-Πάμε να δείτε το δικό μου καταφύγιο, είπε ο Νικόλας, είναι η δική μου Ενναλακτική λύση 3, όσοι θυμούνται αυτό το βιβλίο στη δεκαετία του 70 καταλαβαίνουν από σύγχρονα παραμύθια, αν ο κόσμος καταστραφεί θα με βρείτε εδώ κάτω, κρασί και τροφή θα έχουμε. Ο κόσμος ζει μες την αυταπάτη και την απάτη.
Κατεβήκαμε αρκετά σκαλιά, ήταν πάνω από πενήντα τετραγωνικά, κτισμένο με πέτρα στους πλαϊνούς τοίχους, μεγάλα μαδέρια στο ταβάνι κράταγαν την ξύλινη οροφή, παλαμισμένο με χώμα το πάτωμα και γύρω γύρω τρία ξύλινα βαρέλια για το κρασί και το τσίπουρο, πατάτες, φασόλια και άλλα τρόφιμα.. Για ώρα πολέμου, είπε ο Νικόλας, σαρκάζοντας τα μελλούμενα, κάθε αγρόκτημα θα έπρεπε να έχει ένα τέτοιο φυσικό υπόγειο, κρατάει σταθερή τη θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι και δεν καταναλώνει ενέργεια. Εδώ διατηρώ φρούτα και λαχανικά για όλη τη χρονιά, όλα είναι προϊόντα που τα παράγω μόνος μου.
-Και πως έφτιαξες αυτό το μεγάλο κελάρι μόνος σου εδώ πάνω χωρίς μηχανήματα, ρώτησε η Βίβιαν
-Έσκαβα και πέταγα το χώμα έξω δέκα μέρες, είχα κουραστεί, πήρα δυό εργάτες από το Βουλγαρέλι, ένα μήνα μας πήγε.
-Ένα μεγάλο καζάνι, σκεπασμένο με ύφασμα τσαντίλας, τι είναι αυτό Νικόλα, τον ρώτησα
-Τσαλαφούτι, φτιάχνω κάθε καλοκαίρι και το διατηρώ όλη τη χρονιά. Θα φάμε το μεσημέρι.
-Τσαλαφούτι, όσες παραλλαγές και να δοκίμασα, σαν το δικό μας τσαλαφούτι δεν βρήκα πουθενά, είπε η Βίβιαν.
-Έχω συνέχεια μια εικόνα στο μυαλό μου, ένα τενεκέ γεμάτο γάλα κρυμμένο μέσα στο Αρκουδόρεμα. Η μάνα μου τα καλοκαίρια έπαιρνε γάλα από τσελιγκάδες και έφτιαχνε τσαλαφούτι και τραχανά, έπηζε και τυρί και είχαμε να περάσουμε, δικά μας πρόβατα δεν είχαμε, έβγαινε πιο φτηνά έλεγε, θα έχουμε να φάμε τον χειμώνα. Κάθε φορά πηγαίναμε στο ρέμα, ξεσκεπάζαμε τον τενεκέ που ήταν μες στο νερό, γεμίζαμε ένα μικρό μπολ και γυρίζαμε πίσω, με οικονομία έλεγε.
-Όλοι έκαναν οικονομία τότε ρε Δήμο, εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου να ψάχνει χαρτί από παλιά εφημερίδα ν΄ανάψει το άλλο μάτι από το πετρογκάζ για να μην κάψει σπίρτο.
-Βίβιαν θυμάμαι τη γιαγιά σου, ήταν πραγματικά τσιγκούνα.
-Έπρεπε να μεγαλώσει έξι παιδιά Δήμο, δεν είναι πλάκα, σήμερα ένα και δεν μπορούμε.
-Γι΄αυτό σε πενήντα χρόνια θα είμαστε οι μισοί, είπε ο Νικόλας
-Αν δεν αλλάξουν τα κοινωνικά δεδομένα, είναι αναπόφευκτο κακό, είπε η Βίβιαν, όλα είναι ενάντια στα νέα ζευγάρια. Πάντα θα υπάρχει κάποια δικαιολογία να μην κάνεις παιδί, τότε έκαναν πολλά παιδιά, έδινε ευχή ο Θεός έλεγε ο παππούς μου, σήμερα κρέμονται από τις ευχές του Μητσοτάκη.
-Ο Μητσοτάκης φταίει και για αυτό, τι θες να πεις δεν πιάνουν οι ευχές του Βίβιαν, είπα χαμογελώντας.
-Δήμο ηρέμησε, δεν λέω για τον σημερινό, για τη δυναστεία λέω.
-Ποια δυναστεία, η Δυναστεία ήταν σήριαλ στην Αμερικάνικη τηλεόραση.
-Και στη Ελληνική ήταν Δήμο, πρώτα είχαμε Βασιλεία και μετά Δυναστεία, πάντα κάτι έχουμε. Δήμο είσαι άσχετος από πολιτική, νομίζεις πως όλα είναι οικονομία, ποτέ δεν κατάλαβες πως χωρίς Δημοκρατία ούτε οικονομία υπάρχει.
-Γιατί χωρίς οικονομία υπάρχει Δημοκρατία;
-Καλύτερα να είμαστε όλοι φτωχοί και "ίδιοι", παρά οι λίγοι πλούσιοι και οι φτωχοί πολλοί.
-Ναι αλλά οι πλούσιοι δίνουν δουλειά στους φτωχούς
-Αυτό μόνος σου το σκέφτηκες Δήμο, αν δεν υπήρχαν οι πλούσιοι δεν θα υπήρχε δουλειά;
-Κάπως αλλιώς το λένε, αυτοί κάνουν τις επενδύσεις.