16 Οκτ 2017

Μικρή ιστορία


Μικρό, ανεπαίσθητο κλάμα. Αδιόρατο ξάφνιασμα τρόμου και εγκατάλειψης από το σκοτάδι στο φως. Αν προσπαθήσω να περιγράψω αυτό που εδώ και ώρα άκουγα δεν θα τα καταφέρω. Αυτή η κραυγούλα, όμοια με νεογέννητου παιδιού που διαμαρτύρεται για τον κόσμο που αντικρύζει, με αναστάτωνε χωρίς να κάνω τίποτα, απορροφημένος ανάμεσα στις φασολιές. Ξεχορτάριαζα με το τσαπί τις αυλακιές, τόση αγάπη για τα φυτά, τόσο αναίσθητος στο κλάμα. Συνέχιζε η φωνή που με καλούσε σε βοήθεια. Στο χωράφι ακούω τόσους ήχους όσοι και οι κόκοι της άμμου. Από μακριά έρχονται οι κραυγές, από κοντά οι ψίθυροι. Απ' τον ουρανό με βομβαρδίζουν αεροπλάνα την ώρα που ακούω τρυφερές μπαλάντες, στο κανάλι κάνουν συναυλία τα βατράχια κι ένα ζευγάρι παγώνια μου στέλνουν συνέχεια χαιρετίσματα. Αν ήμουν ικανός κάποιο θα έπνιγα. Είναι πανδαισία χρωμάτων τα ανοιχτά φτερά του παγωνιού, αλλά απ σεβασμό στην ομορφιά του δεν θα το βαπτίσω αλλιώς.
Στο διάλλειμα άρχισα να ψάχνω μέσα στο διπλανό βαμβακοχώραφο το κλάμα.
Ήταν όσο το μισό μικρό μας δάχτυλο. Δεν είδα ποτέ πιο τρυφερό πλάσμα. Ήταν ανάσκελα. Τα ποδαράκια του σαν οδοντογλυφίδες. Το αναποδογύρισα. Ένα ελαφρύ χνούδι στο λιλιπούτειο κορμάκι του. Τα μάτια του ήταν κλειστά, δεν είδα το χρώμα τους. Ένα τόσο πλασματάκι έβγαζε τόση φωνή, τόσο πόνο. Ακίνητο, αβοήθητο, αδύναμο. Ποιά μάνα το εγκατέλειψε μόλις το γέννησε;
Η φωνή του ξεψυχούσε. Έσβησε πριν ζήσει. Του πέταξα δυο χούφτες χώμα. Παραδόθηκε στην μάνα όλων μας, στη γη μας.
Έμεινε σε μένα για πάντα η εικόνα του. Ένα αθώο ποντικάκι δεν έκανε τον κύκλο του.



16 Οκτωβρίου 2017

12 Οκτ 2017

Φυλακή

Με μια αχτίδα ήλιου με βρήκε το μεσημέρι. Κι έξω ο ουρανός καταγάλανος, ο ήλιος κατακόρυφος στη γη. Μυρίζει μούχλα, κάτουρα, αηδία αυτό το υπόγειο. Είσαι ένοχος, είπαν και με τσουβάλιασαν. Με πέταξαν εδώ, και με παράτησαν. Ένας φύλακας έφερε γλυφό νερό. Γιατί; Τον ρώτησα. Δικάζουν τους ευαίσθητους, είπε κι έφυγε.


12 Οκτωβρίου 2017

9 Οκτ 2017

Χώμα

Παλιές γνώριμες εικόνες, ήχοι παλιοί, μυρωδιές των παιδικών χρόνων. Άσπρες, κάτασπτρες μικρές νύφες χορεύουν στο πράσινο χωράφι με το βαμβάκι. Ένα τρακτέρ οργώνει τη γη, φρέσκο χώμα μοσχοβολά ο κάμπος. Δίπλα καμαρώνει ο Κόζιακας. Λαμπυρίζει ο ήλιος του Οκτώβρη πάνω στα φύλλα των δέντρων. Και όταν κάποια στιγμή όλα σωπαίνουν, είναι γιατί προσεύχεται η ομορφιά της φύσης. Ένα ορτύκι ταξιδεύει στον ουρανό, ακούω το πέταγμα των φτερών, όπως ακούς το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων της αγαπημένης. Σηκώνω τα μάτια στα φύλλα της ιτιάς, ασημί ζουν τα παιδικά μου όνειρα. Ένα καλοκαίρι στον ίσκιο της, είπαμε τόσες ιστορίες από μια χώρα που χάθηκε. Όπως χάθηκα κι εγώ μες το τσιμέντο της πόλης. Το τρακτέρ έβαλε μπροστά πάλι τη μηχανή, το αλέτρι αναζωογονεί τη γη. Η μάνα φύση με γέννησε, αυτή με μεγάλωσε, αυτή με ξαναγέννησε. Εδώ θα γυρίσω πάλι, πάλι, για πάντα.


9 Οκτωβρίου 2017

7 Σεπ 2016

Άλλο δεν περιμένω


Φυλακίστηκα στην ελπίδα
Κουράστηκα στην υπομονή
Της λογικής παράνοια τα όπλα
Ματωμένες ειδήσεις τρυπάνε τα τελευταία οχυρά μου
Δεν πιστεύω ούτε τα λόγια μου
Άδειες θεωρίες, φαντάσματα στους δρόμους
Στη Ελλάδα, στη Συρία, στην Αμερική
Στις γειτονιές του κόσμου μαχαίρια βγάζουν φωτιές
Τρίζει ο κόσμος, θα σωριαστεί.


Θα ξαναγεννηθεί πάλι
Αιώνια ξαναγεννιέται
Μέσα από Σένα
Πίνω τον έρωτα απόψε στην υγειά σου
Γυρίζω πάλι στην σπηλιά της ουτοπίας μου
Για ένα κομμάτι ελευθερίας,


Ταξιδευτής
6 Σεπτεμβρίου 2016

1 Σεπ 2016

Το λιμάνι



Έρημα όμορφο το λιμάνι, δυό γλάροι κόβουν βόλτες. Έρχονται οι πρώτες σταγόνες βροχής, τα μαύρα σύννεφα μελαγχολούν την ανάμνηση του καλοκαιριού.  Άριεψε ο κόσμος στην παραλία σήμερα, Σεπτέμβρης. Μόνο ο Θάνος,  χειμώνα καλοκαίρι. τριγυρνάει με μια μπύρα στο χέρι. Άπλυτος, βρώμικος, μεγάλα γένια, άλουστα μακριά μαλλιά, παλιό σακάκι κατακαλόκαιρο, σκαρπίνια τρύπια παπούτσια. Πάντα μεθυσμένος, πάντα γελαστός. Ήρθε στο νησί λέει, να παρατηρεί τα άστρα. Η Αθήνα δεν τον βόλευε, είχε πολλά φώτα, μόνο το φεγγάρι έβλεπε αν ήταν σε κανένα πάρκο. Από μικρός ήθελε να σπουδάσει αστρονομία, αλλά ο πατέρας του σκληροπυρηνικός στρατιωτικός τον έκανε λοχία στο στρατό. Για άμεση αποκατάσταση, του είπε. Στα είκοσι δύο του αγόρασε αυτοκίνητο με αντάλλαγμα τη δουλειά στο κόμμα, του έδωσε κι ένα σπίτι με άλλα ανταλλάγματα. Αργότερα τον αποκατέστησε και με την Φρόσω, μια άσχημη χοντρή με πολλά λεφτά.  Ο Θάνος αποκαταστάθηκε πλήρως. Τώρα στα εξήντα του κοιτάει τα άστρα και χαμογελάει συνέχεια.
Από μακριά ακούγεται το καράβι, σούρουπο στο νησί. Ο Θάνος βοηθάει στις βαλίτσες, για τα τσιγάρα του, για τις μπύρες του. Για τα άστρα του. Μια μέρα τα βρόντηξε όλα και ήρθε στο νησί. Πάνε δέκα χρόνια που μιλάει με τα αστέρια, καμιά φορά και με τους γλάρους. 
Γέμισε φωνές, ζωντάνεψε το λιμάνι, -οι άνθρωποι έλειπαν.  Για λίγο. Μετά ο κόσμος χάθηκε στα σπίτια, το καράβι αποχαιρέτησε  το λιμάνι. Οι άνθρωποι είναι το παν. Όσο ομορφιά κι αν χαρίζει η φύση, όσο κι αν μετράς τα αστέρια, όσο κι αν πετάνε οι γλάροι, οι άνθρωποι ανάβουν τη φωτιά.  Οι άνθρωποι είναι η πόλη, ο έρωτας είναι το νησί. Ένα λιμάνι γεμάτο ζωή.
Είδα τον Θάνο να απομακρύνεται, κάθε λίγο να σταματάει πίνοντας μπύρα κοιτώντας τα  άστρα, είδα τους γλάρους να πετάνε μακριά στους βράχους,  το καράβι να χάνεται στον ορίζοντα, είδα ένα σπίτι με αναμμένα φώτα πάνω στο βουνό. Ήταν το σπίτι μου. Πήρα την ανηφόρα.


Ταξιδευτής
1 Σεπτεμβρίου 2016