1 Φεβ 2026

Όλα θα ήταν αλλιώς

Μια μικρή εξομολόγηση, ένα τραγούδι, εικόνες από παλιά, άδειασε το μυαλό μου. Ο χειμώνας νυχτώνει νωρίς, ήταν έξι το απόγευμα και έξω ήταν σκοτάδι. Άνοιξα με τον σουγιά πολλών χρήσεων του πατέρα μου, το κόκκινο κρασί. Πιες, ποτήρια δεν έχουμε, πιες εσύ, να πιω κι εγώ. Γουλιά γουλιά, σαν φιλιά που δεν δόθηκαν ποτέ στο στόμα που διψούσε. Πλαστός, κόκκινο κρασί, σκηνικό κι αυτό…. Δυσκολεύομαι να αφηγηθώ αυτή την εκδρομή, ενώ φαίνεται εύκολη, δεν είναι, δεν ήμουν έτοιμος το ήξερα, είναι μια αλλόκοτη ιστορία σαν του Πόε, μια νύχτα τρυφερή σαν του Φιτζέραλντ, αλλά αφού ξεκίνησα θα προσπαθήσω λέξη λέξη, λιτά και απέριττα να μην κουράσω κάποιον που θα την ακολουθήσει γεμίζοντας με φλύαρες περιγραφές. Ίσως έπρεπε να την εξιστορήσω σε κάποιον συγγραφέα ή έστω σε κάποιον που έκανε μαθήματα δημιουργικής γραφής και έμαθε. Είπα στη Βίβιαν να καταγράψει εκείνη τη νύχτα και φυσικά αντέδρασε, "δεν έχω γράψει ποτέ για την ιδιώτική μου ζωή και ούτε θα το κάνω ποτέ, οι προσωπικές μας ιστορίες δεν αφορούν τους άλλους, δεν θα ήθελα να μιλήσεις ποτέ για μας, ότι είναι βαθύ κ ανείπωτο δεν εξαϋλώνεται ποτέ…". Βέβαια αντέδρασα κι εγώ, της είπα πως διάβασα κάποια βιβλία, παρ΄ όλα τα οικονομικά που με περιτύλιξαν, και διέκρινα πως οι περισσότεροι γράφουν για τη ζωή τους μέσα από κάποιον άλλον ήρωα που πλάθουν όπως αυτοί θέλουν και πως είναι άτιμο να είσαι ηθοποιός της ζωής σου.

Ο πατέρας μου ήταν αγωγιάτης, είχε έξι άλογα και ένα γάιδαρο. Τότε στο Ανθοχώρι δεν ερχόταν φορτηγό, ούτε λεωφορείο, έφτανε μέχρι την Κερασιά, το κεφαλοχώρι της περιοχής. Κουβαλούσε τους ανθρώπους που έφταναν με τα πράγματά τους από την Αθήνα, τα Τρίκαλα, τα Φάρσαλα, από παντού, από την Κερασιά στο χωριό. Δυό ώρες δρόμος σε απόκρημνα μονοπάτια, μέσα από το ποτάμι, δύσκολες ανηφόρες. Αυτό γινόταν το καλοκαίρι, τον υπόλοιπο καιρό κουβαλούσε άμμο απ΄το ποτάμι, τσιμέντα, τρόφιμα, αλεύρι, αλάτι και πετρέλαιο. Και τα σπίρτα ο πατέρας μου τα έφερνε στο Ανθοχώρι, χωρίς σπίρτα το χωριό έμενε στα σκοτάδια.
Στην Κερασιά υπήρχε το Μονοπώλιο που προμήθευε ολόκληρη την ορεινή περιοχή. Εγώ ήμουν ο γιός του αγωγιάτη, η Βίβιαν η κόρη του δασκάλου. Τα σπίτια μας αντικρυστά. Ο δάσκαλος έχει δυό παιδιά και ένα κορίτσι, έλεγε η μάνα μου, εμείς δεν καταφέραμε να έχεις ένα αδερφάκι. Τότε τα αγόρια ήταν τα παιδιά , τα κορίτσια ήταν απλά κορίτσια. Ξέρω ξεφεύγω τώρα, αν κάποιος διαβάζει αυτά που γράφω μπορεί και να βαρέθηκε. Ήθελα όμως να δικαιολογήσω πως έφυγα στην Αμερική, ένα μήνα αφού σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Ήταν παραμονή τ΄ Αηλιός, πήγαινε στη Κερασιά να φέρει κόσμο, αγρίεψε το άλογο, παραπάτησε, έπεσε και γκρεμοτσακίστηκε στη χαράδρα. Τα υπόλοιπα άλογα γύρισαν πίσω, μας έφεραν το μαντάτο, κάτι συνέβη, τον βρήκαμε νεκρό μετά από δυό μέρες. Τότε δεν υπήρχαν κάμερες στους δρόμους, οπότε ποτέ δεν μάθαμε. Ήταν μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, ήταν εκείνη η πρόσκληση του Θείου απ΄ τη Βοστώνη, έλα να σπουδάσεις εδώ.
Και πήγα. Εκείνος έφυγε να καταπολεμήσει την φτώχεια είπε, και την καταπολέμησε, αλλά κι εκείνος γκρεμοτσακίστηκε όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ χωρίς πάτωμα, έπεσε στο κενό. Τι κρίμα, ήταν καλός άνθρωπος, είπαν στο χωριό.
Η Βίβιαν δεν μου το συγχώρεσε ποτέ, πόσες φορές δεν άκουσα τη φράση "όλα θα ήταν αλλιώς".
Η λάμπα της Βίβιαν ήταν αναμμένη ως τα μεσάνυχτα, από μικρή διάβαζε, δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, ένα μικρό σημείωμα ως το πολυσέλιδο Οι άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ, τα λεπτά χεράκια της κρατούσαν εκείνα τα σκληρόδετα βιβλία και την άλλη μέρα μας έλεγε ιστορίες από την Παναγία Των Παρισίων και το Χωρίς οικογένεια. Ανήσυχη περπατούσε την Οδό Οράματος μόνη, εμείς τα αγόρια είχαμε το μυαλό μας στη μπάλα και στο ποτάμι. Κατάφερα κι εγώ να διαβάσω την καλύβα του μπάρμπα Θωμά και από τότε όλο καλύβες ονειρεύομαι. Παιδιά στο δημοτικό, ούτε το πρώτο βιβλίο, ούτε ο πρώτος έρωτας ξεχνιούνται ποτέ.
Η Τιτάνια είχε σκοτεινιάσει, τα σύννεφα απ΄το Βορά στάθηκαν πάνω μας, κάτω στο νότο αχνόφεγγε μια κόκκινη γραμμή, κάποια αστέρια ανάμεσα στα σύννεφα τρεμόσβηναν, πουθενά το φεγγάρι.
-Κλείσε τη πόρτα, έρχεται κρύο, είπε η Βίβιαν και τυλίχτηκε με μια κουβέρτα. Πάλι τα ίδια, 15 νεκροί και 24 τραυματίες ήταν η είδηση στο κινητό. Πέταξε την κουβέρτα και βγήκε έξω, φώναζε με ένα Why; ουρλιαχτό, σαν την αντιπολεμική αφίσα στα φοιτητικά μας χρόνια.
"Α: πρέπει να τους λέμε Eισβολείς…Αυτή δεν είναι η Oδηγία;"Από το θεατρικό έργο Κουκούλα, του Θανάση Τριαρίδη.
Τον Σεπτέμβρη του 19 η Βίβιαν πήρε ένα χρόνο Πανεπιστημιακή άδεια και πήγε στη Μόρια. Είχα διαβάσει το βιβλίο της "Φόβος και Βία στη Μόρια", αρρώσταινε όταν άκουγε για τους θαλασσοπνιγμένους ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλήν κλίναι.
Μπήκε στο καταφύγιο και έπεσε μπρούμητα στο κρεβάτι κλαίγοντας.
Την σκέπασα με την κουβέρτα, οι τρεις γιαγιάδες της Λέσβου έφυγαν, μαζί τους έφυγε και ο Άνθρωπος.
