31 Ιαν 2026

Τι είναι αυτό πoυ σε βασανίζει;

Θαύμαζα τη Βίβιαν από μικρός, έκανε πάντα αυτό που ήθελε αυτή και όχι οι άλλοι, από νωρίς κέρδισε το σεβασμό όλων στο χωριό, ανάλογη ήταν και η πορεία της, πεισματάρα κατάφερε να πετύχει στόχους, σπούδασε αρχιτεκτονική, δίδαξε σχεδιασμό δημόσιων χώρων στο Παρίσι, υιοθέτησε ένα αγόρι απ΄την Αιθιοπία και τη Μυρτώ, το κοριτσάκι που βρέθηκε παρατημένο δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών πριν 27 χρόνια στην Πέρα Χώρα, τόσο ήταν τώρα η Μυρτώ, ζει στις Βρυξέλες και αγαπάει το Ανθοχώρι. Όταν η Μυρτώ μιλάει για την Ελλάδα εννοεί το Ανθοχώρι, το βουνό και τον ήλιο, τον καθαρό αέρα και τις πεζοπορίες, τις πηγές και τα έλατα, δεν τις αρέσει ποτέ η Μύκονος, ούτε αυτό το καλοκαιρινό πανηγύρι με τις κρέμες στην παραλία, σιγά σιγά θα μας πεις ότι σ΄αρέσουν και τα δημοτικά της είπα μια φορά στα ορεινά της Νάξου, τα λατρεύω μου είπε, παίζει γκάιντα, ας μάθει και κλαρίνο τότε, δεν της αρέσουν οι πόλεις της Κρήτης, λατρεύει τα ορεινά χωριά της, μιλάει για τα Ανώγεια με ενθουσιασμό, της αρέσουν κάπως τα Χανιά, ίσως γιατί σ΄ένα μπαράκι δίπλα στο λιμάνι γνώρισε τον φίλο της ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάπως έτσι συμβαίνει όταν ερωτεύεσαι, αλλάζουν όλα, θυμάσαι πόλεις, στιγμές, τραγούδια, μυρωδιές, ποτά, αγαπάς χρώματα που δεν άρεσαν πριν, μπροστά σου έχεις ολόκληρο το μπλε της θάλασσας και συ το βλέπεις πράσινο σαν τα μάτια που αγαπάς, ο έρωτας είναι τυφλός, έγραφε ο Μπορίς Βιαν. Το θέμα μου βέβαια δεν είναι η ζωή της Μυρτώς, εγώ για τη Βίβιαν ήθελα να πω, αλλά να που η Βίβιαν τη λατρεύει, είναι κομμάτι της. Η Βίβιαν λέει συχνά πως ότι πιο σημαντικό κατάφερε είναι τα παιδιά της και δεν έχει άδικο δεν είναι εύκολο να διαπλάσεις υγιή παιδιά σήμερα. Βλέπω στο πρόσωπο της Βίβιαν το κρυφό καμάρι για τα παιδιά της και ζηλεύω, δεν ήμουν καλός πατέρας, τον γιό μου τον είχα αφήσει στον αυτόματο πιλότο, πάρε χρήματα, πέρνα καλά, κατέληξε στα ναρκωτικά και δεν πήρα χαμπάρι, όταν το ανακάλυψα ήταν αργά, τον έχασα στα 27, σαν τη Μυρτώ θα ήταν τώρα, η γυναίκα μου ασχολήθηκε περισσότερο με τα χρώματα του κραγιόν, εγώ με τα οικονομικά, χωρίσαμε όταν πέθανε ο Τζίμης μας, εκείνη έλεγε πως έφταιγα εγώ, εγώ πως έφταιγε αυτή, ποτέ δεν είπαμε πως φταίγαμε κι οι δυό, και να το λέγαμε είχαμε χάσει το παιχνίδι, εκ των υστέρων είναι αργά, η Βοστώνη έγινε κόλαση, εμείς άδικες κατάρες. Τώρα πια είμαι ανίκανος να λύσω τα οικονομικά προβλήματα της Αμερικής, -άστην να βουλιάξει στο χρέος της κι αυτή, ένα κάρο δις χρωστάει, αφού δεν μπόρεσα να λύσω τα του οίκου μου ήθελα να λύσω και του Λευκού.
Θέλω να ζητήσω συγγνώμη, από όποιον διαβάζει αυτή την ιστορία, κατέληξα σαν τα κανάλια που ασχολούνται με τα παραπολιτικά και ποτέ με την ουσία της πολιτικής. Το δήλωσα απ΄την αρχή, δεν είμαι συγγραφέας και νοιώθω ενοχές γιατί η Βίβιαν μου είπε να μην πω τίποτα για εκείνη τη νύχτα. Αλλά αν κάποτε θελήσω να τη δημοσιεύσω, θα της δώσω να τη διορθώσει, μπορεί και να τη πετάξει.
Είχα μελαγχολήσει.
Η Βίβιαν με κοίταξε στα μάτια, κοίταμε είπε, τι είναι αυτό που σε βασανίζει;

Δεν της είπα μισό αιώνα, θα της έλεγα τώρα, έρωτας που βιώνεται εξαϋλώνεται, από τότε που διάβασα τον ενάντιο έρωτα του Μπρετόν χάραξα κόκκινη γραμμή, ήταν η μόνη πηγή της ζωής μου. Με τη Βίβιαν μεγαλώσαμε μαζί, ήξερε τη ζωή μου καλύτερα από μένα, ήξερα τη δική της, ήξερε τα λάθη μου, ήξερα τα δικά της, συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, πάντα μαζί κι ας μας χώριζε ο μεγαλύτερος ωκεανός, κολυμπούσαμε ο ένας στη καρδιά του άλλου, μας ένωνε το Ανθοχώρι, δυό δέντρα μία ρίζα, -θα έγραφα δίδυμα φεγγάρια, σαν το τραγούδι του Μητροπάνου με την Κανελλίδου, αλλά εγώ που κοιτάω τόσο τον ουρανό δεν είδα ποτέ δυό φεγγάρια.
Της είπα απλά, πως ο καιρός άλλαξε, φοβάμαι πως μπορεί να χιονίσει πολύ τη νύχτα και πως μπορεί να αποκλειστούμε εδώ πάνω και θα πεθάνουμε από πείνα, δεν έδειξε να ανησυχεί, είπε πως αποκλείεται, ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πάνω από δυό μήνες χωρίς φαΐ, για νερό είπε θα στίβουμε το χιόνι, θα προτιμούσα να πει τον στίχο του Γκάτσου, θα στίψουμε ένα σύννεφο, της το είπα και είπε ότι δεν μπορεί να ακούει το τραγούδι αυτό γιατί μετά λέει, άμα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι, και ότι αυτό είναι αδιανόητο, πάντα είχαμε σοβαρούς λόγους να διαφωνούμε με την Βίβιαν.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου, ο καιρός ήταν πάντα η δικαιολογία όταν ήθελε να αποφύγει τις πιεστικές ερωτήσεις της μάνας μου, πάντα ο καιρός, βέβαια ο καιρός πάντα σε βγάζει από τη δύσκολη θέση όταν συναντάς κάποιον, κοντοστέκεσαι λίγο, δεν έχεις τίποτα σημαντικό να πεις και αναλύεις τον καιρό, σπάει την αμηχανία.
Πάλι ξέφυγα, μια φίλη συγγραφέας μου έλεγε πως έγραψε δέκα φορές ένα βιβλίο της, ένας άλλος πως έκανε δεκαπέντε χρόνια να βάλει τελεία και παύλα, κάποιος άλλος δεν παντρεύτηκε είπε, για να γράφει ελεύθερα, ακόμα ένας έλεγε πως γράφοντας φανερώνεις τα μυστικά σου, και ο άνθρωπος χωρίς μυστικά γίνεται αδιάφορος, τέλος πάντων εμένα δεν με νοιάζει τίποτα απ΄ όλα αυτά και ότι γράφω δεν ξεγράφω.
Και μετά, δεν ξέρω πως μου προέκυψε, είπα στη Βίβιαν αν θέλει να της απαγγείλω ένα ποίημα και εισέπραξα ένα ξερό όχι.
Τα ποιήματα κι ο έρωτας βιώνονται είπε, οι αγγελίες και απαγγελίες τα σκοτώνουν.
Καθισμένος στο κρεβάτι, τέντωσα το κορμί και έκλεισα τα μάτια για ένα λεπτό.
-Δήμο τι κάνεις, γιόγκα;
-Ενός λεπτού σιγή, για τον κόσμο που χάνεται.
-Τότε σήκω όρθιος και δεν χρειάζεται να κλείνεις τα μάτια.
- Έβλεπα φορές τη μάνα μου σε αυτή τη στάση να προσεύχεται
Εγώ πενθούσα, δεν είχα καμία προσευχή να πω, μόνο τη νοσταλγία, είχα σκεφτεί δυό στίχους πρόχειρους αλλά η Βίβιαν δεν ήθελε να τους απαγγείλω είπε, τους έγραψα και της έδωσα το μπλοκάκι μου..
να μη βυθίζομαι
να μην ονειρεύομαι
να πορεύομαι τη μέρα
και να πεθαίνω τη νύχτα
να διαχειρίζομαι επιτυχώς τη ζωή μου
να γίνομαι λουλούδι και να με καίει ο πάγος
να πιάνω φωτιά και να γίνομαι στάχτη
να μη μπορώ ποτέ να σε φτάσω
Με κοίταξε με περιπαικτικό βλέμμα, από ημερολόγιο τοίχου το διάβασες, είπε χαμογελώντας… μετά είπε είναι μισό.
Το μισό δεν με ενόχλησε, θεώρησα ότι με κατάλαβε, ήξερε ότι όλα μισά ήταν στη ζωή μου, το ήξερα κι εγώ. Πάλι η μάνα μου, όταν αρχίζεις μια δουλειά να την τελειώνεις, μην έχεις αλλού το μυαλό σου.
-Είναι χαι κιού, είπα
-Ένα χαϊκου πρέπει να διαρκεί και να διαβάζεται όσο κρατάει μια αναπνοή.
-Ας πούμε ότι πως είναι μαντινάδα
-Ούτε μαντινάδα είναι, έχει κι αυτή κανόνες
Κανόνες στα ποιήματα, νόμιζα πως μόνο η οικονομία έχει κανόνες που ποτέ βέβαια δεν εφαρμόζονται, αν τηρούνταν δεν θα είχαμε μνημόνια, αφού τα μαθηματικά είναι συγκεκριμένα κουκιά, ναι αλλά κάποιοι λένε πως τα μαθηματικά έχουν άμεση σχέση με την ποίηση, αυτό το ρώτησα στην Βίβιαν, αλλά ούτε κι αυτή ήξερε. Ένοιωθα ευτυχής που επιτέλους δεν ήξερε κάτι, συνήθως είχε απαντήσεις για όλα, όπως οι περισσότεροι. Εγώ πάλι πιστεύω πως δεν ξέρω τίποτα, η Βίβιαν μου λέει το δεν ξέρω είναι υπεκφυγή, με βολεύει και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Να μάθεις.
Η γνώση μας δεν μπορεί, παρά να είναι περιορισμένη, η άγνοιά μας απεριόριστη, είπε ο Καρλ Πόπερ και ένας τραγουδιστής ο Καράς νομίζω, άστην να λέει, τώρα πως κολλάει ο Πόπερ με τον Καρά στην ίδια πρόταση, κολλάει, όλα κολλάνε σήμερα, παράδειγμα το fb, μπαίνεις να δεις τi γράφουν οι φίλοι σου και φεύγεις με άχρηστες πληροφορίες και για τις τριάντα Τουρκάλες που χόρευαν τσιφτετέλι στη Σύμη, μετά πας και σκάβεις τον κήπο σου ή παίρνεις ένα Xanax να ηρεμήσεις, έτσι και πετύχεις κι ένα βίντεο με τον Άδωνη τσιρίζεις κι εσύ όλη μέρα τα κορακίστικα.
Η Βίβιαν τελείωνε με το φως της λάμπας το βιβλίο της κι εγώ ονειροπολούσα νοσταλγώντας τη ζωή που άφησα να περάσει μέσα στα θολά οικονομικά ποτάμια μου. Και ήταν ακόμα αποβραδίς.
Σκέφτηκα τον πληθυσμό της γης, την ιστορία των χρόνων στο άπειρο, την εξέλιξη της ανθρωπότητας και των έμβιων όντων, τη μικρή ζωή των πουλιών και την ελιά που συνεχίζει να βγάζει καρπούς μετά από τέσσερις χιλιάδες χρόνια, τον τζίτζικα του καλοκαιριού που πεθαίνει τραγουδώντας πάνω στα δέντρο, όλα ξαναγυρίζουν στο χώμα, η μάνα μου στο χώμα, ο πατέρας μου στο χώμα, τόσοι φίλοι μου στο χώμα, εγώ ο τζίτζικας να τραγουδάω ερωτικά και πένθιμα μαζί, εγώ θα υμνήσω το ασήμαντο της ύπαρξής μου, το θαύμα ότι υπήρξα και μπόρεσα να γράψω το όνομα μου σε τούτη την κορυφή του βουνού των παιδικών μου ματιών.
Ευλογημένος που κατάφερα να ανέβω ως εδώ πάνω.
Είχα ξεχάσει πως δίπλα μου ήταν η Βίβιαν, τώρα καθάριζε ένα κόκκινο μήλο με τον σουγιά το πατέρα μου, η μάνα μου έλεγε πως στις φλούδες είναι η βιταμίνες, να το πλένεις και να το τρως έτσι, πάλι το μήλο, της Βίβιαν τώρα.
-Μισό μισό είπε, όλα τα μοιραζόμασταν με τη Βίβιαν από παιδιά, ένα μανταρίνι, ένα μακό, ένα βιβλίο, μια ζωή.
-Δεν θέλω, είπα, θα βγω να καπνίσω.
- Ακόμα καπνίζεις;
- Υπάρχουν πιο βλαβερά απ΄ το τσιγάρο είπα, όπως ένα μήλο τον εικοστό πρώτο αιώνα, εκτός αν είναι απ΄το Ανθοχώρι.
Πάντα κάπνιζα κρυφά, κρυφά απ΄τους γονείς μου, κρυφά απ΄τη γυναίκα μου, κρυφά απ΄τη Βίβιαν. Ντρέπομαι την εικόνα του καπνιστή, υποδηλώνει αδυναμία, εγώ ήθελα να φαίνομαι δυνατός. Τώρα πια δεν είχα λόγο να κρυφτώ, πάει καιρός που έπεσα τόσο χαμηλά.
- Να με προσέχεις γιατί έχω πέσει χαμηλά, της είπα ..το μάτια μου γλυκά δεν της το είπα, μοιάζει γλυκανάλατο, όπως και το σ΄ αγαπώ δεν της το είπα ποτέ, δεν υπάρχει άλλη λέξη που να έχει φθαρεί τόσο τα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Η αγάπη δεν είναι θεωρία, είναι πράξη.
