψεις, τα σκυλιά μας κοιτούν στα μάτια, μια κατσίκα βελάζει, τα δέντρα στο κτήμα γυμνά περιμένουν την άνοιξη, αλλού πολεμάνε, αλλού σκοτώνονται, αλλού πεθαίνουν, εδώ όλα είναι μια Κυριακή απόγευμα, χαλαρώνουν με τη φωνή της Αρλέτας και σιωπή του βουνού.
-Κάποτε, μετά από χρόνια τούτη η εποχή θα μοιάζει σαν τη δεκαετία του 30, είπε ο Νικόλας. Αυτή η αβεβαιότητα κάπου θα βγάλει. Και δεν θα αργήσει. Όταν τα προβλήματα φτάνουν στο απροχώρητο για τους πολλούς, όταν ο πλούτος της χώρας συσσωρεύεται στους λίγους, όταν τα σκάνδαλα βουλιάζουν τη χώρα, ποιος μπορεί να φανταστεί τι άλλο θα γίνει ή τι πρέπει να γίνει να ξεσηκωθεί ο λαός και να πάρει στα χέρια του την πορεία του τόπου.
-Είναι δύσκολο Νικόλα, η εξουσία έχει γίνει ανίκητη, ελέγχει τα πάντα, η προπαγάνδα που υφίσταται ο κόσμος είναι πρωτοφανής, είπε Η Βίβιαν. Ακόμα και οι λέξεις έχασαν το νόημα που είχαν, δεν υπάρχει μπέσα σήμερα. Έφτιαξαν την κοινωνία του "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Ο Όργουελ έχει ξεπεραστεί, η εξουσία πάντα θα πετάει ένα κόκαλο στους φτωχούς και θα καρπώνεται το φιλέτο. Κι από πάνω ο καημένος πολίτης θα πανηγυρίζει κιόλας.
-Φτάσαμε να εισάγουμε ποδοσφαιριστές αξίας όσο ένα νοσοκομείο, άρτος και θεάματα είναι ικανά και βολικά να αλλοιώνουν συνειδήσεις και οράματα.
-Εισάγουμε τα πάντα, αυτοκίνητα, μηχανές, ψυγεία, πλυντήρια, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία ..και λεμόνια. Εντάξει ρε Νικόλα, τα πλυντήρια τα χρειαζόμαστε να ξεπλένουμε τα σκάνδαλα, αλλά και λεμόνια.
Έπρεπε να πω κι εγώ κάτι, είπα: Όλα είναι θέμα οικονομίας, είπα με ύφος Στουρνάρα, η οικονομία κινείται αλλιώς σήμερα, επενδυτικά.
-Επενδύσαμε. Έχουμε τα καλύτερα γκαρσόνια στην Ευρώπη, ακόμα και μες τη θάλασσα σερβίρουν κολυμπώντας, είπε ο Νικόλας.
-Εξάγουμε κιόλας Νικόλα, στέλνουμε έξω τους καλύτερους επιστήμονες, τα καλύτερα μυαλά στις πιο παραγωγικές ηλικίες. Αυτό οι ξένοι το εκτιμάνε και έρχονται διακοπές εδώ τα καλοκαίρια. Μια φέτα καρπούζι με μια χάρτινη ομπρελίτσα θα μας σώσει.
Επιτέλους βρήκα κάτι σωστό κι εγώ να πω πάλι: Αν δεν σωθούμε μόνοι μας ούτε το καρπούζι θα μας σώσει.
Τελικά κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιος θα μας σώσει. Άλλοι λένε ο Άδωνης με τη φωνή του, άλλοι ο Ανδρουλάκης με το ύφος του, κάποιοι λένε μόνο οι κηραλοιφές απαλύνουν τον πόνο, άλλοι μιλάνε με πόσο σκέρτσο χορεύει ο Κουτσιούμπας, υπάρχει και ο Φάμελλος ο Σωκράτης που διορθώνει το σπίτι του ακόμα, ένας γείτονας λέει πως η Λατινοπούλου είναι όμορφο κορίτσι και θα πνίξει όλους τους μετανάστες, άλλοι περιμένουν τον Μεσσία, ακόμα λένε είναι σε χειμέρια νάρκη, άμα ξυπνήσει θα δείτε… Ε δεν μπορεί κάποιος απ΄ όλους αυτούς θα μας σώσει όπως παλιά.
Να είστε αισιόδοξοι, αρκεί να δώσουμε τη δυνατότητα στον καθένα να ξεδιπλώσει τις αρετές του.
Όπως παλιά!