Τα γεγονότα είναι τόσο πυκνά πια, οι διαθέσεις αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή, ζούμε επιδερμικά, μέσα σ΄ ένα κουβάρι ειδήσεων χάνεται η ζωή μας σκέφτηκα, ρίχνοντας άλλο ένα κούτσουρο στη σόμπα.
Ήμασταν στο κατώι του σπιτιού σου, στην πράσινη κουζίνα, - πράσινα παράθυρα, πράσινη πόρτα, έτσι την έλεγε η Βίβιαν, η μάνα σου μας είχε φτιάξει φέτες με βούτυρο και μέλι, η μάνα σου ήταν νέα, όμορφη, γελαστή, εσύ κι εγώ χαρούμενοι, παιδιά. Η μάνα σου έτριβε ένα κολοκύθι με το κουτάλι, είχε ανάψει τη γάστρα, στο δρόμο ακούστηκαν φωνές, το νερό άρχισε να μπαίνει από παντού στο σπίτι, σβαρνισθήκαμε στην αυλή, η στάθμη ανέβαινε επικίνδυνα, η μάνα σου πνιγόταν, εσύ φώναζες, μαμά, μαμά, δεν μπορούσες να τη φτάσεις το νερό μας σκέπασε, είχε σκεπάσει το σπίτι μου από κάτω, ανέβαινε κατακόρυφα να πνίξει όλο το χωριό, βρεθήκαμε απότομα στον πάτο μιας θολής λίμνης, πνιγήκαμε αγκαλιά, είδα τις καρδιές μας μέσα στις λάσπες πριν πεθάνουμε, δεν θυμάμαι τίποτα μετά…
Η Βίβιαν πετάχτηκε κατακόκκινη στο πρόσωπο, έσταζε ιδρώτα, μόλις την είχε πάρει ο ύπνος, έτρεμε σύγκορμη τι εφιάλτης κι αυτός έλεγε…
Τι είναι τα όνειρα στο πρωτούπνι, πόσο πίσω πάνε στο χρόνο, δεν ξέρω θα φωνάξουμε τον Φρόυντ να μας το εξηγήσει, είπα.
Πενήντα χρόνια πριν, ήμασταν παιδιά και κάποιες μαύρες πέτρες στοιβαγμένες μπροστά στο Μονοπώλιο, έλεγαν για μελέτες στο έδαφος, για φράγμα στο ποτάμι και το Ανθοχώρι θα βυθιστεί στη λίμνη.Το Ανθοχώρι μισό αιώνα στην ομηρία, η Βίβιαν τρόμαζε στην ιδέα ότι μπορεί και να γίνει κάποτε, αλλά όπως οι περισσότεροι Έλληνες ποτέ δεν άκουγε τα παραμύθια των πολιτικών. Ούτε είναι δυνατό να διανοηθεί κάποιος πως θα τον διώξουν απ΄το σπίτι του, απ΄το χωριό που γεννήθηκε, τους συγγενείς και τους παιδικούς φίλους, αν κόψουν τις ρίζες από ένα δένδρο πεθαίνει.
Ηρέμησε της είπα, όνειρο ήταν, δεν ήθελα να πω τη λέξη εφιάλτης.
Έψαξε ένα μακό στο σάκο της, έβγαλε το άσπρο μπουφάν της, τη χοντρή κυπαρισσί μπλούζα της, πρέπει να αλλάξω είπε, μη με κοιτάς.
Έβαλα τα χέρια στα μάτια μου, γύρισε την πλάτη, έβγαλε το μωβ λεπτό μακό και μου το πέταξε, κοίτα στάζει είπε.. Ναι έσταζε, εμένα ο ιδρώτας βέβαια μου φάνηκε άρωμα τσαγιού βουνίσιου.
Κρυφοκοίταγα την πλάτη της, τρυφερή πλάτη ώριμης γυναίκας, την ήξερα ακατέργαστη στην εφηβεία, εντάξει την είδα πολλές φορές στις κοινές οικογενειακές διακοπές μας τα καλοκαίρια στη Νάξο, αλλά αυτό δεν μετράει.