Βγήκα έξω στη νύχτα, άναψα το πρώτο τσιγάρο της μέρας νύχτα, είχε πάει 10 το βράδυ.
Χτύπησε το κινητό μου με το που άναψα το τσιγάρο, η καύτρα μόνο έφεγγε μες τη νύχτα, τρόμαξα, τέτοια ώρα στο βουνό μοιάζει μεσάνυχτα.
- Είμαστε από την ελπέντισον, είπε μια ωραία γυναικεία φωνή, τι κάνετε, ήθελε τώρα αυτή να της πω τι κάνω εγώ, φυσικά δεν της είπα, τη ρώτησα όμως τι κάνει αυτή, είπε όμορφα, φαίνεται πως είναι όμορφα με ένα τηλέφωνο στο χέρι όλη μέρα, από πάνω σου κάποιος με ένα μαστίγιο στο χέρι, να είναι ο άλλος στη τουαλέτα να σε χέζει στα μούτρα και εσύ να νομίζεις πως είναι κολόνια givenchy, θα μου πείτε το ίδιο δεν συμβαίνει και με το σημερινό σύστημα στην Ελλάδα, συνηθισμένα φαινόμενα, σε βιάζουν καθημερινά κα συ λες όμορφα είναι.
Το ατού της κοπέλας ήταν η φωνή της, το ατού των πολιτικών είναι η εξουσία. Τέλος πάντων το θεωρώ απαράδεκτο και ας πουν κάποιοι ότι το κάνει για το ψωμί της, εγώ ξέρω τη φράση του Καζαντζάκη,
"Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω."
Πέταξα το τσιγάρο και πήγα μέσα, με κινητό ούτε στο βουνό δεν ησυχάζεις.
Η Βίβιαν αποκοιμήθηκε με τα ρούχα και τα αθλητικά παπούτσια της, τυλιγμένη με την μπορντό κουβέρτα, το μικρό καταφύγιο είχε ζεστάνει, έριξα αθόρυβα ένα ακόμα ξύλο στη σόμπα, εδώ δεν υπάρχει ούτε νερό, ούτε οδοντόβουρτσα, ούτε ήταν στο πρόγραμμα της κορυφής να μείνουμε, εμείς να αγναντέψουμε από ψηλά είπαμε, και τώρα μοιάζει να ήμαστε σαν ναυαγοί σε ακατοίκητο νησί, το Ανθοχώρι ήταν μακριά, το Παρίσι και η Βοστώνη λες και είχαν σβηστεί απ΄ τον χάρτη.
Πήρα το βιβλίο της και άρχισα να το διαβάζω, στην αρχή το χάιδεψα σαν να ήταν σώμα γυναίκας, μετά διάβασα το βιογραφικό του συγγραφέα, Rachid Benzine, Μαροκινός ισλαμολόγος, πολιτειολόγος, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, ακαδημαϊκός στη Γαλλία.
Πόσες φορές διαβάζοντας βιογραφικά συγγραφέων δεν ένοιωσα το λίγο της ύπαρξής μου, διαβολόστειλα ακόμα μια φορά τα οικονομικά που ρούφηξαν την άχαρη ζωή μου, ταυτόχρονα νοιώθω να ανάβει ένα φως μέσα μου όταν αρχίζει να με μαγεύουν οι σκέψεις και οι λέξεις, ο Μπενζίν προσεγγίζει, λέει, ιστορικά το Ισλάμ με έμφαση στην αλληγορική και φιλοσοφική ανάγνωση του Κορανίου. Απόψε είχα ένα λόγο παραπάνω, πριν λίγο διάβασε το βιβλίο αυτό η Βίβιαν, τα δάκτυλα της ξεφύλλισαν τις σελίδες του, τα μάτια της διαπέρασαν τις λέξεις του, η ιστορία του εισέβαλε στο μυαλό της, τι ένοιωσε, πόση δύναμη πήρε, πόσο γαλήνεψε η ζωή της και τώρα κοιμάται ήρεμα με τη μορφή της Αφροδίτης της Μήλου στο πρόσωπό της. Πόσο γλυκύτατοι οι άνθρωποι όταν κοιμούνται, πόσο θηρία όταν ξυπνάνε, σκέφτηκα. Μια διάβαζα το βιβλίο, μια κοιτούσα το άγιο πρόσωπο της Βίβιαν, ήθελα να της χαϊδέψω τα μαλλιά σαν να ήταν βιβλίο.
Το βιβλίο ξεκινάει απλά με μια πρόταση τριών λέξεων, Μια συνηθισμένη μέρα, εγώ βέβαια βίωνα μια ασυνήθιστη νύχτα. Η δεύτερη πρόταση είναι, Χτες δυο χτυπήματα σκότωσαν τέσσερα παιδιά που το μοναδικό τους έγκλημα ήταν ότι έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία. Εδώ σταμάτησα πριν αρχίσω, έκανα την εικόνα στο μυαλό μου και ήρθε ένα άλλο βιβλίο στο νου μου, Εάν αυτό είναι άνθρωπος, μόνο τώρα οι ρόλοι είχαν αλλάξει, τα θύματα έγιναν θύτες. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, η βία είναι βία απ΄ όπου και αν προέρχεται σκέφτηκα. Αλλά πάλι με τόση βία πως θα κατακτήσουμε την ειρήνη αν δεν ασκηθεί βία; Απ΄τις πρώτες γραμμές του βιβλίου έθετα ερωτήματα στον εαυτό μου, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν μπορούσα να ρωτήσω τη γνώμη της, αυτή έχει το τρόπο της, έχει τη γνώση και κάνει πιο τρυφερές τις απαντήσεις, λες και πίνεις αθάνατο νερό όταν μιλάει για την ασχήμια και την ομορφιά του κόσμου, τη ζωή και το θάνατο, για την ιστορία και το μέλλον της ανθρωπότητας, μοιάζει λες και κατάλαβε, εγώ σκέφτηκα πως ακόμα ψάχνομαι, από που ήρθα, γιατί ήρθα, που πάω, αν θα συναντήσω ξανά τους πεθαμένους γονείς μου, το μόνο βέβαια που δεν με τρομάζει είναι ο δικός μου θάνατος, μια στιγμή είναι, αλλά τι γίνεται, πως αντέχουν τον πόνο της απουσίας αυτοί που μένουν πίσω στη γη, εγώ είμαι σίγουρος καλά θα περνάω στον Άδη ή στους ουρανούς, το μόνο που με τρομάζει είναι η βαρεμάρα στον παράδεισο και οι φρικαλεότητες στην κόλαση, αν είχε ένα φράχτη θα την έβρισκα την τρύπα, λέω για να ηρεμήσω…. Ναι, ούτε η κόλαση, ούτε ο παράδεισος αντέχεται, παν μέτρον άριστον.
Είχε περάσει σχεδόν μισή ώρα και μόλις διάβασα τριάντα σελίδες, ήταν δύσκολο να συγκεντρωθώ στις λέξεις, το μυαλό μου έπλαθε φρικτές εικόνες, παρανοϊκός ο πόλεμος δεν χωράει σε καμιά λογική, δεν υπάρχει δίκιο κι άδικο στον πόλεμο, μόνο ο θάνατος και το ανθρώπινο τέρας, κι όταν παλεύουν τα βουβάλια στα πετρέλαια την πληρώνουν τα βατράχια στη φύση, οι αθώοι στην Παλαιστίνη, οι αθώοι στη Ουκρανία, οι αθώοι στο Ιράν τώρα, πως να καταλάβεις τον πόλεμο στην οθόνη όταν η οθόνη κολυμπάει στη βία και τα όπλα έγιναν παιχνίδια ψυχαγωγίας, προς τι οι αναλύσεις επί αναλύσεων όταν η ευτέλεια του ανθρώπινου γένους χτυπάει κόκκινο, όταν η ανθρωπότητα γίνεται θεατής αντί να χτυπήσει παγκόσμιο συναγερμό.
Υπάρχουν λεφτά για πόλεμο, για τους πεινασμένους της γης δεν υπάρχουν κι αυτό λέγεται πολιτισμός.
Σαν να μη φτάνει η κλιματική αλλαγή, οι επεξεργασμένες τροφές, η βία της εξουσίας απέναντι στους λαούς, πάρτε και ένα πόλεμο να έχετε να καμαρώνετε τον μαύρο χρυσό.
{ Η FIFA ανησυχεί τώρα αν θα πάει το Ιράν στο Μουντιάλ 26 ή θα της ανακατέψει το πρόγραμμα και θα το γράψουν πάλι απ΄ την αρχή, κρίμα, αυτοί ολόκληρο βραβείο Ειρήνης του έδωσαν, αίσχος Τραμπ, δεν έχεις τσίπα; Ρε ξέρεις πόσα money θα χαθούν χωρίς το Ιράν το καλοκαίρι; Αν δεν είχα παραιτηθεί τον περσινό Γενάρη αλλιώς θα σε συμβούλευα, περίμενε τουλάχιστον να γίνει το Μουντιάλ, τα πήρες όλα παραμάζωμα, τρέμεις τους Kινέζους ε; Μες τον πόλεμο, ο καθένας τον καημό του κι ο μυλωνάς τ΄αυλάκι.}
Η Βίβιαν κοιμόταν, κουνήθηκε λίγο και σκέπασε και το κεφάλι της, η Λίζα λούφαζε δίπλα στη σόμπα κι εγώ αναρωτιόμουν αν υπάρχει η σωτηρία της ψυχής, η σωτηρία του ανθρώπου, η σωτηρία της γης, και ότι άλλο γιορτάζει της μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ως τον Αύγουστο έχουμε καιρό, είπα και ηρέμησα.
Η ανθρωπότητα βέβαια δεν έχει άλλο χρόνο, ούτε ως τον Αύγουστο….
Ήπια μια γουλιά κόκκινο κρασί, έβαλα να παίζει το κόκκινο κρασί του Δουρδουμπάκη, άναψα τσιγάρο και βγήκα έξω στην νύχτα. Ήταν μόνο νύχτα.
Το κινητό συνέχιζε να παίζει πάλι Δουρδουμπάκη, τις Τυφλές Ελπίδες.