Καλοκαίρι 2026
Η Βίβιαν ήρθε από πάνω μου την ώρα που γράφω, άρχισε πάλι να με ειρωνεύεται πως γράφω κείμενα για πουλάκια, -εντωμεταξύ ούτε ένα πουλάκι δεν κελάηδησε ως τώρα πέρα από τον δικό της τον κοκκινολαίμη, για αστέρια, - εντωμεταξύ όλη νύχτα είχε συννεφιά, λέει πως ο κόσμος έχει προβλήματα και συ κάθεσαι και ονειροπολείς φευγάτος.
-Τι θες να κάνω, την ιστορία αφηγούμαι
-Και ποιόν ενδιαφέρει η δικιά μας εκδρομή, σπουδαία γραφή να γράφεις πως δένω τα μαλλιά μου.
-Εσύ που ξέρεις ότι γράφω για τα κοτσιδάκια σου, ούτε για την πασχαλίτσα έγραψα, ούτε για τη μαργαρίτα, σιγά τα κοτσιδάκια σου, δεν εξηγείται αλλιώς άνοιξες τον υπολογιστή μου, παραβίασες το προσωπικό μου απόρρητο.
-Ξέρεις καλά αυτό δεν θα το έκανα ποτέ.
-Τότε που ξέρεις;
-H Βασίλω μου είπε, τη βρήκα στον μπακάλη.
-Η Βασίλω δεν ξέρει να διαβάζει, πως το είδε;
-Της το είπε ο Λίας, που το είδε στο ίντερνετ, και γιατί ανεβάζεις την ιστορία στο ίντερνετ πριν την γράψεις καν, σε ξέρω καλά, θα την παρατήσεις στη μέση.
-Θα τα καταφέρω, θα δεις και ούτε για τα κοτσιδάκια σου θα πω τίποτα, να πάλι τα μαλλιά σου δένεις με χελώνα τώρα, μάζεψες όλα τα ζωάκια να δένεις τα μαλλιά σου.
-Με τέτοια ζέστη τι θες να κάνω;
-Να τα κόψεις κοντά.
Κουβέντα στην κουβέντα πάλι θα καταλήγαμε σε καυγά, δεν είναι εύκολη η συγκατοίκηση με τη Βίβιαν, βέβαια το ίδιο λέει κι αυτή για μένα. Ευτυχώς που χτύπησε το τηλέφωνο, αλλά κι αυτό μου το έκλεισε στα μούτρα χωρίς να φταίω εγώ…
Ήταν μια ωραία φωνή από τη Vodafon, μόνο ένα ναι πρόλαβα να πω και άρχισε να μου λέει μια μεγάλη προσφορά της εταιρίας, πως μπορώ να μιλάω όσο θέλω, να μπαίνω όση ώρα θέλω στο ίντερνετ και να στέλνω όσα μηνύματα θέλω. Της είπα πως είναι πλουσιοπάροχη με πολλά χαρίσματα και πως συμφωνώ, αρκεί να μου κάνει η εταιρία ένα αυτοκίνητο που θέλω δώρο. Της είπα πως ξέρω τι θέλω δεν θα την παιδέψω, της είπα μάρκα, μοντέλο και χρώμα.
Κύριε νόμιζα πως μιλούσαμε σοβαρά είπε και μου το έκλεισε με δύναμη.
Άκου να μου κλείσει το τηλέφωνο, έβαλα μια παγωμένη βότκα με λεμόνι να το χωνέψω..
Έτσι όμως χάνεις τη ροή της ιστορίας και γράφεις άρες μάρες κουκουνάρες να γεμίσεις το χαρτί.
Άστο καλύτερα αύριο, "αν δεν έχεις κάτι να πεις μη λες τίποτα", αυτό το λέει συχνά η Βίβιαν.

