21 Οκτ 2014

Αεί Επικούρειος


Πήρα το σημειωματάριο και άρχισα να σημειώνω. Το μυαλό μου γέμισε πάλι. Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω;

Να θυμηθώ:

Όταν βγω στο ξέφωτο να κοιτάξω ολόκληρο τον ουρανό.
Να αγοράσω τροφή για το γατάκι. Ένα καμινέτο, μπρίκι και καφέ.
Τα μάτια της.
Να μιλήσω έστω σε έναν, για την αναγκαιότητα να υπάρξει μέλλον στη χώρα μου.
Να πάω κοντά της μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Να τηλεφωνήσω στην Έφη να φέρει το γραμμόφωνο.
Να γράψω την επιστολή διαμαρτυρίας για τα λύματα που έριξαν ξανά στο Ληθαίο, οι γνωστοί άγνωστοι.
Να αγοράσω το καινούριο βιβλίο της Αγγλέλας Καστρινάκη, Μετά την Μεταπολίτευση από την Κίχλη.
Να ακούσω ένα αγαπημένο της τραγούδι, Συχνά ρωτώ….
Να πάρω Zip-έλαιο για τον αναπτήρα..
Να αφήσω συγχαρητήρια στον οδηγό που παρκάρει κάθε μέρα μπροστά στο Ουζερί… σχεδόν τέλεια, κι ας είναι πεζόδρομος.
Να γράψω για τιμωρία ένα μπλε τετράδιο γεμάτο, ότι η ζωή είναι μία και μοναδική. Όλο συλλαμβάνω το τελευταίο καιρό τον εαυτό μου να το ξεχνάει.
Να μη μιλάω χωρίς λόγο. Υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να μιλήσω.
Να ευχαριστήσω τον σημερινό ήλιο, με ζέστανε τέλη Οκτώβρη.
Να της χαρίσω το Μονόγραμμα του Ελύτη.
Να θυμηθώ, να θυμάμαι.

Να ξεχάσω:

Όλη την προηγούμενη ζωή μου, βάρος του χρόνου. Τίποτα πια δεν μπορώ να αλλάξω. Όλα πολύτιμα.
Να ξεχάσω τις ενοχές για την απέραντη ευτυχία που νοιώθω.

Δυό κόσμοι παλεύουν μέσα μου. Γύρω μου αθλιότητα, ανεργία, αδιέξοδα, θάνατοι και αυτοκτονίες, Gallop που επαληθεύουν, μια ολόκληρη χώρα, η χώρα μου γκρεμίζεται. Κι εγώ στον μικρόκοσμο της ατομικότητας, αεί Επικούρειος.
Τόσο αναίσθητος, τόσο μόνος.

Ταξιδευτής
21 Οκτωβρίου 2014 (32)

1 Οκτ 2014

" Έχω ένα όνειρο…."

                                                            
 
                                                               «Δεν πολεμάς το σκοτάδι με σκοτάδι.
                                                                 Μόνο με το φως μπορείς»

                                                                                       Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Γλυκιά μέρα του Σεπτέμβρη, δυό τρία σύννεφα έπαιζαν στον ουρανό κι ένα απαλό πρωινό αεράκι κυμάτιζε την πόλη. Έβλεπα το φόρεμά της να κολλάει πάνω στο σώμα της, τα αχτένιστα μαλλιά της να ανεμίζουν στον αέρα. Καθώς έφευγε και άφηνε πίσω της αναπάντητα ερωτήματα. Φτάνει όμως μια σιωπηλή ματιά να εμπιστευθούν δυό άνθρωποι.

Καμία αναβολή πια, σε δύο εβδομάδες. Ένα φως γέμισε το είναι μου. Είχα πια ένα όνειρο. Κάτι που εξαρτιόταν από μένα. Ήταν μια σειρά από σημαντικές λεπτομέρειες που θα έπρεπε μέρα νύχτα να ετοιμάσω. Όλα θα γινόντουσαν σχεδόν τέλεια. Τέλεια δεν υπάρχει.

«Έχω ένα όνειρο…» . Φλόγισε πάλι μέσα μου ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ. Μια φίλη του τραγουδίστρια τον πλησιάζει και του ψιθυρίζει στο αυτί: «Πες μου για τ΄ όνειρό σου». Γεννήθηκε έτσι ο πιο διάσημος λόγος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έτρεξα στο βιβλιοπωλείο της Γλάδστωνος και πήρα τρία μέτρα χαρτί του μέτρου κι ένα κόκκινο μαρκαδόρο. Το άπλωσα στο πάτωμα κι άρχισα να γράφω με τίτλο « Έχω ένα όνειρο….» για το δικό μου όνειρο.

«Όταν οι μηχανές, τα κομπιούτερ, τα κέρδη κι οι τίτλοι ιδιοκτησίας θεωρούνται πιο σημαντικά από τον άνθρωπο το τρίδυμο «ρατσισμός, ακραίος υλισμός και στρατοκρατία» γίνεται ανίκητο. Μια πραγματική επανάσταση αξιών θα μας κάνει να αμφισβητήσουμε κατά πόσον ήταν δίκαιες πολλές παλιές και σύγχρονες πολιτικές μας»…Μάρτιν Λούθερ Κινγκ
Τίποτα, μα τίποτα, δεν μπορεί να είναι πάνω από την ανθρώπινη ζωή.
Έγραψα τσιτάτα και συνθήματα πολλά. Μα πάλι τίποτα. Μόνο το βίωμα δημιουργεί τη συναίσθηση. Κόλλησα στον τοίχο το χαρτί, μέχρι τα εγκαίνια ο πίνακας του Ουζερί. Γράφω, σβήνω, ονειρεύομαι. Ψάχνω έναν ανοιχτό δρόμο.
Μετά από μέρες χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας παλιός καλός Κρητικός φίλος . Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων. Πάνω στην ώρα.
-Θέλω στις 21 του Σεπτέμβρη ναρθείς στα Τρίκαλα. Εσύ και το πλακέ μαντολίνο σου. Φέρε και τη μαντόλα.
Είπε ναι και του εξήγησα το γιατί.
Μετά αρχίσαμε να τραγουδάμε μαζί το μοιρολόγι της φώκιας. Γέμισα με τη μορφή του Παπαδιαμάντη.Ήταν η πρώτη ανάταση.

Ταξιδευτής
30 Σεπτέμβρη 2014 (31)

25 Σεπ 2014

Μια αστραπή είναι η ζωή μας.


Η μέρα ξεκίνησε από το Αστυνομικό τμήμα. Ευτυχώς έλειπε ο Έκτορας. Ήλθον, είδον και απήλθον. Τελεία. Η ζωή είναι ωραία να τη χαραμίζεις με τους μπάτσους. Εκτός και αν πρόκειται να γράψεις αστυνομικό μυθιστόρημα. Μόλις είχαν συλλάβει μία δικηγόρο και έναν συμβολαιογράφο για αγοραπωλησία βρεφών. 

Οκτώ και μισή ήμουν στη Γλάδστωνος. Την ώρα που άνοιγαν τα μαγαζιά.  
Ουζερί σχεδόν τέλεια.
Έργο τέχνης η ξυλογλυπτική του Πάνου. Με ξάφνιασε η πρωτοτυπία του. Ένα ένα τα γράμματα ανέδυαν ένα πρωινό μπλε χρώμα, στόλιζαν την προμετωπίδα.   
Το τζάμι ήταν ακόμα καλυμμένο με άσπρο χαρτί. Προσεχώς Ουζερί. 
Όλα έπρεπε να συντομεύουν, αρχές Σεπτέμβρη. Στις 21 Σεπτέμβρη μαζί με το Φθινόπωρο θα  έπρεπε να γίνουν τα εγκαίνια. Ως πότε θα άκουγα τον πατέρα να μου λέει παροιμίες του στυλ, όποιος δεν θέλει να ζυμώσει…Κι όμως το Ουζερί ήταν τώρα το όραμα, όλα τ’ άλλα βάρκα γιαλό. Μόνο κάποιες δημοσκοπήσεις έδειχναν κάτι να αλλάζει στο λαό. Η οικονομική καταστροφή τον ταπείνωσε, αυτή θα τον αγουροξυπνήσει ξανά. Πουθενά δεν φαινόταν ο αφανής πόλεμος. Η πόλη γέμισε καφέ και σουβλατζίδικα με ένα ευρώ. Ένα ουζερί ακόμα. Ένα ουζερί ακόμα...άλλος ένας παραπλανητικός τίτλος. Οι λέξεις έχασαν πια το νόημά τους, στην ίδια τη χώρα που τις γέννησε. Δηλώνω ουζερί, αλλά…
Ανοίγοντας την πόρτα μύριζε χρώμα και ξύλο. Πάτησα τον διακόπτη και είδα φως. Πάνω από το μπαρ κρέμονταν τρείς μεταλλικοί κώνοι, φώτιζαν τα νερά του ξύλου. Απέναντι ράφια άδεια, ζωγράφιζαν το σχεδόν τέλεια στον ανοιχτόχρωμο γήινο τοίχο, έτοιμα να υποδεχτούν τα μπουκάλια με τα ποτά. Η κουζίνα σχεδόν έτοιμη, σκεύη νικέλ.   Κουζίνα φωταερίου. Οι φίλοι ήταν εδώ, εγώ ήμουν αλλού. Τώρα είμαι πάλι εδώ, ξεκίνησε αλλόκοτα η μέρα, αλλά βούτηξε πάλι μες τ’ όνειρο. Είμαστε όπως ξυπνάμε το πρωί. Με χαμόγελο ή με βαριά  πόδια, με όραμα ή με επανάληψη. Μια μέρα ακόμα τυποποιημένη, ο άνθρωπος αντίγραφο.
Πλημμύρισα από την αίσθηση του καινούριου. Έβγαλα το μπλοκάκι και σημάδεψα τις ελλείψεις. Η σκάλα για το πατάρι θα στρωθεί με ξύλο. Τηλεφώνησα στον μαραγκό. Ο Βαγγέλης θα ερχόταν το απόγευμα να πάρει τα μέτρα. Ετοίμαζε και τη βιβλιοθήκη, σχεδόν έτοιμη, είπε. 
Σκέφτηκα την αποθήκη στο Πετρωτό με τα βιβλία, τους πίνακες με τους ποιητές και τους μεγάλους συγγραφείς. Τον Καββαδία θα τον βάλω σε περίοπτη θέση. Το παλιό εκείνο σκάκι από καρυδιά.  
Ανέβηκα στο πατάρι, στο ξύλινο πάτωμα, φρεσκοβαμμένο, άδειο. Χωράνε εξήντα καρέκλες, τρία τέσσερα τραπεζάκια. Εδώ θα γίνονται οι εκδηλώσεις. Θέλει πολλά ακόμα, πιάνο, μικρόφωνα, αν μπορούσα να κάνω κάτι μόνος μου. Τα χρήματα λιγόστευαν, έπρεπε να κουμαντάρω.
Κουμάντο θέλει και η ζωή. Κουμάντο θέλει και η γειτονιά, η πόλη, η χώρα, ο κόσμος. Πως φτάσαμε ως εδώ και αφήσαμε άλλους να κουμαντάρουν τις ζωές μας;

Η πόρτα άνοιξε φοβισμένα. Η νοσοκόμα. Η Μάρθα. Φορούσε ένα ψάθινο καπέλο, ένα τσαλακωμένο άσπρο φόρεμα. Τα μάτια της πρησμένα, στον λαιμό της σημάδια. Δεν είπε τίποτα, ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη της. Η Μάρθα αγνώριστη. Ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, ταλαιπωρημένο, δεν θύμιζε σε τίποτα την Μάρθα με τη λευκή ποδιά και το αγέρωχο ύφος του νοσοκομείου.
-Τι έπαθες;

-Μπορώ να μείνω λίγο;
-Πες μου, τι έπαθες;
Δεν μιλούσε, μόνο τα μπλε σημάδια της την πρόδιναν. Πήγα της πήρα ένα σάντουιτς και ένα ζεστό γαλλικό καφέ απέναντι στο Μικέλ.
Πήγε στο μπάνιο και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της.
-Δεν έχω που να πάω, είπε.
-Τι εννοείς; Τι έπαθες;
-Μη με ρωτάς. Μπορώ να φιλοξενηθώ κάπου; Της εξήγησα για το δυάρι στην Αριστείδου Παππά και της έδωσα το κλειδί. Στον πρώτο όροφο αριστερά, μόλις ανεβείς τη σκάλα. Πάρε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό, ούτε νερό έχει, θα φροντίσω να στείλω ένα στρώμα. Ρίξτο στο πάτωμα και κοιμήσου. Μόνο ένα μικρό γατάκι θα βρεις μέσα στο σπίτι. Τίποτα άλλο. Να του πάρεις ένα γάλα να πιεί.
-Θα τα πούμε το μεσημέρι.
Με κοίταξαν τα μεγάλα θλιμμένα μάτια της.
Πήγα και αγόρασα ένα στρώμα, θα το πάτε  σε μισή ώρα στην Αριστείδου Παππά.
Αυτή τη φορά τίποτα δεν θα άφηνα στην τύχη του. Μεγάλωσα πια. Μια αστραπή είναι η ζωή μας.