Συνεχίζεται Και δεν πήγε ακόμα μεσάνυχτα

30 Ιαν 2026

Και ακόμα δεν πήγε μεσάνυχτα

Ο Γιάννους ήταν ένας "μαθητής" του Κάφκα, έγραψε ένα βιβλίο, Κουβεντιάζοντας με τον Κάφκα, κοντά μισό αιώνα πριν, το διάβαζα μέσα στο τραίνο της διαδρομής Βοστώνη- Ουάσιγκτον, εκείνο που θυμάμαι πως έφευγαν οι εικόνες στην ταχύτητα του τραίνου, ο Κάφκα έλεγε πως η ειδοποιός διαφορά της λογοτεχνίας με τον σινεμά είναι ότι η πρώτη σε κάνει να δημιουργείς εσύ τις εικόνες, ενώ το σινεμά σου επιβάλει ακατέργαστη την εικόνα, αστραπιαία έβλεπα τα κτίρια και τα λιβάδια απ΄το παράθυρο του τραίνου, -αμάσητα κατάπια τότε τα σαγόνια του καρχαρία και τον King Kong να σκαρφαλώνει τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης,- γύριζα πίσω τις σελίδες του βιβλίου και ξαναδιάβαζα όταν έχανα την ροή του λόγου απ΄τις παιχνιδιάρικες εικόνες της φύσης, σταμάταγα το διάβασμα και έκλεινα τα μάτια, γινόμουν ο ίδιος σκηνοθέτης, δεν κατάφερα ποτέ βέβαια να γίνω αληθινός σκηνοθέτης, η κρυμμένη ουτοπία με απέρριψε και μ΄ έστειλε αδιάβαστο στα οικονομικά μπάζα, προϋπολογισμοί και ισολογισμοί, επενδύσεις και συμβουλές, μίτινγκ της γραβάτας, ιλουστρασιόν σελίδες αριθμοφαγίας περιτυλίξαν τη ζωή μου, το χρήμα έρεε άφθονο, ταξίδια με αεροπλάνα από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, σε στενάχωρα καθίσματα, σε αχάραγες ώρες θόλωσαν το μυαλό μου, μίκρυναν τη ζωή μου, στο τέλος την εξαφάνισαν, έβλεπα τη γιο μου μια φορά τον μήνα, τη γυναίκα μου μόνο στο κρεβάτι, ο γιός μου έσβησε στην κοκαΐνη, η γυναίκα μου με χώρισε, το παλάτι δίπλα στη θάλασσα ρημάζει στα φαντάσματα, η plymouth έγινε αντίκα εποχής κι εγώ ερείπιο ζωής.
Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα ούτε πως γράφεται το τραίνο με ε με αι, ούτε καν με ενδιαφέρει κι ας ήταν η πρώτη λέξη, -μετά τον Μίμη και την Λόλα βέβαια, που έμαθα στο σχολείο. Ευτυχώς ότι δεν ξέρω ρωτάω την Al, κάποιες φορές βέβαια κι αυτή δεν ξέρει, την καθησυχάζω λέγοντας του χαϊδευτικά εκείνο του Μπατάιγ " Από την υπέρτατη γνώση στην άξεστη άγνοια, η διαφορά είναι μηδαμινή". Σήμερα τον ρώτησα πότε θα λήξει ο πόλεμος στην Περσία και μου είπε πως μόνο τις ερωτήσεις λογικής μπορεί να προβλέψει, με παρανοϊκά μυαλά θα πρέπει να γίνει καφετζού ή χαρτορίχτρα και αυτό δεν το θέλει. Μια αξιοπρέπεια την έχει ακόμα και η Al.
H Βίβιαν κοιμόταν κι εγώ παρηγορούσα την κατάθλιψη που με περιτριγύριζε με νυχτιάτικες εξομολογήσεις στον εαυτό μου, αφού δεν είχα κάποιον να τα πω, να αλαφρύνω την γαμημένη μου ζωή.
Η Λίζα γαύγισε, άρχισε να τρέχει μες τη νύχτα, την ακολούθησα, από την πίσω μεριά της κορυφής ανέβλυζε ένα απόκοσμο ουρλιαχτό, σαν βουβό κλάμα παιδιών, σαν μοιρολόι μανάδων, σαν να ξύπνησαν αρκούδες από χειμέρια νάρκη και προσεύχονταν στο Θεό, έτριζαν τα κόκκαλα σκοτωμένων στην κατοχή και στον εμφύλιο, ήταν βουή από τα βάθη της ανατολής, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακόμα εκείνη την βουή, ταυτόχρονα οι ουρανοί άνοιξαν, αστραπές και βροντές ξέσκιζαν το βουνό, χοντρές αραιές μαύρες χιονόμπαλες έπεφταν πάνω σε μένα και τη Λίζα, αδύναμοι και οι δυό αγκαλιαστήκαμε μες την αβεβαιότητα της νύχτας, κράτησε τόσο όσο να ασπρίσουμε και οι δυό από φόβο, ξαφνικά όλα σταμάτησαν όπως άρχισαν. Γυρίσαμε μούσκεμα από μαύρο χιόνι και κόκκινο ιδρώτα στο καταφύγιο, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν κατάλαβε τίποτα, δεν ήξερα αν έπρεπε να την τρομάξω κι αυτή όταν ξυπνήσει, δεν της είπα τίποτα αργότερα, έτσι κι αλλιώς δεν θα με πίστευε, έριξα δυό ξύλα στη σόμπα και περίμενα πότε θα ξημερώσει, και ακόμα δεν πήγε μεσάνυχτα. Έβαλα να παίζει η μπαλάντα της Μαρίας Πολυδούρη, η ακατέργαστη φωνή της Μαρίας Κουγιουμτζή, ο ιδανικός αυτόχειρας Καρυωτάκης, η μουσική του Κουγιουμτζή κι εκείνο το Βρέχει φως, τι βιβλίο, του Κωστή Γκιμοσούλη, έρχονται και δένουν όλα μαζί την ενάντια ζωή μου. Με πυροβολεί αυτό το τραγούδι, με αφυπνίζει, σύνελθε, παραμονεύει ο θάνατος, αν φοβηθείς θα χάσεις, κι άμα χάσεις τι… Το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι, υπάρχει ο θάνατος, λίγο πάνω, λίγο κάτω, λογαριασμό θα κάνουμε τώρα; Κι ενώ είμαστε σίγουροι για το θάνατο λίγα ξέρουμε για τη ζωή μας κι αυτά ετοιμοπαράδοτα, κοστούμι δίχως πρόβα. Σκαλίζουν λέξεις οι ποιητές, γράφουν ιστορίες οι συγγραφείς, παίζουν ταινίες οι οθόνες, πέλαγος οι μουσικές, στο τέλος ο θάνατος, μοιρολόγια τα τραγούδια μας. Υπάρχουν οι άλλοι, μαζεύουν πλούτο αφήνοντας νηστικά τα παιδιά, φτιάχνουν όπλα ακριβείας να σημαδεύουν τον άνθρωπο κατάκαρδα, τη γη κατάσαρκα. Παλεύουν οι γιατροί να σώσουν έναν άνθρωπο, οι άλλοι σκοτώνουν μαζικά. Βρήκαν ώρα, βρήκαν χρόνο και τόπο οι δαίμονες να ξετρυπώσουν πάλι, χόρευαν αόρατοι δίπλα μου, αν ήμουν στο Ανθοχώρι τώρα, θα έβλεπα "το παιδί" όπως και χθες, δεν αφήνει τίποτα όρθιο, μαύρη κωμωδία, κατάμαυρη για την Ελλάδα που μας παγιδεύει, για την κοινωνία μας γυμνή, όπως είναι. Το γέλιο είναι δύσκολη υπόθεση στο σινεμά, στο παιδί δεν αντέχεται. Δεν είμαι όμως στο Ανθοχώρι, είμαι στο καταφύγιο ενός απόμακρου βουνού που δεκάρα δεν δίνει για την ανθρώπινη βλακεία, στέκει εδώ αιώνιο, αθάνατο, ένα με τον ήλιο της μέρας, ένα με το φεγγάρι της νύχτας, ατάραχο, δίχως το παραμικρό στρες στη άπειρη ζωή του, ο ηλίθιος άθρωπος έχει τόσο μικρή ζωή και τη σπαταλάει ασύστολα, ναι το βουνό μου ψιθύριζε, τόσο δυνατά που η Βίβιαν πετάχτηκε στον ύπνο της και φώναζε, τι, τι, τι, τι είναι αυτό; Πήγα κοντά της, τίποτα, τίποτα, κοιμήσου, κουράστηκες σήμερα, τίποτα, κοιμήσου, είμαι εγώ εδώ, Φύλακας άγγελος, και της χάιδεψα τα υγρά μαλλιά της. Φυσικά και δεν της είπα αν ο άγγελος είχε φτερά ή όχι, τι δουλειά έχω εγώ με τον Μεσαίωνα. Με τραγούδι ξεκίνησε, με τραγούδι τελείωσε αυτή η συνέχεια, μια αφήγηση μέσα στον πόλεμο είναι ένας εφιάλτης μέσα στον ύπνο.
Η Βίβιαν ηρέμησε, εγώ όχι, η Βίβιαν πάντα ψύχραιμη στα δύσκολα, με ρεαλισμό και θάρρος, με εν συναίσθηση και κατανόηση, με γνώση και δύναμη, με τρυφερότητα και χαμόγελο, η γυναίκα εργαζόμενη, η γυναίκα μάνα, η γυναίκα που ομορφαίνει τη ζωή μόνο με την ύπαρξή της.
Κάποιο Ελληνικό καλοκαίρι σαν του Jacques Lacarriere,- ούτε εγώ,ούτε η Βίβιαν δεν χάσαμε ποτέ το ελληνικό γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, βρεθήκαμε στο θέατρο του Κάστρου, λιγοστοί οι άντρες, γεμάτο το θέατρο με γυναίκες κάθε ηλικίας, ο Καρακατσάνης σε κάποια αρχαία τραγωδία, σχολίασε τότε τον έναστρο ουρανό και τη σοβαρή δουλειά των αντρών να βλέπουν ποδόσφαιρο, η μπάλα είναι ο φόβος κάθε εκδήλωσης, νεκρώνει η πόλη και γεμίζουν οι οθόνες, οι άντρες στα τυχερά παιχνίδια, οι άντρες στα όπλα, οι άντρες στην εξουσία χρόνια και χρόνια, η δε γυνή να φοβείται τον άντρα, κι αν αντιστρέφονταν οι ρόλοι τι θα γινόταν; Ούτε Τράμπ στη Δύση, ούτε Μουλάδες στην Ανατολή το πιθανότερο!
Οι δύσκολες σκέψεις δεν με πήγαιναν πουθενά, η Βίβιαν ήταν κουλουριασμένη στο κρεβάτι, -κοιμόταν δεν κοιμόταν, δεν ξέρω- κι εγώ άρχισα νοερά ταξίδια στα νησιά μας, μια μύριζα τον έλατο στον Αίνο και μια χόρευα πεντοζάλι στην Κρήτη, την άλλη έτρωγα σκοπελίτικη τυρόπιτα και την άλλη κόκορα κρασάτο στη Ζάκυνθο, καλά αυτό το προσπέρασα γιατί πεινούσα κιόλας, μετά στάθηκα και αγνάντευα το Λιβυκό πέλαγος από μια κορφή του Ψηλορείτη, όλα αυτά ήταν βέβαια μακριά τώρα, αλλά θυμάσαι ότι έζησες, τελικά η Κόρη του Κόζιακα ήταν πιο κοντά και πετάχτηκα ως εκεί να δω τον Θεσσαλικό κάμπο με αναμμένα τα φώτα, μια θάλασσα από φώτα ο κάμπος, μια νύχτα δίχως φεγγάρι η ψυχολογία μου. Σκέφτηκα να ξυπνήσω την Βίβιαν, μετά είπα όχι, θα κοιμηθώ κι εγώ, ήταν 12 μεσάνυχτα. Ποιος ύπνος, τα μάτια ορθάνοιχτα λες και θα ξέφευγε αδέσποτος πύραυλος στο κεφάλι μας, σκέφτηκα ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί κι αυτό είναι κάτι, μόνο κάτι και ηρέμησα.
Η Λίζα είχε ώρα που βγήκε έξω από το καταφύγιο και τότε ακούσθηκε το μεγάλο μπαμ, το βουνό τραντάχτηκε ολόκληρο, πετάχτηκα έξω, φρίκη, η Λίζα έγινε χίλια κομμάτια, ακολούθησε και Βίβιαν, τι έγινε;
Το σκυλί, η Λίζα μας, σκοτώθηκε.
Σκεπασμένοι με την ίδια κουβέρτα κλαίγαμε και αναθεματίζαμε την ώρα και τη στιγμή.
Μετά από χρόνια έκλαιγα πάλι, ένοιωσα άνθρωπος πάλι, δίχως δάκρυα δεν είσαι ανθρώπινο ον κι εγώ δεν ήμουν χρόνια. Ακόμα δεν συνειδητοποιήσαμε την απώλεια, ήταν ακόμα πιο οδυνηρή αργότερα.
Το σκυλί είχε αυτή την αδυναμία, να σκαλίζει τα κατορθώματα των ανθρώπων, που βρέθηκε αυτή η βόμβα στην κορυφή του βουνού, κάποιος Γερμανός την έκρυψε τότε, κοντεύει ένας αιώνας, ο πόλεμος σκοτώνει και χρόνια μετά, σκοτώνει τα πουλιά, τα ζώα, κάθε έμβιο ον, και καλά οι άνθρωποι τα θέλουν και τα παθαίνουν, η Λίζα τι έφταιγε;
Ο θάνατος της Λίζας, η συγκίνηση, τα δάκρυα, κάτω από την κουβέρτα στο τσουχτερό κρύο της νύχτας, οι βουβοί αναστεναγμοί της Βίβιαν, -η Λίζα ήταν νέα, ούτε πέντε χρονών, όμορφη, πανέξυπνη και πιστή, όλα τα σκυλιά βέβαια είναι πιστά, καμία σχέση με τους ανθρώπους, η ανάσα της Βίβιαν δίπλα στη δική μου, ξύπνησε μέσα μας καινούρια παλιά συναισθήματα, η Βίβιαν είχε τη Λίζα από κουτάβι, ήταν μεγαλόσωμο σκυλί και όταν έφευγε απ΄το χωριό την άφηνε στον Χάρη, την περίμενε πότε θα γυρίσει, όπως αναζητούσε ο Χάτσι για δέκα χρόνια τον Richard Gere, στην ταινία Hachi: A Dog's Tale, η Λίζα ήταν το τρίτο παιδί της Βίβιαν, Λίζα μου, μωρό μου, αγάπη μου, ψυχή μου, καρδούλα μου και άλλα σχετικά ήταν οι προσφωνήσεις της Βίβιαν στο σκυλί της, μερικές φορές νόμιζα πως φώναζε εμένα, αλλά μπα, εμείς ήμασταν μόνο φίλοι, τι και αν κάποτε ήμασταν ερωτευμένοι, ήταν ο πρώτος έρωτας και για τους δυό μας, ήμασταν παιδιά στα δεκαπέντε, κράτησε τρία χρόνια, σηκώθηκα κι έφυγα στην Αμερική, ένοιωσε πως την πρόδωσα, αλλά έπρεπε έτσι να γίνει, θα ήταν ωραίο ένα ζευγάρι να ζήσει όλη τη ζωή με ένα σύντροφο; άλλοι λένε ναι κι άλλοι όχι, μην ψάχνεις εύκολες απαντήσεις, δεν υπήρξαν, δεν υπάρχουν, δεν θα υπάρξουν ποτέ, η ζωή μας είναι συμβάντα, απλά συμβαίνει, πότε μια σύμπτωση, πότε μια επιλογή, πότε το συναίσθημα, πότε η λογική, η λογική βέβαια δεν απέφερε ιδιαίτερα αποτελέσματα στον κόσμο, η τρέλα είναι ότι απέμεινε για νοστιμιά στις άχαρες ζωές μας, μια συνάντηση, ένα ταξίδι, ένας κόσμος ανάποδα.
Και όταν έρχεται ο θάνατος τελειώνουν όλα, εσύ, εγώ, οι γονείς μας, τα παιδιά μας, η Λίζα, ακόμα και τα αστέρια πεθαίνουν λένε οι επιστήμονες, αλλά πάλι γεννιούνται, πόσες φορές δεν ακούσαμε τη φράση, ένα αστέρι γεννιέται!