Μπορεί να μας σώσει ο έρωτας, είπε ο Νικόλας, περιχαρακώνουμε τον έρωτα στην έλξη των φύλων, δεν είναι μόνο αυτό. Αν ότι κάνεις δεν σε συναρπάζει, αν δεν το σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς, άστο καλύτερα. Η δικιά μου ζωή έτσι ήταν, τώρα δεν είναι, μεγάλωσα, μίκρυναν τα όνειρα. Οι άνθρωποι δεν αφήνονται, ο ορθολογισμός τους τσάκισε. Μετά τους ναρκώνουν τα προβλήματα που δεν θα υπήρχαν αν λειτουργούσαν με το νου και την καρδιά. Έρωτας είναι ότι ονειρεύτηκες. Η δουλειά σου, ο κήπος σου, οι φίλοι σου, τα βιβλία σου, οι μουσικές σου, ένα ποτήρι δροσερό νερό το καλοκαίρι, μια πεταλούδα στα μαλλιά σου, οι στιγμές σου, αυτή είναι μια στιγμή μας που θα θυμάμαι. Μια νύχτα που χόρευε στους ώμους σου μια όμορφη γυναίκα κι ας χάθηκε την άλλη μέρα, μια ταινία που είδες με την αγαπημένη σου στο σινεμά ο Παράδεισος, ένα τραγούδι που άκουγες ένα καλοκαιρινό βράδυ δίπλα στη θάλασσα, μια αγκαλιά λουλούδια που χάρισες στα γενέθλια στη μάνα σου, το μοναδικό δάκρυ που είδες του πατέρα σου, έρωτας είναι τα παιδιά που μεγάλωσες, είναι το θαύμα που γεννήθηκες. Έρωτας είναι να ξυπνάς πρωί να δεις την ανατολή, να κάνεις ενός λεπτού σιγή το ηλιοβασίλεμα, να παίζεις σαν μικρό παιδί με τα σκυλιά σου, να παρατηρείς τους ανθρώπους, τα βουνά και τις θάλασσες, τα φυτά και τα ζώα, έρωτας είναι να αγαπάς όλο τον κόσμο στο πρόσωπο του ενός. Ο έρωτας είναι η ανιδιοτέλεια, σε έναν κόσμο ιδιοτέλειας, να δίνεις, να δίνεσαι. Ο έρωτας θα γίνει αγάπη, η αγάπη θα φέρει αγάπη, η ζωή θα γεμίσει με τα σημαντικά, να τραγουδάς, να χορεύεις, να ζωγραφίζεις, να μετράς τις χαρές ίδια με τις λύπες.
"Δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας. Ας κάνουμε τη στιγμή αυτή αιωνιότητα. Άλλη αθανασία δεν υπάρχει." γράφει ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο.
Ο Νικόλας γέμισε τα ποτήρια κόκκινο κρασί.
Στην υγειά του έρωτα, είπε.
-Το πρόβλημα είναι πως ο έρωτας περνάει, είπε η Βίβιαν. Είναι σαν το τζιτζίκι, ζει χρόνια μες τη γη και μόλις βγει για ζευγάρωμα πεθαίνει.
-Το τζιτζίκι σμίγει τον έρωτα με τον θάνατο. Μόλις ζευγαρώσει, επειδή ξέρει πως θα χαθεί ο έρωτας πεθαίνει. Του φτάνουν φαίνεται οι πέντε εβδομάδες να πάει στην αιωνιότητα
-Νικόλα το κάθε ον έχει τη μοναδικότητα, ανώφελη η σύγκριση.
-Βίβιαν έχουμε όλα τα όντα ένα κοινό, μας περιμένει ο θάνατος. Το τζιτζίκι ζει και τον έρωτα και τον θάνατο σύντομα. Πεθαίνει τραγουδώντας και τον έρωτα και τον θάνατο. Έζησε.

27 Ιουν 2023

Ασκήσεις επί χάρτου

 

Αν ο Σύριζα φρόντιζε να φτιάξει έστω ένα κανάλι δικό του, το οποίο θα εξέπεμπε ήθος και ύφος, πολιτισμό κι αξιοπρέπεια...
Η συντριπτική πλειοψηφία της τέχνης και των γραμμάτων στη χώρα μας δεν είναι δεξιοί, αποκλεισμένοι είναι.
Αν μοίραζε τα 37 δις στις ασθενέστερες τάξεις πριν το 19...-θα είχε χρόνο στη δεύτερη θητεία να κάνει το μαξιλάρι, δεν θα είχαμε φτάσει στη σημερινή κατάντια της βουλής.
Τα φασιστικά κόμματα επωάζονται στις δεξιές πολιτικές, στη βαρβαρότητα της νεοφιλελεύθερης εποχής και στη περιρρέουσα υποκουλτούρα.
Σε μια καπιταλιστική ζούγκλα δεν πας με το σταυρό στο χέρι. Σ' έφαγαν, έχουν πανοπλία οι άλλοι.
Η Ν.Δ μοίρασε 60 δις, ανέβασε 40 δις το χρέος, έκανε πολιτική με αλλονών θυσίες, έτσι κυνικά...
Αυτά καταλαβαίνει ο κόσμος δυστυχώς, δυστυχώς.

