10 Ιαν 2018

Η ιστορία μιας πόλης


Υγρή, πηχτή χειμωνιάτικη μέρα στις αρχές του Γενάρη. Ίσα που διακρίνεται μες την ομίχλη η πινακίδα του: Η ιστορία μιας πόλης. Πλησιάζω: Από την Αρχαία Τρίκκη, ως την πόλη του μέλλοντος, με μικρότερα γράμματα.
Είχα ακούσει πριν από χρόνια για τούτες τις τεράστιες αποθήκες του ΟΣΕ. Θα τις έπαιρνε ο Δήμος με σκοπό να στεγάσει την εξέλιξη της πόλης από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Βρίσκομαι πια σε ένα άλλο τοπίο, μετά από τριάντα χρόνια απουσίας. Ένας φαρδύς πετρόστρωτος δρόμος σε οδηγεί από την μια έκπληξη στην άλλη. Από το πάρκο του Ματσόπουλου στο υπερ- μουσείο της πόλης στον σταθμό του τραίνου, στο Μουσείο Τσιτσάνη και περπατώντας παραποτάμια στο Ληθαίο φτάνεις στο αρχοντικό Βαρούσι. Κάτω απ΄το φρούριο που κάναμε σκασιαρχεία μαθητές. Μια διαδρομή μοναδική, δίκαια ακούς για το θάμα που συντελείται στα Τρίκαλα. Μια πόλη που έχει πάνω απ’ όλα τον πολιτισμό και την ιστορία της.Το βλέπεις παντού σε κάθε πλατεία της, σε όλους τους δρόμους. Μια πόλη γεμάτη από εκθέσεις ζωγραφικής, βιβλιοπωλεία, σινεμά, γαλήνη και ηρεμία. Φθάνω στην πλατεία Αγρότισσας, μια καινούρια παιδική χαρά γεμάτο παιδικές φωνές. Δίπλα μου ποδηλάτες πάνε στις δουλειές τους. Βλέπεις λίγα πια αυτοκίνητα στους άνετους δρόμους.
Αφήνω τα μουσεία για αύριο και στέκομαι δίπλα στον ποτάμι να χαζέψω τις βάρκες. Σαν παραμύθι μες τη βροχή που άρχισε να πέφτει διακριτικά, λες και είναι από δάκρυα συγκίνησης. Ο Ασκληπιός πάνω στη γέφυρα καμαρώνει σκεφτικός. Μες του Ληθαίου τα νερά πνίγουμε τους εφηβικούς μας έρωτες.
Συνεχίζω πριν σουρουπώσει να δω το Βαρούσι, να ανέβω πιο ψηλά στο Φρούριο. Κάτω απ’ το ρολόι θαυμάζω τα φώτα, μια θάλασσα από φώτα, ήδη νύχτωσε. Όλα μοιάζουν μαγικά σε τούτη την πόλη, την πόλη μου, που ξαναβρήκα -λόγω ξενιτεμού.
Θα επανέλθω μόνιμα στα σπλάχνα που με γέννησαν, στα σοκάκια που με μεγάλωσαν, στις θύελλες που με έδιωξαν, στην αγάπη που με ξανάφερε.
Θα ψάξω και το παλιό μου ποδήλατο, κάπου στην αποθήκη θα το βρω. Στα Τρίκαλα ένα ποδήλατο θες και μια βάρκα. Τα 'χεις όλα.