Έβγαλε και το σουτιέν, όχι αυτό δεν μου το πέταξε, μπορεί να μην έσταζε αυτό…
Ντύθηκε γρήγορα, το πρόσωπό της επανήλθε, η σόμπα έκαιγε, το καταφύγιο είχε ζεστάνει.
Το πρώτο άρθρο που πρέπει να προστεθεί στο Σύνταγμα είναι η προστασία και το απαράβατο της πρώτης κατοικίας κάθε πολίτη, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία στη χώρα είναι ντροπή για τον όποιο πολιτισμό μας, είπε η Βίβιαν κάτι είδε πάλι στο κινητό της. Χιλιάδες οικογένειες όμηροι του παλαιοκομματικού συστήματος που αναλίσκεται σε εκλογικές προσθέσεις και αφαιρέσεις, ο κόσμος είναι απογοητευμένος, οι νέοι φεύγουν σε άλλες χώρες, τα χωριά μας ερήμωσαν, η χώρα αργοπεθαίνει, και να μπει ακόμα ένα άρθρο, πως δεν μπορεί να υποθηκεύεται το σπίτι που μένεις για κανένα δάνειο, συνέχισε.
- Βίβιαν αυτά τα συζητάμε χρόνια τώρα, οι γονείς μας ήταν φτωχοί και περήφανοι, ούτε δάνεια, ούτε περιττά λούσα, έζησαν με το κεφάλι ψηλά, χάρη σ΄ αυτούς επιζεί η χώρα σήμερα. Η γενιά μας τα διέλυσε όλα, καιρός να αποσυρθεί, ανέχτηκε και σιώπησε μπροστά στον εύκολο πλουτισμό, σαν ξεπουπουλιασμένη κότα καταντήσαμε, ο μόνος θεός το χρήμα.
- Το κακό είναι ότι και σήμερα δεν καταλάβαμε τι έγινε. Τα πολιτικά κόμματα που χρεοκόπησαν τη χώρα δίνουν σόου υπεροχής χωρίς τσίπα, προβάλουν τα αυτονόητα σαν επιτεύγματα και αποσιωπούν τον θάνατο και τον πόνο που έσπειραν στην κοινωνία. Οι λίγοι ευνοούμενοι βλέπουν δεξιά, οι άλλοι βλέπουν αριστερά, και οι πολλοί απέχουν. Η αποχή είναι ανθρώπινη κατάντια.
-Βίβιαν, ξέρεις με τον πατέρα μου είχα πολιτικές διαφωνίες, κάθε φορά που πιάναμε τα δύσκολα το βράδυ, Δήμο έλεγε, άσε να το συζητήσουμε μέρα. Έτσι κι εγώ τώρα, ήρθαμε εκδρομή, μείναμε απόψε εδώ, ας απολαύσουμε το βουνό, εκεί κάτω ο κόσμος έγινε τεκές.
- Γόρδιος δεσμός, κάποιος πρέπει να τον κόψει, δεν πάει άλλο.
- Ο πιο νέος, είπα.
