22 Δεκ 2010

Χριστουγεννιάτικο τραπέζι

Φόρεσε το παλιό παλτό του και βγήκε στους δρόμους. Δεν άντεχε άλλο τη μοναξιά του, ανήμερα Χριστούγεννα. Από τότε που έφυγε η γυναίκα του, τα παιδιά του είχαν φύγει στο εξωτερικό για σπουδές και παρέμειναν εκεί, έμεινε μόνος του. Έσφιγγε τα δόντια.
Σηκώθηκε νωρίς το πρωί, ξυρίστηκε, χάιδεψε τη γάτα του, διάβασε ακόμα μια φορά τον γλάρο Ιωνάθαν, δεν ήθελε βαριές σκέψεις σήμερα στη ψυχή του. Το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε αγκαλιά με τα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια του Μάρκαρη, του πλάκωσε τη ψυχή, αν και χαριτολογώντας ο Μάρκαρης με τον Χαρίτο του δεν άφηνε περιθώρια για μελαγχολικούς ελιγμούς. Παρ’ όλα αυτά η νύχτα χωρίς φως, είναι πάντα μαύρη.  Ξεχώριζε μόνο τ’αστέρια στον ουρανό.

Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Σελίν, τον είχε σημαδέψει. Κανένας δεν γυρίζει αλώβητος από κεί.

Πήγε έντεκα, έριξε μια ματιά στη φωτογραφία της γυναίκας του, πλάι στο κομοδίνο και βγήκε στο τσουχτερό κρύο. Λίγα αυτοκίνητα στους δρόμους, ακόμα λιγότεροι άνθρωποι. Ήδη είχε στρωθεί το γιορτινό τραπεζομάντιλο στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Πήρε την οδό Διαμαρτυρίας και περπάτησε μέχρι τη Επανάστασης, σταμάτησε στο καστανά και πήρε λίγα κάστανα, περισσότερο να ζεστάνει τα χέρια του, παρά την όρεξή του. Πέρασε απέναντι, μπήκε σε μιαστοά και βγήκε στην Ελευθερίας, δεν βιαζόταν, βόλτα βγήκε, την αύρα των Χριστουγέννων ήθελε. Σταμάτησε και χάζεψε τη βιτρίνα του αγαπημένου του βιβλιοπωλείου, της Σεμέλης. Χθες ήταν εκεί, αγόρασε το βιβλίο του Στεφανάκη, να πολεμάς με τους θεούς, τον γύρο του θανάτου του Κοροβίνη και τον ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ του Τζόναθαν Κόου. Μια φορά την εβδομάδα θα περνούσε απ’ το βιβλιοπωλείο, μετά πήγαινε στις 9 Μούσες, το μόνο δισκάδικο που απέμεινε στη πόλη και αγόραζε cds με κλασική μουσική. Είχε συνηθίσει χρόνια να διαβάζει ακούγοντας κλασική μουσική.
Τα μαγαζιά κλειστά, αστικά δεν κυκλοφορούσαν, κάποια καφέ ήταν ανοιχτά, ακόμα και τα Goodys, εστιατόρια καταναγκαστικού φαγητού, που δεν κλείνουν ποτέ, ήταν κλειστά σήμερα.
Απέναντι η πλατεία Αγωνίας, με το στολισμένο με ψεύτικο άσπρο χιόνι δέντρο.
Προχώρησε κι έστριψε στην οδό Αμαρτίας, όλα τα κόκκινα φωτάκια σβηστά, παρακάτω ο σιδηροδρομικός σταθμός. Μπήκε μέσα, του άρεσε να πάει εκεί, έπιανε μια γωνιά παρατηρώντας τους ανθρώπους, μάζευε υλικό και χαρακτήρες, ήθελε κάποτε κι αυτός να γράψει ένα βιβλίο. Είχε ήδη φυτέψει ένα δέντρο και έκανε δυό παιδιά.
Πήγε στο μικρό καφενεδάκι του σταθμού, παρήγγειλε κονιάκ κι έκατσε δίπλα στο παράθυρο, ήθελε να δει το τρένο να περνά. Στην τηλεόραση οι ειδήσεις των μία. Ο πατριάρχης
έστελνε τις ευχές για την σωτηρία του ανθρώπου με τη γέννηση του Θεανθρώπου, ο πρωθυπουργός έλεγε πάλι ότι η χώρα θα σωθεί, ο αρχηγός της αντιπολίτευσης δεν θα σωθεί και οι υπόλοιποι αρχηγοί ότι χρεοκόπησε ήδη η πολιτική και η χώρα μαζί. Απέναντι του κάποιος διάβαζε για το ντέρμπυ των αιωνίων αντιπάλων, στο φως των σκορ, μια νέα κοπέλα άκουγε μουσική απ΄ το walkman, με το κοσμοπόλιταν στα χέρια της.
Τότε μπήκε μέσα.Ψηλή, πράσινα μάτια, καστανά κοντά μαλλιά. Μια γυναίκα κοντά στην ηλικία του. Κρατούσε στα χέρια της το τέλος της μικρής μας πόλης, του Χατζή.
Στο άλλο τραπεζάκι μόνη της άρχισε να διαβάζει, συναντήθηκαν αρκετές φορές τα μάτια τους αμήχανα και ένα χαμόγελο αδιόρατο…..
Στα σπίτια το χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχε στρωθεί για τα καλά, ο σταθμάρχης ανακοίνωσε ήδη τον ερχομό του τρένου.
Ένας άντρας και μια γυναίκα άλλαζαν ματιές, σαν να ήταν γιορτινές ευχές!
Το τρένο έφθασε, έφευγε, η γυναίκα σηκώθηκε τρέχοντας να προλάβει. O άντρας έτρεξε πίσω της φωνάζοντας, σας έπεσε η φωτογραφία, ο σελιδοδείκτης σας.
Μπήκε κι αυτός μαζί της στο τρένο να την προλάβει. Οι πόρτες έκλεισαν πίσω του, το τρένο ήδη ξεκίνησε.
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ζωντάνεψε απρόσμενα.


Ταξιδευτής
22 Δεκεμβρίου 2010


1 σχόλιο: