24 Σεπ 2011

Πορτοκαλί



Όπως το ηλιοβασίλεμα
Όπως ένα μπλουζάκι με θαλασσινό νερό πάνω στα στήθη σου
Την  ώρα που η μορφή σου, γοργόνας ανάδυση
Αντικατοπτρίζει τις ακτίνες του ήλιου
Όπως το πορτοκάλι που μοιράσαμε για πρωινό
Κι εγώ μύριζα τα δάκτυλα των χεριών σου
Όπως η νέα χάραξη του Τίτου Πατρίκιου
Κι ο δρόμος του μεταξιού.
Φως, θάλασσα και πέτρα βράχων
το πορτοκαλί ομπρέλα στην απλωσιά του έρωτα 
Ίσα που διακρίνεται, είμαι εδώ, σαν αντί-θεση
Από θέση.

Σαν το σημειωματάριο που έκρυβες στη μπλέ ποδιά σου
Κάθε Σεπτέμβρη.


Κωστής Ταξιδεύων
24 Σεπτεμβρίου 2011

17 Σεπ 2011

Εποχιακά είδη

Το κουδούνι χτύπησε γύρω στις 11 παρά το βράδυ. Το κουδούνι  του σπιτιού
εννοώ, του σχολείου χτυπάει στις 8 και 10 το πρωί.
Δεν απάντησε κανείς, βγήκα αμέσως στη βεράντα, τον είχε καταπιεί η γη. Τελευταία η γη καταπίνει πολλά, σε μια χώρα νομίζω στο Μπαγκλαντές,  η γη καταπίνει και πολυκατοικίες ολόκληρες. Όσοι καταφέρουν να μην τους καταπιεί, έρχονται στην Ελλάδα και πουλάνε δυσεύρετα μικρά αξεσουάρ του σπιτιού, όπως αυτό που περνάς, στο άψε σβήσε, την κλωστή στο βελόνι. Φαίνεται ότι κάνουν χρυσές δουλειές με αυτά στη χώρα μας, τώρα που όλοι μπαλώνουν τις τρύπες και φοράνε τα παλιά .
Μένω κοντά σ’ ένα σχολείο και κάθε πρωί άκουγα το κουδούνι, τα παιδιά μπαίνουν στην τάξη έλεγα κι εγώ στην αταξία της μέρας. Φέτος πέρασε μια βδομάδα και δεν το  άκουσα, μάλλον πρέπει να επισκεφθώ και γιατρό για τα αυτιά μου. Δεν άφησα γιατρό για γιατρό το καλοκαίρι, ο οφθαλμόλουτρος μου είπε ότι μια χαρά βλέπω στις απεγνωσμένες μου ερωτήσεις, γιατρέ βλέπω καλά;
Το κουδούνι όμως το άκουσα καλά, χτύπησε δυό φορές κάπως ανιχνευτικά, σαν τον ταχυδρόμο που χτυπάει κι αυτός δυό φορές. Αλλά  ο ταχυδρόμος έρχεται το πρωί, δεν ήρθε καμιά φορά τη νύχτα.
Ήταν η επέτειος των κλοπιμαίων.
Ένα χρόνο πριν, την ίδια ακριβώς μέρα, ήταν που έκλεψαν το σπίτι που μένω, όχι ολόκληρο, τα συρτάρια μου, δηλαδή ότι είχαν μέσα τα συρτάρια, τα ίδια τα συρτάρια τα άφησαν, κενά. Και νά. Πάνω που προσπαθούσα να καλύψω τα κενά, -απ’ το πρωί είχα τα νεύρα μου, γιατί με λήστεψε στο χώρο της δουλειάς  μου ο Βενιζέλος, μ’ ένα σαρκαστικό σατανικό χαμόγελο, μπήκε μέσα ντυμένος ταχυδρόμος και με καπέλο σαν αυτό που φορούσε ο Τζάκ  Νίκολσον, έβγαλε το πιστόλι, σήκωσα ψηλά τα χέρια, άνοιξε το συρτάρι της δουλειάς και μου τα πήρε όλα. Η αλήθεια είναι ότι δεν αντέδρασα, γιατί είχε πιστόλι, εγώ δεν είχα. Το μόνο που είπα χαμογελώντας, δεν είσαι άντρας ρε, παίζεις άνισα . Εκκαθαριστικό σημείωμα εισφορών και  τέλος επιτηδεύματος ν. 3986/2011.είπε και έφυγε το κάθαρμα. Είχα χάσει το χρώμα μου, πήγα και πήρα ένα χυμό πορτοκάλι, σαν αυτόν που σου δίνουν όταν δίνεις αίμα.
Ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος, ήταν η πρώτη σκέψη μου, η δεύτερη ήταν για να καλμάρω την πρώτη, το παιδί που μοιράζει πίτσες μπέρδεψε τα σπίτια, όπως μπερδεύει ο
gap τη γλώσσα του. Άρχισα  να ρωτάω τους γείτονες αν παρήγγειλε κανένας πίτσα , όλοι μου έλεγαν  το ίδιο, ξέρεις από πότε έχω να παραγγείλω πίτσα;
Έβαλα ένα ποτό και άρχισα να το παίζω Ρέμπους, του αγαπημένου μου Ιαν Ράνκιν, το φεγγάρι χανόταν στη μοναξιά του ουρανού, έμοιαζε απόμακρο. Το μπαλκόνι ήταν γεμάτο από τα φώτα της ΔΕΗ.
Ήταν η πρώτη φορά εδώ και χρόνια, που ένοιωθα κρυφή ανομολόγητη συμπάθεια για το πασοκ. Στις σκέψεις που έκανα, διέκρινα αποχρώσεις ευαισθησίας τέτοιες, στον πράσινο ήλιο του, που δεν τις αντέχει η  ελληνική άγρια ζούγκλα. Προσπαθεί εδώ και χρόνια να μας δείξει πως θα γίνουμε περισσότερο ευτυχισμένοι, και ένας λαός ολόκληρος το αγνοεί.
 -Αφού σαν υστερικοί  πάτε και πληρώνετε τη ΔΕΗ, ενώ σας παίρνω εν ψυχρώ τον μισό μισθό, δεν εννοείτε να ακολουθήσετε τα δικά μου πράσινα άλογα ..Και όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος. Θα φροντίσω πάλι εγώ για σας. -Βαγγέλη βάλτους όλο τον μισθό πάνω στο λογαριασμό της ΔΕΗ και πέστο, τέλος ακίνητης περιουσίας και πάμε να τους μιλήσουμε για ευτυχία. Έτσι κανένας δεν θα πληρώνει το λογαριασμό, η Ελλάδα θα βυθισθεί στο σκοτάδι και οι άνθρωποι θα αρχίσουν ξανά να αγαπούν το φεγγάρι. Βαγγέλη ονειρεύομαι μια Ελλάδα που οι πολίτες της θα ξανά-μετράνε τις νύχτες τ’ αστέρια. –Με τη 
Siemens που είχαμε μπλέξει εμείς και τα χρηματιστήρια το λαό, Βαγγέλη μου, χάσαμε τον ρομαντισμό μας, θυμάσαι στις 3 του Σεπτέμβρη την  ροζ διακήρυξη, τη νοστάλγησα.
Κοίτα λέω, και οι Πρωθυπουργοί νοσταλγούν, δεν είναι τελείως άβουλοι υπηρέτες,- με ένα πιστόλι στην τσέπη και ένα στο λαιμό τους-, καμιά  δεκαριά εφοπλιστών του ευρωδαμάσκηνου και συνέχιζα να πίνω το ποτό μου..
Ο Ρέμπους μπορούσε να περιμένει, ένα αεροπλάνο διέσχιζε τ’ αστέρια, το κουδούνι του σχολείου θα ξαναχτυπήσει...
Θυμήθηκα το πρώτο μάθημα στο σχολείο, ο γιός μου πάει στην πρώτη δημοτικού, ο δάσκαλος τους μίλησε για το Άγιο προσκύνημα στις πολυεθνικές, μόνο στο τζάμπο θα βρουν  κινέζικα τετράδια, φτιαγμένα από φτηνά εργατικά χέρια, σαν αυτά που προετοιμάζει για τα δικά του παιδιά αύριο, δεν πρόλαβε να τους μιλήσει για μίζες και άλλα σχετικά.
Όταν κάποτε θα διηγείται παραμύθια στα εγγόνια του θα αναρωτιέται, γιατί τον φτύνουν ή θα νομίζει ότι είναι βροχή αστεριών, σαν τον
gap;
Και μετά τον ξέχασα κι αυτόν, ήταν αργά  τη νύχτα, με καλούσε ένα Ό-νειρο.

Ταξιδευτής
17 Σεπτεμβρίου 2011


16 Σεπ 2011

Θαλασσί


Και ήρθες εσύ αγαπημένη
κρύωνα
μες το σκοτεινό δωμάτιο
με τύλιξες
με το χαμόγελό σου
άνοιξες το παράθυρο,
δεν έχουμε χρόνο για αδυναμίες,
είπες
ο κόσμος υποφέρει,
πάμε.
Με πήρες απ’ το χέρι
βγήκαμε γελαστοί στους δρόμους.
όλα μπερδεύονταν γλυκά.
Ήταν άλλες εποχές,
όλα ήταν μικρά
μόνο τα όνειρα ήταν μεγάλα.
Όλα μεγάλα δίπλα μας
κτίρια, αυτοκίνητα, προβλήματα,
μόνο τα όνειρα μίκραιναν,
σχεδόν πέθαναν.
Κι ήρθες εσύ αγαπημένη
κοίτα
κοίτα 
κοίτα
Ένα μεγάλο  όνειρο
και μου έδειξες με το χέρι σου
τον δρόμο.
Έβαλα τα χέρια σου στα μάτια μου,
όπως πριν,
όταν άνοιξες το παράθυρο.


Κωστής Ταξιδεύων
16 Σεπτεμβρίου 2011

31 Αυγ 2011

Σκέψεις της στιγμής



Είναι πολλές εκείνες οι φορές που αρχίζω να γράφω κάτι εν τη γενέσει κι ύστερα απομακρύνομαι αλλού. Στην απαιτητική καθημερινότητα. Μισές συζητήσεις, θέματα που ανοίγουν και κλείνουν σαν αστραπή, μισές καλημέρες, όπως όταν συναντάς κάποιον βιαστικά στον δρόμο, θα τα ξαναπούμε βιάζομαι τώρα....
...................................................
Εύκολα μπορείς να παρεξηγηθείς, δεν απάντησε, την κοπάνησε πάνω στην ώρα, δεν είπε χρόνια πολλά στη γιορτή μου κι άλλα τέτοια, λες και όλα είναι ανειλημμένες υποχρεώσεις που πρέπει να διεκπεραιωθούν στην ώρα τους.
Γράφω εδώ για μένα, να εκτονώσω ενέργεια, να αναπνέω όταν πνίγομαι, να βγάζω το μπλουζάκι όταν ζεσταίνομαι. Τα μικρά κειμενάκια μου είναι εκ του προχείρου, τα περισσότερα επαναλαμβανόμενα, σαν τη ζωή που όλο αλλάζει κι όλο η ίδια μένει. Αιώνες τώρα.
Δεν ξέρω αν λέω την αλήθεια, πάντως η αλήθεια είναι αυτό που ψάχνω κι αυτό που ο καθένας μας θεωρεί την δικιά του αλήθεια. Ποιος δεν ισχυρίζεται ότι δεν λέει την αλήθεια; Μια αλήθεια που δεν χωράει σε κανένα κείμενο. Οι αποχρώσεις της ζωής ξεπερνούν τα όρια των λέξεων. Οι λέξεις είναι ένα εργαλείο κι αυτές, να σωθούμε απ’ τον φόβο του θανάτου.
Οι άνθρωποι δεν αρέσκονται στις λέξεις, δεν καλλιεργούν τη γλώσσα τους όπως καλλιεργούν τα λαχανικά στον κήπο τους. Ίσως επειδή οι λέξεις είναι φτώχεια, "οι πολλές κουβέντες είναι φτώχεια", συνήθιζε να λέει η γιαγιά μου.
'Οσο λιγοστεύουν οι βολεμένοι, τόσο μεγαλώνει και η ελπίδα να αλλάξει κάτι. Φαίνεται ότι στη χώρα μας οι βολεμένοι καλά κρατούν. Ιστορικά μόνο όταν εξαθλιώνονται οι λαοί επαναστατούν. Ίσως πάμε κατά κει..
«Τέκνο της ανάγκης κι’ ώριμο τέκνο της οργής» έγραψε ο Βάρναλης.
Ένας ολόκληρος στόλος από καράβια απλώνεται μέσα μας, μια θάλασσα πλατιά, απέραντη ταξιδιώτισσα του ονείρου. Τι είναι τ’ όνειρο;
Αιώνες ολόκληρους κι ακόμα να σώσουμε την ψυχή μας.
Και τώρα τέλειωσαν πια οι λαγοί απ' τα καπέλα, οι άσσοι απ' τα μανίκια, τα ξόρκια και τα παραμύθια. Πάλι τη μέρα της γιορτής θα κλάψουμε. Θα κλάψουμε πολύ, μέχρι να πλαντάξει ο πόνος και τα δάκρυα να ξεπλύνουν τα κρίματα. Και θα στηθούμε εκεί πάλ,ι μόνοι ταξιδιώτες, τουλάχιστον ελεύθεροι από κατασκευασμένες ελπίδες, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να ηττηθούμε - γιατί αυτό το ξέρουμε καλά -έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να γιορτάσουμε τη νίκη - γιατί "είμαστε ρεαλιστές και πιστεύουμε το ανέφικτο".....και πάλι απ’ την αρχή, ο αιώνιος κύκλος, αιώνια θα παλεύει ο άνθρωπος να σώσει την ψυχή του, να σωθεί ο ίδιος, κρίκος της ανθρώπινης αλυσίδας, να σωθεί η συνέχεια της ζωής.
Και όταν όλα πια θα έχουν ειπωθεί, όταν δεν θα αντέχουμε άλλα περισπούδαστα άρθρα, που ακόμα περισσότερο θα μπλέκουν το ήδη χαοτικό τοπίο του μυαλού μας, και όταν όλα και όλοι θα μας υπόσχονται καλύτερες μέρες πατώντας πάνω σε πτώματα νεκρών φαντάρων, εμείς θα τραγουδάμε, εμείς θα ξαναδιαβάζουμε τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου στην Ηδονή των παρατάσεων.