Άνοιξα την πόρτα να δω τον καιρό, πηχτό σκοτάδι, τα φώτα του ουρανού σβηστά, ο αέρας σφύριζε δυνατά μέσα στη νύχτα, το βουνό αγρίεψε, ανέδυε ένα μοιρολόι "όσα άστρα έχει ο ουρανός, ο ήλιος, το φεγγάρι το φεγγάρι, αχ,ι έτσι κι εγώ θα σ΄ αγαπώ μέχρι να μπω στον Άδη…, ο Χατζηδάκης έλεγε ότι τα μοιρολόγια είναι βαθιά ερωτικά τραγούδια, απόψε βέβαια δεν έχει ούτε ένα άστρο, ούτε ο Χατζηδάκης ζει, αλλά αν δεν υπήρχαν αναφορές θα πατούσαμε στο κενό, υπήρξαν ήρωες που πολέμησαν σε τούτα τα βουνά κατακτητές, υπήρξαν μουσικοί γιγάντιοι σε τούτη τη χώρα, υπήρξαν συγγραφείς που έσωσαν τη μνήμη μας, υπήρξαν απλοί άνθρωποι που δίδαξαν αξιοπρέπεια, αποκούμπια ζωής, τούτη η χώρα δεν ησύχασε ποτέ, μέσα στον πόλεμο οι δωσίλογοι να σώσουν το τομάρι τους, στην χούντα οι φασίστες, μετά η ελπίδα, φάνηκε ένα φως, μετά έσβησε, η χρεοκοπία, η μετανάστευση, η αναμονή, πάντα περιμένει κάτι που δεν έρχεται, μια κανονική ζωή το λένε άλλοι, μισό αιώνα μετά τη δικτατορία και ακόμα ψάχνει τη Δημοκρατία, δύσκολη υπόθεση η Δημοκρατία, απαιτεί έναν λαό με κοινωνική συνείδηση, με γνώση, χωρίς αγκυλώσεις, ένας λαός που δέχεται τη βία της εξουσίας, και η χειρότερη βία είναι η επιβίωση, δεν μπορεί να ορθοποδήσει, εργατικά και ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται βάναυσα, η χώρα όμηρος των Τραπεζών, οι αγρότες εγκαταλείπουν, ο κόσμος περιμένει τους τουρίστες να δουλέψει σαιζόν, και αν δεν έρθουν θα βουλιάξει πάλι στο βάλτο, οι λέξεις έχασαν το νόημά τους, οι ευτελείς βαφτίζονται άριστοι, οι κομπιναδόροι μάγκες, οι αγράμματοι ξέρεις ποιος είμαι εγώ, μια χώρα με τόση ιστορία, τόση φυσική ομορφιά, τόση θάλασσα, τόσο ήλιο και τόση εύφορη γη, βουλιάζει πάλι στα αρχεία του Επστάιν, «Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, εφόσον υπάρχει η τηλεόραση …»Ουμπέρτο Έκο, όλα εξαγοράζονται από τους έχοντες, η τεχνολογία λύνει προβλήματα, το ιντερνέτ θολώνει το τοπίο, χάος, τα έχεις όλα και δεν έχεις τη ζωή σου, η κάθε εποχή έχει τα δικά της, ετούτη δεν έχει πυξίδα, μόνο ξοδεύεται, καταναλώνει αμάσητα και πεινάει, ο χρόνος τρέχει γρήγορα, τα ηλιοβασιλέματα μόνο στις οθόνες, το φαΐ με επεξεργασμένα τρόφιμα, αλυσίδες παντού, αλυσίδα εδώ, αλυσίδα εκεί, γεμίσαμε αλυσίδες, στο τέλος θα μας πνίξουν οι αλυσίδες, το 1984 του Όργουελ είναι εδώ, η καινούρια φρεγάτα είναι εδώ, η οικονομία πετάει και ο νέος δεν ονειρεύεται, μόνο φεύγει, πάμε και όπου πάμε, αρκεί να επιβιώσω, αλλά εγώ απόψε δεν έφτασα στη κορυφή να βλέπω τον πάτο, ήρθα για να ξελαμπικάρω, η Βίβιαν μέσα στο καταφύγιο τόση ώρα κι εγώ χάθηκα στο σκοτάδι.
Η Βίβιαν είχε βγάλει ένα μικρό βιβλιαράκι από το σάκο της και διάβαζε, Ο βιβλιοπώλης της Γάζας, να το διαβάσεις μου είπε, υπάρχει φως!
Της λάμπας; είπα.
Πραγματικά υπήρχε φως, μέχρι να τελειώσει το πετρέλαιο, υπάρχει ακόμα ένα μισοάδειο δοχείο, ας πούμε μισογεμάτο, πιο αισιόδοξο, μετά ποιος ξέρει μπορεί να ξαστερώσει και να φέξει το φεγγάρι, ε μετά θα χαράξει, νύχτα είναι θα περάσει. Εξ άλλου τη νύχτα κοιμόμαστε, τη μέρα έχουμε τον ήλιο, το να λες δεν υπάρχει φως είναι άδικο, στην πόλη έχει και τη νύχτα φως και οι άνθρωποι έγιναν σκληροί, με τα πολλά φώτα δεν βλέπουν τ΄ αστέρια και έχασαν τον ρομαντισμό τους, έγιναν ορθολογιστές λέει, ο ρομαντισμός είναι ντεμοντέ πια, απλά στο σκοτάδι πρέπει να κάνουμε υπομονή, είναι σίγουρο πως κάποτε θα ξημερώσει, δεν λένε βέβαια πότε, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος, του παρελθόντος δεν μπορεί να είναι, άρα σίγουρα είναι του μέλλοντος.