20 Απρ 2023

Πέταγε πετρούλες στη λίμνη μονολογώντας...

Κι έρχεται η στιγμή της απόφασης, με ποιούς θα πάω και ποιούς θ' αφήσω. Η δυνατότητα αυτή στη Δημοκρατία έρχεται, - όπως κι αν έρχεται, κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι δικαίωμα και περισσότερο υποχρέωση. Όποιος απέχει χάνει και την την διαμαρτυρία στα μέλλει γενέσθαι. Το " Όποιος δεν μετέχει στα κοινά.. είναι άχρηστος πολίτης" Περικλής 460 π. χ φωνάζει πάντα! Η επιλογή κυβέρνησης δεν είναι τατουάζ, είναι τρόπος ζωής. Είναι το τόξο στο βέλος μας. "Μα κανείς δεν με εκφράζει, όλοι παίζουν το παιχνίδι τους. Οι έχοντες την οικονομική επιφάνεια ασχολούνται με την πολιτική. Ποιός εργαζόμενος της επιβίωσης μπορεί να επιδιώξει θέσεις αξιωμάτων; " Το "όλοι ίδιοι είναι" είναι υπεκφυγή, δεν πάει πουθενά. Υπάρχει και η θεωρία της σχετικότητας. Του καλύτερου εκπροσώπου των αξιών μας. Είναι ένα βήμα μπροστά. Αλλιώς περιμένεις την ιδανική κοινωνία ή τη δευτέρα παρουσία. Ή ψηφίζεις ΚΚΕ. Θα ήταν ωραίο να βλέπουμε αυτά που μας ενώνουν και όχι αυτά που μας χωρίζουν. Ο στόχος είναι κοινός, από ποιό μονοπάτι θα πάμε το πρόβλημα και το εμπόδιο. Αυτό εκμεταλεύονται οι στυγνοί καπιταλιστές χρόνια και χρόνια, ενώ είναι μειοψηφία στο λαό, αλωνίζουν στις πλάτες του... Οι νέοι έχουν προβάδισμα, σ' αυτούς ανήκει το μέλλον. Ας μην αφήσουν γερασμένες σκέψεις να το σαπίζουν. Βραδιάζει πάλι απόψε, μετά τη δουλειά, μετά την τετραετία που πέρασε η χώρα, μετά τη νύχτα ας ξημερώσουμε κρατώντας ένα όνειρο για τη χώρα μας, για τη ζωή μας, ας ημερώσουμε λίγο από την άγρια ζούγκλα, από την παραπολιτική, από την βαρβαρότητα της εποχής. Πέταγε πετρούλες στη λίμνη μονολογώντας...

8 Απρ 2023

Τα τραγούδια της χτεσινης μέρας

Βουτιά στην άνοιξη, ταξίδι στη νιότη, ήταν μια όμορφη εποχή.

"Θάλασσα πλατιά, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις τόσο". 

Το μπαράκι με το πάγκο της καρυδιάς, στους τοίχους ασπρόμαυρες φωτογραφίες,  o Elvis Presley, o Jim Morison, η Tzanis Joplin, οι Pink Floyd τραγουδούσαν το The Wall, η Barbra Streisant έπαιζε "τα καλύτερά μας χρόνια", η Χαρούλα και η Δήμητρα τραγουδούσαν τον έρωτα κι εμείς νέοι, ερωτευμένοι, ονειροπόλοι...

Γέμισε παπαρούνες το χωράφι, τα δέντρα μοσχοβολούν άρωμα, ίδιο με το δικό σου. Νύχτωσε, κρύωσε, ντύσου καλά κι έλα απόψε να χορέψουμε τη χαμένη νιότη μας, τον έρωτα που χάθηκε, τα όνειρα που γέρασαν, έλα απόψε να γιορτάσουμε την αγάπη, να φωνάξουμε στα αστέρια για τη ζωή που μας πήραν, να τραγουδήσουμε τα τραγούδια της χτεσινής μέρας. 

Μη βάψεις τα χείλη σου, θέλω να τα φιλήσω απόψε!