3 Ιαν 2018

Το πηγάδι του μύλου


Τ΄ αυτοκίνητα πήγαιναν αργά και στις δυό λωρίδες του δρόμου. Ήταν τέτοια η κίνηση που έκανα μισή ώρα να διανύσω ένα χιλιόμετρο. Πάνω στην άσπρη διαχωριστική γραμμή του δρόμου δυό περήφανα άλογα, ένα άσπρο κι ένα καφέ πήγαιναν αγέρωχα, κάπως βιαστικά, στο δικό τους κόσμο. Δυό άλογα μόνα καταμεσίς στην άσφαλτο, δεν τα βλέπεις και συχνά.
Αγνοώ την παραπέρα πορεία τους.
Κολλήσαμε. Ήθελα ακόμα 981 μέτρα να φτάσω στο σπίτι. Είχα ακούσει για ένα πηγάδι που μιλάει. Στο μύλο. Στρίβω αριστερά όπως πάντα, ευτυχώς τώρα βόλεψε. Πάρκαρα αμέσως.
Ήταν η ώρα που έδυε ο ήλιος. Λαμπύριζαν κόκκινα τα χιόνια στην κορυφή του Κόζιακα. Παράξενα όμορφο ηλιοβασίλεμα στην καρδιά του χειμώνα. Δεν άργησα να βρεθώ στο πηγάδι. Κτισμένο όμορφα με πέτρα, και το σκέπαστρο από πέτρα Πηλίου. Δεν είχε κουβά να τραβάς νερό, αλλά αν έριχνες ένα κέρμα απ΄ τον παφλασμό καταλάβαινες πως δεν ήταν άνυδρο.
Απ΄τα έγκατα της γης με καλωσόρισε μια φωνή. Είπα καλή χρονιά κι εγώ. Ύστερα δεν μπορούσα να πω λέξη. Λες και ήπια απ΄ το αμίλητο νερό. Άκουγα ευχές για αγάπη, υγεία, ειρήνη, αλληλεγγύη. Λες κι έρχονταν απ΄ το υπερπέραν, απ΄ τη καρδιά της γης. Το πηγάδι μιλούσε, εγώ δεν μιλούσα. Μιλούσε για έρωτα, για χρώματα,για μουσικές, για οξυγόνο, για την ομορφιά της φύσης, για την ομορφιά ενός κοριτσιού που κοιτάει ψηλά.
Ξερίζωσα τότε την καρδιά μου και την έριξα μέσα. Ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος σαν αυτόν που σφυρίζει κάποτε στο αυτί μας. Και ένα στιγμιαίο εκτυφλωτικό φως. Οι φωνές σώπασαν.
Έφυγα με αργά βήματα….
Αν αυτό το κείμενο είναι λειψό, δίχως συναισθήματα, δίχως ανθρώπινη ζεστασιά, είναι γιατί γράφτηκε από έναν άνθρωπο χωρίς καρδιά.


3 Ιανουαρίου 2018

7 Νοε 2017

Νοσταλγία


Άμαξες με άσπρα άλογα τα παλιά τραγούδια.
Λιτά απέριττα χαμόγελα μιας άλλης φτώχειας.
Το κάστρο που παίζαμε κρυφτό, οι λασπωμένοι χωματόδρομοι της νιότης.
Νοσταλγώ το φρέσκο ψωμί της γάστρας, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τα πρωινά της πάχνης του Νοέμβρη. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν η καλύβα του μπάρμπα Θωμά. Νοσταλγώ τη μυρωδιά του χαρτιού, τη σόμπα με τα ξύλα. Νοσταλγώ τα μπαλωμένα στα γόνατα παντελόνια. Το παρθένο χώμα της γης, τον καθαρό ουρανό της φύσης.
Άλλαξαν όλα. Άλλαξα κι εγώ.
Οι σφεντόνες έγιναν πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, ικανοί να καταστρέφουν χώρες στην άλλη άκρη της γης. Οι άνθρωποι πια έβαλαν μεγάλους στόχους, να καταστρέψουν ολάκερη τη γη. Ξεκούραστα μ' ένα κουμπί. Και να δεις θα το πετύχουν.
Αυτοί οι άνθρωποι με τα γυαλιστερά κουστούμια και τα παγωμένα βλέμματα. Αυτοί οι άνθρωποι.
Εσύ ακόμα θα νοσταλγείς τα παιδικά σου χρόνια.

7 Νοεμβρίου 2018

5 Νοε 2017

Αγάπη


Αδιαφορώ για την αγορά σήμερα Κυριακή. Για ότι πουλούν και αγοράζουν οι άνθρωποι αδιαφορώ. Δεν χαραμίζω τον ήλιο του μεσημεριού για τα αποτελέσματα των ματς. Ούτε το χρώμα των ματιών σου μες την κλειστή πόλη. Ψιθυρίζει η ομορφιά της φύσης. Θέλουν σιωπές οι μεγάλοι έρωτες. Πως θα ακούσουμε το χρυσοκίτρινο φύλλο που πέφτει στο χώμα για το δικό μας περπάτημα; Πως θα Σε συναντήσω στην Αγάπη τούτο το βράδυ; Στην άυλη αιωνιότητα.


5 Νοεμβρίου 2018

2 Νοε 2017

Τα καλύτερά μας χρόνια


Είναι τα χρόνια της ανατολής
Ο απολογισμός της δύσης
Μικρές χαρές, όπως ο έρωτας
Μεγάλες λύπες, όπως ο θάνατος
Τρυφερά παραμύθια, πρόστυχες ελπίδες
Ματωμένες ψευδαισθήσεις, καταφύγια της οδύνης
Ρεματιές κι αγριεμένα ποτάμια
Επαναστάσεις και συμβιβασμοί
Άγρυπνες νύχτες, γκρεμίζαμε και κτίζαμε τον κόσμο απ την αρχή
Αρμύρα και πόνος ότι αγαπήσαμε
Απέμεινε για μας ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα φιλί κι ένα τραγούδι
Μας απέμεινε η ζωή πριν το θάνατο.



2 Νοεμβρίου 2017