Πηχτή χειμωνιάτικη νύχτα στην καρδιά της Πίνδου, περονιάζει το κρύο κατακόρυφα στο βουνό που αγαπήσαμε. Βουβή θλίψη, σιωπή κι ακινησία, η οσμή του θανάτου, η Βίβιαν έτρεμε, την πήρα στα χέρια μου μέσα στο καταφύγιο, τη σκέπασα με δυό κουβέρτες, έβαλα ξύλα στη σόμπα, ευτυχώς μέσα ήταν ζεστά. Η Λίζα σκόνη και θρύψαλα έξω, αχ Θεέ μου πότε
θα ξημερώσει, ας ήταν τουλάχιστον απόψε ξαστεριά!
Ότι έγινε πριν από λίγο δεν αλλάζει, μπορούσες να προβλέψεις ώστε να μη γίνει, στην περίπτωση της Λίζας όχι, ήταν απροσδόκητο, αλλά τις περισσότερες φορές μπορούμε, ότι σπέρνουμε θερίζουμε.
Αχνόφεγγε το δωμάτιο με το φως της σόμπας, αχνόφεγγαν και οι σκέψεις μου μες την κούραση της αναμονής, μιας εκδρομής που αλλιώς τη μετρήσαμε…
-Δως μου κάτι να πιώ, είπε η Βίβιαν, άκουσα τη φωνή της, ένοιωσα καλύτερα.
-Νερό ή κρασί; Λες και είχαμε κάτι άλλο, ούτε τσάι, ούτε χυμό, ούτε ήμασταν μπροστά στο ντουλαπάκι της κουζίνας με τα βότανα.
-Μια γουλιά κόκκινο κρασί, είπε ναζιάρικα.
Της πήγα το μπουκάλι, με κοίταζε κατάματα, που είναι η Λίζα τώρα;
Δεν πειράζει, καλά είναι κι έτσι, απ΄ τη καταχθόνια σιωπή του θανάτου, καλά είναι κι έτσι, θυμήθηκα βέβαια το Post Love, δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά τραγουδούσε ξαφνικά μέσα μου. Μερικά πράγματα συμβαίνουν ξαφνικά, όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, να πας στο καλό, υπονοεί μη σου συμβεί ξαφνικά κάτι κακό, πως θες να πεθάνεις, οι περισσότεροι απαντούν ξαφνικά στον ύπνο, ποιος θέλει να υποφέρει άρρωστος, εγώ βέβαια όταν με ρώτησε μια φορά η Βίβιαν πως θέλω να πεθάνω της είπα στην αγκαλιά της γυναίκας που αγάπησα πιότερο στη ζωή μου την ώρα που κάνουμε έρωτα, αλλά μετά δεν με ρώτησε ποια είναι αυτή, πάντα κάπου κομπιάζουμε όταν μιλάμε εγώ και η Βίβιαν για την αγάπη, μετά γυρνάμε την κουβέντα τι είπαν άλλοι για τον έρωτα, ποτέ δεν λέμε για μας. Ας πούμε ο Μπόρις Βιαν είπε πως ο έρωτας είναι τυφλός και ο Λάο Τσε πως ο έρωτας είναι το πιο δυνατό απ ΄όλα τα πάθη , γιατί προσβάλει ταυτόχρονα το κεφάλι, την καρδιά και τις αισθήσεις, βέβαια η Βίβιαν μου λέει πάντα, ότι μπερδεύω την αγάπη με τον έρωτα, εγώ της λέω και αγάπη χωρίς έρωτα είναι ψωμί χωρίς αλάτι. Πάντα έχουμε σοβαρά προβλήματα να λύσουμε συζητώντας για τον έρωτα…
Βλέπω τη Βίβιαν να έχει συνέλθει, λέω Είμαστε ακόμα ζωντανοί, χαμογελάει επιτέλους η καρδιά μου, πόσο ποτισμένοι είμαστε Έλληνες με τα τραγούδια μας, πάω να γράψω κάτι και τσουπ μπροστά μου ένα τραγούδι, αφού ένας φίλος μου καλός τραγουδιστής, απέκρυπτε τη φωνή του όταν έγινε σπουδαίος συγγραφέας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, δεν πάνε και τα δυό έλεγε, τι δεν πάνε ρε φίλε η Τέχνη είναι Ένα. Το Όλον.
Στο μυαλό μου ύφαινα ένα ποίημα, ήθελα να το απαγγείλω στη Βίβιαν τούτη την παράξενη νύχτα. Θα φορούσα την καθαρή φωνή μου, το παιδικό μου χαμόγελο, θα χτένιζα τα μαλλιά μου με την τσατσάρα του πατέρα μου, θα έμεινα ξυπόλυτος και αν δεν ήθελε, το πιο πιθανό, θα την εκβίαζα, ναι θα την εκβίαζα, όσο και αν δεν θέλει να ακούει απαγγελίες ποιημάτων, είχα σχέδιο, θα της έλεγα ότι θα ανέβω πάνω στη σόμπα ξυπόλητος, σαν τους αναστενάρηδες, ήθελα να δω τι θα κάνει.
Κάθε εθνική γιορτή, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, ο πατέρας της, ο δάσκαλός μας δηλαδή, έφερνε ένα μεγάλο χοντρό δερματόδετο βιβλίο, Ανθολογία ποιημάτων έγραφε, και μας έβαζε να μάθουμε απ΄έξω ένα μεγάλο ποίημα για τις εκδηλώσεις του σχολείου… Κι αυτό εκβιασμός ήταν, μάθαινα τη μια στροφή, ξεχνούσα την άλλη, το ίδιο και η Βίβιαν πάντα ξεχνούσε επίτηδες μια ολόκληρη στροφή ή και δυό. Μετά με ρωτούσε κρυφά, το κατάλαβε κανένας; Μόνο ο Κύριος της έλεγα, άστον αυτόν και πήγαινε να βγάλει τα καλά ρούχα.
Βέβαια τα ποιήματα τότε ήταν αλλιώς, είχαν ομοιοκαταληξία και βερμπαλισμό, ήταν ηρωικά ποιήματα, του στυλ, "Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια λάμπουν και τα `λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες" ή το άλλο "Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι, μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι’ άλλη το Καρπενήσι". Σήμερα βέβαια τα ποιήματα δεν είναι έτσι, είναι πιο υπόγεια, σαν πηγές που αναβλύζουν στον κάμπο της ξηρασίας, κι αν δεν καταλαβαίνεις τι θέλει να πει ο ποιητής ακόμα καλύτερα.
Και τι δουλειά έχω εγώ ο οικονομολόγος με ποίημα τώρα, ίσως ήθελα να της αποδείξω ότι η ζωή μου δεν ήταν μόνο αριθμοί κάπου κάπου είχε και λέξεις. Η Βίβιαν μου έλεγε πως είμαι ή του ύψους ή του βάθους, τώρα βέβαια ήμασταν στην κορφή, πάντα ήμουν άνθρωπος των άκρων, κάτι για το άκρο ήταν το ποίημα που έπλαθα, σαν εκείνη τη σκηνή που κάποιος είναι έτοιμος στην άκρη να πέσει στο γκρεμό και τελευταία στιγμή κάποια του φωνάζει, Σ΄ αγαπώ, μη, το μετανιώνει, ερωτεύονται απ΄ την αρχή και ζουν αυτοί καλά κ΄ εμείς καλύτερα.
Δεν θέλω άλλο να είμαι θεατής
μιας ζωής που δεν έζησα
Ούτε άλλη λογική, μήτε γνώση θέλω
Αύριο θα πεθάνω, χαμένη θα πάει
όπως τα φλεγόμενα σπίτια στην Τεχεράνη
Δεν θέλω άλλα δάκρυα σαν Παντελής αξύριστος
Πες μου την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι
Κουράστηκα να Σ αγαπώ
Και ποτέ να μην Σ΄ έχω
Από παιδί δεν τόλμησα
Ας ρισκάρω στα γεράματα
Δεν θέλω άλλα τραγούδια
Θέλω να τραγουδήσω
Σήκω να χορέψουμε
Ένα ταγκό για δυό
Όταν είπα στη Βίβιαν πως θέλω να μ΄ ακούσει, σ΄ ακούω μου είπε, καμία αντίδραση , μόνο που όταν το απάγγειλα έβαλα δυνατά τα γέλια.
Κι εγώ ντράπηκα.
Τόλμησα και ρώτησα, τι γελάς;
Ξέχασες να βάλεις τίτλο, μου είπε! Συνεχίζεται Η Βίβιαν