Ταξιδευτής
25 Σεπτεμβρίου 2014 (30)





23 Σεπ 2014

Οι λέξεις


Φτερούγισαν απ’ τα χείλη σου
Στάθηκαν πάνω στ’ ασημένια μαλλιά μου

Κι ύστερα συνέχισαν το ταξίδι τους
Ως το απόρρητο της καρδιάς μου
Λέξεις δοτικές, ασήμαντες από μόνες τους
Πλάι πλάι γέννησαν την Ελευθερία
Πάνω απ’ τον έρωτα, πέρα απ’ το θάνατο
Κατάβαθα μέσα μας, κατάσαρκα πάνω μας
Ήταν τρεις λέξεις που μπόλιασε η Άνοιξη
Να τις χαρίσει στο Φθινόπωρο.
Τώρα
Ενάντιος έρωτας του Αντρέ Μπρετόν
Ή
«Μια λέξη
και όλα σώζονται.
Μια λέξη
και όλα χάνονται»


Κωστής Ταξιδεύων
23 Σεπτεμβρίου 2014

15 Σεπ 2014

Ευτοπία






Άκουσα πρώτα το κλάμα του. Μετά είδα δυό μικρά ποδαράκια να γρατζουνάνε χαμηλά το τζάμι. Τα ρολά ίσα που ήταν ανεβασμένα να μπαίνει λίγο φως. Δυό πράσινα ματάκια με κοίταζαν. Είναι απίστευτο πως γαλήνεψα στη στιγμή.
Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα. Απαλά αθόρυβα, με μικρά βηματάκια ήρθε μέσα. Περπατούσε τώρα πάνω στο  σκονισμένο παρκέ, στο άδειο δωμάτιο. Άσπρο κάτασπρο, μηνών. Απορημένο. Απορημένος κι εγώ.
Έκατσα σταυροπόδι, σε στάση γιόγκας. Αυτό απέναντι, να με κοιτάει στα μάτια, άρχισε να τεντώνεται, μετά να κουλουριάζεται. Ανεπαίσθητα η αναπνοή του έδινε ρυθμό στο σώμα του.
Πως βρέθηκε στη βεράντα,  ποιος το άφησε;
Το σπίτι στον πρώτο όροφο, έβλεπε στον ακάλυπτο. Είδα την κληματαριά, γεμάτη άσπρα σταφύλια. Σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, η πίσω πλευρά της πολυκατοικίας ίσκιωσε. Γλυκό τελείωμα του Αυγούστου, ανέδυε την επερχόμενη φθινοπωρινή επερχόμενη αύρα.
Με ακολούθησε στη βεράντα, μπερδεύτηκε στα πόδια μου. Το χάιδεψα για πρώτη φορά. Σαν μεταξωτό πανί η ζεστασιά του.
Γυρίσαμε στο δωμάτιο, κατέβασα τα ρολά, λίγες φωτεινές δέσμες απέμειναν στους τοίχους. Δεν μιλούσαμε. Χόρευε για να μου μιλά. Κυνηγούσε το φως.
- Πεινάω, ήταν η πρώτη λέξη του.
- Θα σου φέρω φαγητό, είπα
Ντύθηκα αστραπή. Γύρισα με ένα μπουκάλι γάλα Τρίκκη και ένα γιαούρτι Όλυμπος. Κι ένα μπουκάλι νερό. Και δυό παγωμένες μπύρες. Πήρα και μια κασετίνα Καρέλια.
Έφαγα με τα δάχτυλα το γιαούρτι και έβαλα το γάλα στο κεσεδάκι. Έπεσε με τα μούτρα. Πεινούσε.
Μετά ήπιαμε νερό. Μετά από μια μέρα περπάτημα στην έρημο συναντήσαμε μια όαση. Έτσι γίναμε φίλοι.
Άνοιξα μια μπύρα να το γιορτάσουμε. Χορεύαμε και οι δυό από χαρά. Μια χαρά ανείπωτη. Δεν υπήρχαν δεινά πια στον κόσμο. Ούτε ο Έκτωρας. Όλα τα σημαντικά, έγιναν ασήμαντα. Όλα τα ασήμαντα σημαντικά.
Ποια προβλήματα; Κάνε μια βόλτα στο νεκροταφείο. Όλα σταματάνε εκεί. Ένα πρόβλημα ασθενεί μπροστά σ’ ένα μεγαλύτερο. Μια χαρά λιγοστεύει μπροστά στον έρωτα. Ένας Έρωτας ξαναγεννά τη ζωή.
Η κυρία Δέσποινα ήταν πολύ όμορφη όταν πήγαινα στο γυμνάσιο. Μπαινόβγαινε στο απέναντι μπαλκόνι. Τώρα κάθεται στην πολυθρόνα της τυλιγμένη μ’ ένα μαύρο σάλι. Τα μαλλιά της άσπρισαν. Στα χέρια της τρεμοπαίζουν οι βελόνες που πλέκει ακόμα. Η κυρία Δέσποινα τώρα είναι γριά. Λάμπει το βλέμμα της, την στολίζει το μόνιμο χαμόγελό της. Διακρίνω μέσα από τις χαραμάδες που αφήνουν τα στόρια,- τόση ώρα την κοιτάω- την πληρότητα μιας γεμάτης ζωής. Η κυρία Δέσποινα απολαμβάνει τη ζωή, δίχως περιττά φκιασίδια Πάντα τη θυμάμαι απέριττη, λιγομίλητη, να φροντίζει τον μικρό κήπο της βεράντας της. Δίπλα της μια λεμονιά γεμάτη λεμόνια. Σαράντα χρόνια μετά άραγε θα με αναγνωρίσει, ή θα με περάσει για καινούριο ένοικο;
Ανοίγω τη μπύρα, το μικρό χοροπηδάει σαν τρελό. Οι σκέψεις μου χορεύουν, μια στη ζωή και  μια στα παραμύθια. Η ζέστη με ιδρώνει, ανοίγω διάπλατα, μπαίνει αέρας στο δωμάτιο.
Τελειώνει το καλοκαίρι. Ο κόσμος επιστρέφει στην πόλη. Τον Σεπτέμβριο το Ουζερί θα ανοίξει. Μαζί με το Τρικαλινό παζάρι…
Πρέπει να πάψω να αυτοκυκλώνομαι.  Ζωγραφίζω μια τεθλασμένη γραμμή, πάνω στη σκόνη… Σαν καρδιογράφημα.
Εδώ θα μένω πια. Στα παιδικά μου χρόνια.



Πανύψηλα γυμνά δέντρα, απέραντο, ατέλειωτο, δάσος χωρίς οξυγόνο. Καμένοι κορμοί, αποκαΐδια. Περπατούσα χαμένος, ξυπόλυτος, μέσα στο τρυφερό πράσινο που φύτρωνε στο χώμα. Σιωπή. Απόλυτη σιωπή. Περπατούσα, περπατούσα,περπατούσα. Θλιμμένος, πέτρα το στήθος μου,τα πόδια μου βάραιναν, έσταζαν αίμα, τα χέρια μου ήταν δεμένα πίσω, η αναπνοή μου δυσκόλευε. Μύριζε ο τόπος θειάφι, παράξενη μυρωδιά.
Ξαφνικά άρχισαν τα δέντρα να βγάζουν φύλλα, να κελαηδούν πουλιά στα δέντρα, μες το χορτάρι να φυτρώνουν άνθη κατακόκκινα. Τα χέρια μου λύθηκαν, περπατούσα τώρα ανάλαφρα, σχεδόν πετούσα. Δίπλα μου ελάφια έπιναν νερό σε πηγές. Μετά κοίταγαν ψηλά, τον ουρανό της ευτοπίας.

Το γατάκι περπατούσε πάνω στο σώμα μου, σήκω πάνω, νιαούριζε στο αυτί μου. Ευτυχής στο όνειρο της ουτοπίας. Έξω είχε νυχτώσει, όταν ξύπνησα.


Ταξιδευτής
15 Σεπτεμβρίου 2014 (29)