Κωστής Ταξιδεύων
31 Αυγούστου 2011

27 Αυγ 2011

Ένα παιδί κοιμάται σ’ ένα πεζούλι,παραδομένο στη ζωή

''Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα΄ να μ΄ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος....''

Από μικρές στιγμούλες, έγινε ο κόσμος μάτια μου, όπως τα μικρά κομματάκια ενός πάζλ σκαρώνουν μια ονειρική  εικόνα. Από μια ανάσα ή από μια έκρηξη.  
Από ένα σπόρο, γεννήθηκε ένα δέντρο, έκανε καρπούς να θρέψει κι' άλλους,
ή γεννήθηκε ένα παιδί, η συνέχεια.
Από μια ματιά γεννιέται ο έρωτας, κι αντέχει η ζωή. Από ένα πάτημα της σκανδάλης σκοτώνεται ένας άνθρωπος.
Ένας κύκλος στιγμών είναι η διαδρομή του ήλιου, και του φεγγαριού ο δρόμος.
Και ο άνθρωπος ένας κύκλος στιγμών δεν είναι, κάποτε φθάνεις εκεί που ξεκίνησες, όταν πάρεις τη στροφή του κύκλου, δεν κοιτάς πίσω, δεν βλέπεις.
Τότε υπάρχει η μνήμη, η μνήμη γίνεται ιστορία, η ιστορία είναι το μέλλον.
Όταν ο η Εύα ξεγέλασε τον Αδάμ, ο Παράδεισος χάθηκε, για να μπορούμε να τον κερδίσουμε ξανά.
Τίποτα δεν χαρίζεται αγαπημένη, τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Τόσοι άνθρωποι στη γη έγιναν αστέρια, μόνο και μόνο να τη φωτίσουν.
«Είτε φταις, είτε όχι,
αν δεν παλέψεις θα πεθάνεις»

Μας χαρίσθηκε η ζωή, όλα της φύσης αγαθά.
Πόσο λυπηρό Αγάπη μου, να την σκοτώνει ο ίδιος ο άνθρωπος.
Τόσες της ασχήμιας φωνές γύρω μας, τόσες φωτιές πολέμου στον κόσμο.
Πόσο ακόμα χρόνια θα περάσουν να ημερέψει ο άνθρωπος;
Το τρυφερό βλέμμα ενός σκυλιού, ο ανάλαφρος ύπνος μιας γάτας.
Η θάλασσα θα είναι πάντα απέραντη, κι ασύχαστη, θα της αλλάζει χίλια χρώματα, ο συνωμότης ήλιος.
Πράσινα δροσερά φύλλα θα στολίζουν τα πέτρινα μπαλκόνια και τα σοκάκια της ψυχής θα αλητεύουν πάντα.
Μες την ατέλειωτη ομορφιά.

 Ένα παιδί κοιμάται σ’ ένα πεζούλι,
παραδομένο στη ζωή.

Ταξιδευτής
27 Αυγούστου 2011