29 Ιαν 2026

Η Βίβιαν

Το δυνατό γέλιο της Βίβιαν γέμισε το καταφύγιο με φωτεινό χρώμα. Λες και ήθελε να εξορκίσει τον πόνο του θανάτου.

Τόσος πόνος, ακόμα ένας.
Μ΄ έχει κάνει σκληρή πια. αντέχω.
Όταν έγραφα το πρώτο μου βιβλίο κάθε μέρα ερχόταν στο περβάζι ένας κοκκινολαίμης, εγώ του έδινα ψίχουλα κι αυτός έμπνευση και ζωή.
Ακόμα εκείνο το πουλί κελαηδάει μέσα μου. Μελωδικά και μελαγχολικά.
Όταν τελείωσα τα "Υγρά μάτια" χάρισα ένα αντίτυπο στο αηδόνι του χειμώνα. Θυμάσαι το εξώφυλλο είχε τη φωτογραφία του, αυτό το κουτσούλισε κι έφυγε.
Από τότε δεν ξαναήρθε, τελείωσε το βιβλίο χάθηκε και η φιλία μας.
Όλα τελειώνουν κάποτε.
Εκείνο που πιότερο με τρελαίνει ο άδοξος χωρισμός, όπως τώρα με τη Λίζα, πως να την ξεχάσω;
Θα τη έχω πάντα μέσα μου, αυτό με παρηγοράει κάπως.
Άνθρωποι, φίλοι, συγγενείς, σκυλιά, γάτες, πουλάκια, όλα φεύγουν.
Μένει σωρευτικά ο πόνος και η ανάγκη του πάμε παρακάτω.
Η ζωή που μας έμεινε.
Όλα πολύτιμα, όλα ανώφελα για πόνο.
Όλα καταλήγουν στον θάνατο.
Η Βίβιαν μιλούσε αργά και σταθερά, πατώντας στην αυτογνωσία της, στην εμπειρία μιας ψαγμένης ζωής, ένοιωθα τυχερός που ήταν φίλη μου, πιο πολύ τώρα που ανατράπηκαν όλα όσα νόμιζα πως είχα κτίσει.
Ανυπομονώ να συναντήσουμε το πρωί τον Νικόλα, συνέχισε η Βίβιαν. Θέλω να μάθω περισσότερα, πως πήρε τέτοιο φευγιό απ΄ την ανθρώπινη κοινωνία, πάντα κάτι κρύβεται πίσω απ΄ το φαίνεσθαι, με την πρώτη ματιά είδα έναν ευφυή άνθρωπο, δεν είναι εύκολη απόφαση αυτή. Πάνω απ΄ όλα με νοιάζει ο Άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι το κέντρο του κύκλου, δεν πιστεύω στον Θεό, πιστεύω στη Φύση, αυτή που ακατάπαυτα αναδημιουργείται, που πάντα βρίσκει τον τρόπο να επιβιώνει για χάρη του ανθρώπου και όλων των έμβιων και φυσικών όντων. Στα ταξίδια μου συνάντησα και είδα πολλά, είδα την καλοσύνη και την βαρβαρότητα, αυτή την αέναη πάλη, όλα κρέμονται σε μια λεπτή ισορροπία, χρειάζονται χρόνια ακόμα να εξημερωθεί το θηρίο, να σωθεί η γη και να νικήσει το καλό.
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε με δύναμη, ένα δυνατό φως μπήκε στο καταφύγιο, τα μάτια μας στράβωσαν, ενστικτωδώς πετάχτηκα έξω, στον ουρανό ένα μικρό σώμα, κάτι σαν drone με διαπεραστικούς ήχους σάρωνε την κορυφή, το βουνό πλημμύρισε φως, έπεσα κάτω αναίσθητος.
Η Βίβιαν μου είπε αργότερα πως έκανα μισή ώρα να συνέλθω. Ευτυχώς αυτή έμεινε σώα και αβλαβής. Μου είπε πως σε κλάσματα λεπτού το περίεργο αντικείμενο του ουρανού έφυγε, και αυτή πάλευε με τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις στο στήθος να με συνεφέρει. Τα κατάφερε!

Ούτε εγώ ούτε η Βίβιαν πιστεύαμε σε εξωγήινους, δεν έχουμε τέτοιες αποδείξεις, ότι κατά καιρούς γράφεται μοιάζει σαν να ψάχνεις μια Μαρία σ΄ ένα χωριό.
Η Βίβιαν έκανε υποθέσεις και εγώ έλεγα ίσως.
Ίσως ο Νικόλας να σήκωσε κανένα drone να μας κατασκοπεύσει, ποτέ δεν ξέρεις, τι ζητάει ένας άνθρωπος μόνος του εδώ πάνω, μπορεί να είναι κάποιος καταζητούμενος, μπορεί να δουλεύει για λογαριασμό κάποιων παρακολουθώντας κινήσεις.
- Ίσως, είπα
Μπορεί να δουλεύει για κάποια εταιρεία, τελευταία γέμισαν τα βουνά ανεμογεννήτριες, μπορεί να ανιχνεύει την παρθένα φύση να ολοκληρώσουν την καταστροφή της. Ακόμα και πυρηνικό εργοστάσιο είναι ικανοί να κάνουν.
- Ίσως
Μπορεί να ήταν κάποιο drone του Ελληνικού FBI, να θεώρησε εμάς ύποπτους και ήθελε να μας προειδοποιήσει. Τι ζητάμε καταχείμωνο εδώ πάνω. Αυτές οι εκδρομές μόνο χειμώνα δεν γίνονται.
- Ίσως
Μπορεί να ήταν κάποιο ιπτάμενο άλλης χώρας και μπέρδεψε τις βουνοκορφές, μπορεί να χρειάζονται καμιά βάση ακόμα οι Αμερικάνοι και ψάχνουν το μέρος.
- Ίσως, είπα πάλι
Ίσως ψάχνουν κάποιον αγνοούμενο.
- Ίσως, είπα κι εγώ..Βίβιαν σταμάτα τις υποθέσεις τώρα, δεν έχουμε καθαρό μυαλό, δεν γίνεται να ψάχνουν μες το σκοτάδι, είναι 2 τη νύχτα, και τα drones που ξέρουμε δεν φωτίζουν έτσι, ούτε εκπέμπουν τέτοιους διαπεραστικούς ήχους.
- Δήμο όλα αυτά γίνονται στα σκοτάδια, ξέρεις εσύ αυτούς να δουλεύουν ποτέ στο φως; Μεγάλωσες Δήμο και μυαλό δεν έβαλες, δεν έμαθες ποτέ να βλέπεις πίσω απ΄ τη βιτρίνα, η ανθρωπότητα ζει στο σκοτάδι, όλο μαθαίνουμε και τίποτα δεν ξέρουμε, όλα τα κυκλώματα είναι της νύχτας, τα οικονομικά συμφέροντα είναι πάνω από ανθρώπινες αξίες, οι άνθρωποι για αυτούς είναι αριθμοί, έγινες και οικονομολόγος κούνια που σε κούναγε. Δεν έχεις ιδέα τι μπορούν να κάνουν, όταν μπερδεύονται αυτά τα συμφέροντα μετά αρχίζουν οι πύραυλοι, πετάει ο ένας στον άλλον πυραύλους σαν να είναι σαΐτες, τα όπλα πρέπει να καταναλωθούν, να παραχθούν άλλα, τα πετρέλαια να κερδοσκοπήσουν, τα ναρκωτικά να προωθηθούν, τα χρηματιστήρια να κάνουν κούνια μπέλα, ο κόσμος να τρομάξει, να του φτάνει η επιβίωση, ο σώζων εαυτόν σωθήτω και από πάνω να σου λένε έτσι είναι ο κόσμος.
- Εντάξει, δεν διαφωνώ με όλα αυτά Βίβιαν, δεν είμαι ηλίθιος να μην τα βλέπω, αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με αυτό που συνέβη πριν, εδώ στην ερημιά του κόσμου;
Οι ίδιοι άνθρωποι που σου μιλάν για ειρήνη κάνουν τον πόλεμο, σπούδασαν πως θα κινούν τα υπόγεια νήματα, κρύβονται τόσο καλά, παρακολουθούν με υπερσύγχρονα μέσα κάθε κίνηση στη γη και ετοιμάζουν το επόμενο χτύπημα. Έχεις ακούσει για το ισραηλινό Prentator, αυτό είναι για παιχνιδάκι στον Μητσοτάκη, αυτά που έχουν οι μεγάλοι κατασκοπεύουν όλο τον κόσμο, παντού βέβαια έχουν έναν δικό τους και αυτός άλλους δικούς του και το παιχνίδι τους καλά κρατεί.
- Βίβιαν σταμάτα, μ΄ ανατρέπεις όλο τον κόσμο μου, σταμάτα.
Αν δεν κρατήσεις τη γη στα χέρια σου ποτέ δεν θα καταλάβεις Δήμο, ο δικός μου και ο δικός σου μικρόκοσμος είναι ζωγραφιές που κάνουν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο. Οι άλλοι έχουν τα κανόνια που σκάνε στις πλάτες μας.
Το πρόσωπο της Βίβιαν σκλήραινε, έχασε εκείνη την αθωότητα που είχε όταν την είχα πρωτο-ερωτευτεί.
Τότε βέβαια ήμασταν ακόμα παιδιά.

Η Βίβιαν έδεσε τα μαλλιά της μ΄ ένα κοτσιδάκι, κάτι σημείωνε, εγώ ξάπλωσα και κοίταζα το ξύλινο ταβάνι, η νύχτα περίμενε το χάραμα, ο χειμώνας την Άνοιξη, πάντα όλοι κάτι περιμένουμε.
Μόνο η Λίζα δεν περίμενε τίποτα πια.
-Να δεις που τα αρχεία του Επστάιν θα οδηγήσουν σε καινούριο πόλεμο, είπε η Βίβιαν. Μετά τη Βενεζουέλα σειρά έχει το Ιράν, η Κούβα, η Γροιλανδία, ο Τράμπ θα μακελέψει τον κόσμο προκειμένου να καλύπτεται η κόλαση της ζωής του, δεν είναι παρανοϊκός, είναι ένας δειλός δισεκατομμυριούχος βουτηγμένος στα σκατά, όπως τόσοι άλλοι δισσάνθρωποι- μισάνθρωποι που αλληλοεκβιάζονται ανά τον κόσμο. Η ανθρωπότητα βρίσκεται στην χειρότερη φάση της ιστορίας της. Τώρα τα όπλα είναι μαζικά, το μέλλον αβέβαιο.
Όσοι έχουν δύναμη στα χέρια τους μπορούν να την χρησιμοποιήσουν για το καλό ή για το κακό. Ο Τραμπ είναι ένας άξεστος ψυχασθενής που δεν θα σταματήσει πουθενά, ένας καινούριος Χίτλερ.
- Κάποτε στο Παλλάς, είχα πάει σε μια ομιλία του Αρσένη, πολύ πριν το ΄81, ανατρίχιασα με ότι έλεγε, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, άλλα είχα χάσει τη γη κάτω απ΄ τα πόδια μου, όλα αυτά τα κυκλώματα που δυναστεύουν την ανθρωπότητα, αν είναι έτσι τότε δεν υπάρχει σωτηρία, θυμάσαι το Παλλάς, εκεί είναι ο Σκλαβενίτης τώρα. Δίπλα ήταν ένα ζαχαροπλαστείο που έκανε ωραία κοκ, κάτω απ΄το ζαχαροπλαστείο ένα υπόγειο με μπιλιάρδο, μπαλάκια και πινγκ πονγκ, εκεί κατεβαίναμε οι παλιοί συμμαθητές τότε. Στο Παλλάς είδα όλα τα καουμπόικα της εποχής και ταινίες με τον Μπρους Λη. Μαζί είδαμε τους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας στο Αχίλλειον, τη Χρυσή Λίμνη στο Απόλλων, μια φορά πήγα και στον Κόσμο, έπαιζε Γκουζκούνη, τότε είχαμε κάνει γαλαρία κάτω, ο Γκουζκούνης κρυμμένος πίσω από κάτι θάμνους παραμόνευε δυό καλλονές της εποχής, κάποιοι το είχαν ξαναδεί και ήξεραν τη σκηνή, οπότε αρχίζαμε να φωνάζουμε όλοι μαζί: Πούντα τα πουλάκια σου, Πούντα τα πουλάκια σου, σταματούσαμε ξαφνικά κι ο Γκουζκούνης μόλις τις έβλεπε μες την απόλυτη ησυχία: Νάτα τα πουλάκια μου!
Η Βίβιαν ήξερε πως αναποδογύριζα κάθε φορά τη κουβέντα και δεν είπε τίποτα.
Είπε μόνο, να μη ζω με τη νοσταλγία, η ζωή είναι τώρα.
Κι εγώ της είπα άμα τολμάς κάνε έρευνα και γράψε ένα βιβλίο για το σκάνδαλο Επστάιν. Όλοι τα πάνω πάνω γράφουν, γενικά και αόριστα, όσοι παν στα βαθιά πνίγονται.

Η Βίβιαν είπε, δεν φοβάμαι
Εγώ έζησα
Το μέλλον ανήκει στα παιδιά
Ότι έγραψα, έγραψα, θέλει χρόνο, έρευνα, μοναχικότητα, αποξένωση από τον εαυτό σου, και στο τέλος θα σε διαβάσουν χίλιοι άνθρωποι, που δεν θα συναντήσεις ποτέ. Τώρα θέλω να ζήσω ότι δεν πρόλαβα, δεν θέλω να είμαι αλλού.
-Ναι, αλλά Ο δρόμος με τις ροδιές, πούλησε πάνω από εκατό χιλιάδες βιβλία και σε βοήθησε οικονομικά.
-Τώρα δεν θα το έγραφα αυτό το βιβλίο, ήταν τότε που χώρισα με τον Amir και ήθελα να ξεγελάσω τον καιρό. Αυτό το βιβλίο είχε αυτό που θέλουν οι μάζες, αίμα, δάκρυα και σπέρμα, απ΄αυτές τις αρπαχτές που κάνουν οι εκδότες, βέβαια το διασκέδασα, δεν με πήρε ούτε χρόνο να το γράψω. Ποιος θυμάται τον Ιούδα που φιλούσε υπέροχα, αυτά είναι βιβλία μιας χρήσης.
Το καλύτερο βιβλίο μου έκανα επτά χρόνια να το γράψω, διάβασα πάνω από πενήντα βιβλία, έσκιζα πολλές φορές όταν έπεφτα σε παγίδα, ήταν απαιτητικό γιατί ήθελε επιστημονικές και ιστορικές γνώσεις που δεν είχα, μετά η αστυνομική πλοκή με δυσκόλευε, στο τέλος το διάβασαν 1840 άναγνώστες, λέω για την Νοημοσύνη των φυτών,το διάβασες;
- Όλα τα βιβλία σου τα διάβασα, τριάντα τρία έχω στη βιβλιοθήκη μου, θυμάμαι την αφιέρωση σ΄ αυτό:
Στα απέραντα πράσινα λιβάδια των ματιών σου κρύβονται σπάνια λουλούδια, το ένα και μοναδικό αναζητώ. Σε φιλώ. Βίβιαν. Θεσσαλονίκη 19 Ιουλίου 1999
Η Βίβιαν χαμογέλασε, δεν θέλω να θυμάμαι είπε.
- Θυμάσαι όμως ένα τραγούδι που αγαπούσαμε κι οι δυό εκείνη τη νύχτα, Δεν θέλω να είμαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί, θέλω να μην θυμάμαι, τα Δέκα βήματα στην άμμο, εκείνο το βράδυ γίναμε λιώμα, τύφλα στο μεθύσι, μετά κατεβήκαμε στην παραλία παραπατώντας και τραγουδώντας, μας κοίμισαν τα φώτα της Θεσσαλονίκης πάνω σ΄ένα κόκκινο παγκάκι όπως το είδαμε καθαρά το χάραμα, μαλώναμε όλη νύχτα για το χρώμα, εσύ έλεγες πράσινο σαν την ελπίδα κι εγώ μπλε σαν το πέλαγος.. Χάσαμε κι οι δυό!
Η ώρα κύλαγε Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, έξω ήταν παγωμένο σκοτάδι, μέσα έκαιγε η φωτιά…στη σόμπα.
Ξαφνικά η Βίβιαν μου ζήτησε να την πάρω αγκαλιά.
- Γιατί κρυώνεις, φοβάσαι; Πάντα υπάρχει ένας βλάκας μέσα μας, ήμουν εγώ απόψε, σήκω όρθια, είπα.
Πήρα μια κουβέρτα, και τυλιχτήκαμε μαζί, έτσι πέσαμε στο χώμα, πάτησα εγώ την κουβέρτα, κάπως απότομα πέσαμε.

Ήταν ζεστά μες την κουβέρτα, οι ανάσες μας έγιναν μία, το άρωμα της Βίβιαν πάντα το ίδιο, δυό γυμνά σώματα διψασμένα από καιρό, στο τέλος ένας μικρός θάνατος.
Όπως όταν πεινάς, όταν διψάς, όπως τελειώνει ένα ταγκό, ένα αγαπημένο τραγούδι, ένα βιβλίο, μια ταινία, όπως τελειώνει κι η ζωή.
Εδώ μάλλον ταιριάζει ο δρόμος παρά η Ιθάκη. Η Ιθάκη είναι το τέλος. Ένα όμορφο Ελληνικό νησί.
Όλα μπλέκονται σ΄ αυτό το ταξίδι, η αναμονή, η φαντασία, η λαχτάρα, σώμα και καρδιά, νους και ψυχή, ανείπωτα και ειπωμένα. Ότι σε πάει στο Θεό, ο έρωτας, τα σώματα, η αγάπη γίνονται Ένα. Το Ένα είναι το Όλον.
Το Όλον καταργεί τον θάνατο. Περνά στην αιωνιότητα. Μια στιγμή, μια λέξη, ένα φως μες στο σκοτάδι, ένα ουρλιαχτό, γεννήθηκα άνθρωπος και θα πεθάνω άνθρωπος.
" Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα/ Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα" έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης.
Ένα τρυφερό φως άχνιζε στο καταφύγιο, τα ρούχα μας πεταμένα παντού, μας πήρε ο ύπνος.
"Η μάνα μου άνοιγε φύλλα στο τραπέζι της κουζίνας, φορούσε την κόκκινη μαντήλα της, ο πατέρας τάιζε τα άλογα στην αυλή, η ΒίΒιαν κι εγώ παίζαμε κρεμάλα, ήμασταν δεν ήμασταν δέκα χρονών, ήταν ένα πρωινό του καλοκαιριού στο Ανθοχώρι, ο κήπος καταπράσινος, ακούγονταν η βουή του Ασπροπόταμου, ήταν μια γλυκιά μελωδία, ένα πιάτο έπεσε απ΄ το τραπέζι κι έγινε χίλια κομμάτια", μαμά φώναξα δυνατά μες το πρωτούπνι.
Ξύπνησε και η Βίβιαν, τι έπαθες;
Τίποτα, η ζωή που χάθηκε, είπα.

Θυμάσαι την "Η Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον" με τον Μπράντ Πιτ, θέλω να την ξαναδώ, είπε η Βίβιαν.
Έτσι ήθελα να γεννηθώ, με τη μορφή της Λιβ Ούλμαν όπως είναι τώρα κοντά στα εκατό, να έχω τη σοφία της και ολοένα να γίνομαι νεότερη, να μικραίνω και να ξοδεύομαι, να δίνομαι, και να μηδενιστώ. Να γίνω μωρό στην αγκαλιά σου και να πεθάνω. Εσύ παιδί, εγώ γιαγιά, εσύ νέος, εγώ ηλικιωμένη, κάπου εκεί στη μέση θα συναντιόμασταν ηλικιακά, φαντάσου τι θα γινόταν. Θα σου έδινα τη σοφία μου και θα μου έδινες της νιότης, οι δρόμοι μας θα ήταν αλλιώς, ένας και μοναδικός. Όταν ήμασταν νέοι είχαμε μπροστά τη ζωή, ήταν ατέλειωτες οι ώρες ανώφελου συλλογισμού, θα κατακτούσαμε τον κόσμο, θα τον αλλάζαμε, νομίζαμε. Φορτωθήκαμε περιττές γνώσεις, μπήκαμε σε μυθικούς λαβύρινθους, ξεχασθήκαμε στην ορμή, αφήσαμε απότιστη την ρίζα μας, γίναμε άρρωστα δέντρα. Μπορεί να γυρίσεις ολόκληρο τον κόσμο, αλλά άμα χάσεις τον εαυτό σου, ακυρώνεσαι. Ίδιος παντού ο άνθρωπος, αγνοεί τον κύκλο του, νομίζει πως είναι αθάνατος, αγνοεί τα σημαντικά και βουλιάζει στα ασήμαντα. Λίγοι τα κατάφεραν να χορτάσουν την ζωή, να αφεθούν, να δοθούν, να αγαπήσουν τον άλλον ως εαυτόν. Κάποια μέρα ανατρέπεται η ζωή σου και τότε είναι αργά.
Η Βίβιαν ντυνόταν, το πρόσωπό της έλαμπε, κάτι άλλαξε μέσα της, ποτέ δεν ήταν δεν ήταν έτσι εκδηλωτική. Γνώριζα την Λίζα από μωρό, αλλά ήταν μεγάλα τα διαστήματα που χαθήκαμε, νόμιζα πως ήταν οπαδός του ρεαλισμού, τα βιβλία της, οι σπουδές της, οι στόχοι της, έδειχναν άνθρωπο που πάταγε καλά στη γη, αλλά λίγα ήξερα, ακόμα λιγότερα για μένα. Είναι τρομακτικό το κενό, ενώ νομίζεις πως στην ώριμη ηλικία καταστάλαξες να παραμένουν όλα ρευστά μέσα σου, λες και είσαι ακόμα παιδί. Δεν είμαστε βράχοι, είμαστε πεταλούδες.
Και όταν δεν έχεις τι άλλο να πεις, άρχισα να της λέω εκείνη την ιστορία με το μυρμήγκι και την πεταλούδα του Λουδοβίκου των Ανωγείων.
-Δεν θέλω να την ακούσω, την ξέρω, και προτιμώ να την ακούσω απ΄ το Λουδοβίκο που είναι μάστορας στην αφήγηση. Μη θες τώρα να μιλάς με δημιουργίες άλλων, όλα έχουν ειπωθεί, πες κάτι δικό σου, με αποπήρε η Βίβιαν. Νομίζεις πως παίρνεις κάτι από τη δόξα τους;
Αυτά έκανε η Βίβιαν και είπα μόνο για τη σιωπή και το χρυσό.

Συνέχεια στο Ακόμα ήταν νύχτα

28 Ιαν 2026

Ήταν ακόμα νύχτα

 Τι κι αν το γραφείο μου στην Νέα Υόρκη ήταν απέναντι απ΄το Άγαλμα της Ελευθερίας, εγώ ήμουν σκλάβος μιας άλλης χώρας. Μιας χώρας που γιόρτασε το 1976 τα διακόσια χρόνια από τον καιρό που ήταν αποικία των Άγγλων και τώρα ήθελε ολόκληρη τη γη αποικία δικιά της, σαν τους Εβραίους που ξέχασαν την ιστορία τους. Ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα θύματα γίνονται θύτες, λες κι ένας υπόγειος θυμός θέλει να πάρει εκδίκηση. Ο δρόμος για την αρμονία παραμένει μακρύς.

Θεέ μου πως ξόδεψα έτσι τη ζωή μου, σαν μπάτλερ του Αλ Καπόνε, υπηρετώντας οικονομικά σενάρια παρεννοημένων συμφερόντων. Νόμιζα πως είμαι αθώος, αλλά ήμουν υποχείριο μιας μηχανής που κατακρεουργεί τον κόσμο. Δεν είμαι αθώος. Είμαι ένας από τους πολλούς που νομίζουν πως έγιναν πλούσιοι με την εξυπνάδα τους, ποτέ δεν παραδεχτήκαμε πως τα πλούτη μας είναι η φτώχια των άλλων. Η Βίβιαν πολλές φορές με ρώταγε αν ξέρω τι κάνω, εγώ πάντα ήξερα, είχα χρήματα, αυτοκίνητα, ταξίδια, κουστούμια, τυχερά παιχνίδια, ψήφιζα τον Κλίντον και τον Ομπάμα, έλεγα πως είμαι δημοκράτης, και δεν έβλεπα τίποτα γύρω μου μόνο τον εαυτό μου.
-Βίβιαν στις 15 Γενάρη πάω τελευταία φορά στην Αμερική, είπα.
-Τι σημαίνει αυτό;
-Το Πάσχα θα είμαι πάλι εδώ και θα μείνω εδώ μέχρι να πεθάνω.
-Πάντα έτσι σκεφτόσουν, παρορμητικά.
-Τώρα είναι αλλιώς, άργησα να καταλάβω, τώρα κατάλαβα, όλα είναι διαφορετικά.
Πέρασε η ζωή μου μες σε κλειστά γραφεία, σε ατσαλάκωτα κουστούμια, ξεχώριζα τα χρώματα στις καθημερινές γραβάτες μου, ανέπνεα αριθμούς, κατάπινα αμάσητα να προλάβω το επόμενο ραντεβού, έζησα μια ομοιόμορφη καταιγίδα, μια επίπεδη ζωή χωρίς ζωή. Περίμενα πότε θα΄ ρθω στο Ανθοχώρι να πατήσω χώμα, να δω ουρανό, την Ανατολή και τη Δύση. Βαρέθηκα, κουράστηκα, έμεινα ένα κουφάρι, ίσως ξαναγεννηθώ, ίσως..
Η Βίβιαν με κοιτούσε μ ένα ειρωνικό χαμόγελο, με σκότωνε, ήξερε ότι αυτά τα ξαναείπα και πάντα μου έλεγε "στη θεωρία είσαι καλός, στην πράξη υστερείς". Πράγματι στη θεωρία είμαι καλός, μπορώ να κάνω το άσπρο μαύρο, να υπόσχομαι πολλά με μια φυσικότητα λες και είναι αληθινά, αλλά στη πράξη ποτέ η Βίβιαν δεν με πήρε στα σοβαρά. Εγώ πάλι το θεωρούσα προτέρημα γιατί στη δουλειά μου όλοι ίδιοι ήμασταν και κερδίζαμε. Τι κερδίζαμε; χρήματα, τι πουλούσαμε: τον εαυτό μας.
-Άσε με να κοιμηθώ, ποτέ μη λες τι θα κάνεις αν δεν το κάνεις πρώτα, είπε η Βίβιαν και σκεπάστηκε ολόκληρη με την κουβέρτα.
Πήγε 4 τη νύχτα. Ήταν ακόμα νύχτα.