Η Βίβιαν διάβαζε, η Λίζα έγλυφε το πόδι της, η σόμπα έκαιγε κι εγώ προσπαθούσα να ξελαμπικάρω, ε ναι για αυτό ήρθαμε εκδρομή, λες και στα 800 μέτρα υψόμετρο που έχει το Ανθοχώρι δεν μπορείς ξελαμπικάρεις, λέξη και τούτη. Τελικά αν μπορούσαμε, πως το είπαμε, να ξελαμπικάρουμε θα την βρίσκαμε την άκρη. Μάλλον οι σκέψεις μου με μπέρδευαν περισσότερο, πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι είπα, βρήκα ένα τραγούδι του Σκουλά στο κινητό και βγήκα πάλι στη νύχτα,"ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι σαλπάρει της ψυχής μου το καράβι, εκεί συνάντησα και το δικό σου χάδι, ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ φεύγουν οι μέρες μα δεν βρίσκουμε την άκρη….." αλλά τώρα ήμουν αποφασισμένος να βρω την άκρη, έζησα στο περίμενε, πιότερο στα όνειρα και στις ελπίδες, το δικό μου ποτήρι είναι μισοάδειο τώρα, είδα σβησμένα όλα τα φώτα της Βοστώνης, η Πόλη του φωτός διάβαζε, χωρίς το διάβασμα είπε δεν ζει, εγώ ήμουν αλλιώς τώρα, δεν μ΄ ένοιαζε το διάβασμα, άντε να ολοκληρώσω μια λίστα με τα 100 καλύτερα βιβλία που είχα φτιάξει κάποτε, ίσα ίσα να μη φύγω αδιάβαστος, βέβαια στο τέλος μας διαβάζει ο παπάς όλους. Μ΄ ένοιαζε να δω γυμνός ποιος ήμουν, δίχως ετεροκαθορισμούς, γυμνός στην έρημο, αλλά εδώ δεν ήταν έρημος, ήταν βουνό, και δεν ήμουν μόνος, ήμουν με τη Βίβιαν, παρ΄ όλα αυτά πέταξα όλα τα ρούχα μου, τα έκρυψα μες το σκοτάδι μην τα βρει η Βίβιαν αν με ψάξει, κι ανέβηκα κατακόρυφα, ούτε τριάντα μέτρα παραπάνω δεν ήταν, πάγωσα, τα πόδια μου μάτωσαν απ΄ τις πέτρες, στην κορυφή, ένοιωσα απερίγραπτη μοναξιά, ήμουν μόνος, τελείως μόνος και απροστάτευτος, ούτε τα ρούχα μου, καμιά πίστη, καμιά αξία δεν είχα, όλα ήταν νύχτα, μόνο μια κενή νύχτα. Προσπάθησα να κάνω μια κατακόρυφο, να δω τον κόσμο ανάποδα, δεν τα κατάφερα, η ηλικία μου είπα.
Γύρισα πίσω σαν βρεγμένη γάτα, ντύθηκα γρήγορα γρήγορα, δεν πρόλαβα να δέσω τα κορδόνια, ευτυχώς δεν φορούσα μανικετόκουμπα όπως κάποιοι υπουργοί, και μπήκα αδιάφορα στο καταφύγιο.
-Τα κορδόνια σου, είπε η Βίβιαν, που ήσουν;
-Μετρούσα τα σύννεφα της είπα, αλλά δεν έβγαλα άκρη. Όλα ήταν ένα! Συνέχεια στο Τι είναι αυτό που σε βασανίζει;





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου