2 Φεβ 2026

Από ψηλά

Το καταφύγιο

Η μέρα ήταν καθαρή, ηλιόλουστα παγωμένη. Που και που λίγα χιόνια στη γη, -στα ζερβά, δίπλα από μεγάλες πέτρες, κάτω απ΄τα έλατα. Το μονοπάτι καθαρό, εμείς αποφασισμένοι.
"Ξεκινήσαμε πρωί και είναι μεσημέρι…"
H Bίβιαν αναστέναξε, θα μπορούσε όλα να ήταν αλλιώς, είπε.
Φίλοι από μικρά παιδιά, πήραμε άλλους δρόμους. Εκείνη στο Παρίσι, εγώ στη Βοστώνη.
Είχαμε χρόνια να συναντηθούμε από κοντά, πάντα μιλούσαμε όμως, πότε με λόγια καθημερινά, πότε με τα τραγούδια μας, πότε με τη σιωπή, διάβαζα τα βιβλία της πριν εκδοθούν. Ήρθαμε στο χωριό για τα Χριστούγεννα, η Ελλάδα ήταν μπλοκαρισμένη, η Ευρώπη αποπροσανατολισμένη.
Το βουνό ήταν πάντα η πρόκληση, δεν ανεβήκαμε ποτέ στην κορυφή. Ή τώρα ή ποτέ είπαμε, μεγαλώνουμε. Πέντε ώρες ανηφορικός δρόμος.
Ο δρόμος έρημος, Γενάρης μήνας, πέτρινες βρύσες και κρυστάλλινες πηγές, γυμνά δέντρα στα χαμηλά, τα έλατα μετά, ο Αη Λιάς, ένα παρατημένο σπίτι, διάσπαρτες καλοκαιρινές στάνες βοσκών, ούτε αρκούδες, ούτε λύκοι, μόνο ή Λίζα μας ακολουθούσε πιστά.
Κοντεύαμε στη κορυφή, το βουνό καθαρό πια σαν αυγό, οι φτέρες σάπιζαν στη γη, άπλωνες το χέρι και έφτανες τον ουρανό.
Η Βίβιαν έλαμπε, εγώ κούτσαινα! Είχαμε πει πολλά για τις ζωές μας, μόνο ένα δεν είπαμε ποτέ.
Μικρή στάση ζωής και ξανά πάλι στην κορυφή, φτάσαμε. Ο κόσμος από ψηλά.
Μακριά βόρεια άλλες ψηλότερες κορφές άσπρες στο χιόνι, πέρα δυτικά η θάλασσα, ανατολικά η μισή Ελλάδα, η άλλη μισή δεν φαίνονταν πουθενά, ούτε καν στις εκλογές.
Η Βίβιαν έβλεπε ακόμα πιο μακριά, την Ουκρανία πληγωμένη, την Παλαιστίνη τραυματισμένη, στο Ιράν έβλεπε φωτιές, εγώ πάλι δεν έβλεπα τίποτα, λόγω της ωχράς κηλίδας στο δεξί μου μάτι. Όλα μικρά κι ασήμαντα από ψηλά, ένοιωθα τους φίλους που έφυγαν τη χρονιά που πέρασε, τη μάνα και τον πατέρα μέσα μου, έγινα ένα με τον Ουρανό.
Ε, είσαι καλά; είπε η Βίβιαν
Ναι, καλά, εσύ;
Αφήσαμε τα σακίδια μέσα στο μικρό καταφύγιο, τέσσερα κρεβάτια και μια σόμπα, πέτρα και ξύλο, επιδέξια φτιαγμένο στην εσοχή ενός μεγάλου βράχου.
Φυσάει.
Τα ξανθά μακριά μαλλιά της Βίβιαν κάνουν βόλτες μέσα στα πράσινα μάτια της, ψάχνει ένα κοτσιδάκι, τα δένει, με τα χέρια πίσω στο κεφάλι της μου φάνηκε σαν να παραδόθηκε στο Θεό. Βέβαια εγώ από παιδιά την ήξερα καστανή, φαίνεται πως μεγαλώνοντας τα μαλλιά της άλλαξαν χρώμα. Ξαφνικά την είδα μπροστά μου 18 χρονών να δίνουμε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο το ονειρικό 1978. Πηγαίναμε στη Λάρισα τότε, γυρίζαμε μέσα στην κάψα του Αυγούστου, μόνο τα τραγούδια του οδηγού ήταν δροσερά, Σταύρος Ζώρας, Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο.
Η Λίζα γαύγιζε και έφυγε τρέχοντας, ένα μεγάλο γεράκι πετούσε από πάνω μας, σιγά μην το φτάσει. Η Βίβιαν έβγαλε το μικρό σημειωματάριό της, κάτι έγραφε, η Καρυστιανού ήθελε δημοψήφισμα για τις αμβλώσεις, ο Τραμπ ήθελε τη Γροιλανδία, εγώ διάβαζα τα ονόματα και τα σημάδια στον βράχο. Υψόμετρο 1980 μέτρα.
Η Βίβιαν πλάι στην Πανεπιστημιακή της πορεία έγραφε λογοτεχνία, τη θυμάμαι πάντα να κρατά σημειώσεις, ψιλοβελονιές στα κεντημένα βιβλία της.
-Τον Οκτώβριο σκέφτομαι να γυρίσω μόνιμα στο χωριό, με κούρασε το Παρίσι, τα παιδιά πήραν το δρόμο τους, βγαίνω στη σύνταξη, είπε η Βίβιαν.
-Στο χωριό, εσύ; Μα είκοσι άνθρωποι μένουν εδώ τον χειμώνα.
- Ε, και; Ο κόσμος άλλαξε και εμείς μεγαλώσαμε. Τα έχω σκεφτεί όλα. Θέλω να ξεφύγω απ΄ το χρόνο, να διαβάζω, να γράφω, να ταξιδεύω χωρίς λόγο, να αναπνέω καθαρό αέρα, οι ρίζες μου είναι στο Ανθοχώρι, εδώ γεννήθηκα, εδώ θέλω να πεθάνω.
Είχαμε περάσει τα εξήντα, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση του χρόνου, οι ώρες είναι πολύτιμες.
Πήρα μια μυτερή πέτρα κι άρχισα να σκαλίζω το όνομά μου στη μεγάλη πέτρα, Δήμος. Η Βίβιαν ήρθε κοντά, έγραψε δίπλα το δικό της. Ανεξίτηλες οι λέξεις.
Η Λίζα γαύγιζε, ακούστηκαν οπλές αλόγου, ένας άντρας καβάλα στο μαύρο άλογο μπροστά μας.
-Γεια χαρά, καλώς ήρθατε, είπε.
Άσπρα μαλλιά, μακριά γένια, εύρωστος, γύρω στα εβδομήντα.
Κατέβηκε απ’ το άλογο, πιάσαμε την κουβέντα. Ζούσε, μας είπε, μόνος εδώ και δώδεκα χρόνια, παρακάτω σε μια σπηλιά.
-Και πως ζεις μόνος σου εδώ πάνω, τον ρώτησε η Βίβιαν, νερό, ρεύμα, φαγητό, δεν φοβάσαι;
-Τι να φοβηθώ; Από τότε που ήρθα εδώ δυνάμωσαν οι αισθήσεις μου, ακούω τον παραμικρό ψίθυρο, βλέπω πιο μακριά, ανεβαίνω κάθε μέρα εδώ και αγναντεύω τη θάλασσα, βλέπω την Ιταλία πέρα, νοιώθω κάθε μικρή γεύση, μυρίζω το άρωμα του αέρα, αγγίζω τη ζωή που δεν είχα, νοιώθω το σώμα μου ολάκερο. Με το καιρό ξαναβρήκα τη φαντασία, τα ένστικτα, την διαίσθηση, τα συναισθήματα. Ένας μικρός Θεός είναι ο άνθρωπος.
Εγώ δεν βρήκα κάτι πιο έξυπνο και τον ρώτησα αν βλέπει και τον αλάθητο Πάπα στο Βατικανό, αφού βλέπει τόσο μακριά...
Κάποιες φορές ανόητες ερωτήσεις, φέρνουν σοφές απαντήσεις, ο Νικόλας ήταν δεξιοτέχνης του λόγου και άρχισε να μας λέει γιατί έφυγε απ' την Αθήνα. Δεν είπαμε λίγα περί θρησκειών. Θρησκεία
είναι η ιστορική παράδοση κάθε λαού, κατέληξε. Εμένα αυτό με βόλευε, γιατί τα τελευταία χρόνια κάνω πράγματα αλλόκοτα, απαντήσεις δεν είχα.
Μαύρα σύννεφα πρόβαλαν απ' τον βορά, ο αέρας κρύωνε, πήγε απόγευμα δίχως να καταλάβουμε. Ξεχαστήκαμε σαν τα μικρά παιδιά.
Ο Νικόλας μας προσκάλεσε στη σπηλιά του, η Βίβιαν είπε πρέπει να επιστρέψουμε θα νυχτώσει.
Αν μείνετε απόψε στο καταφύγιο σας περιμένω αύριο, μας χαιρέτησε ο Νικόλας καβαλώντας τη μαύρη φοράδα.
Με τη Βίβιαν κοιταχτήκαμε!
Ο ήλιος έδυε, το κρύο περόνιαζε, ο δρόμος της επιστροφής τρεις ώρες κατήφορος, κανείς δεν μας περίμενε, το καταφύγιο πρόκληση.
Μια κάπα, ένα μαλιότο, μερικές κουβέρτες, μια στοίβα ξύλα, σπίρτα, λάμπα θυέλλης, ένα βιβλίο εντυπώσεων και μια πινακίδα: Αφήστε το καταφύγιο όπως το βρήκατε, μετά από σας θάρθουν κι άλλοι.
Κάτω το παλαμισμένο χώμα στεγνό, πάνω οι κορμοί από κέδρο κρατούσαν σανίδες από έλατο, απ' έξω δεν το ξεχώριζες απ' τον βράχο έτσι όπως το σκέπαζαν οι πέτρινες πλάκες. Μια βαριά ξύλινη πόρτα άφηνε έξω τον καιρό.
Ή φεύγουμε τώρα ή μένουμε, είπα.
Μένουμε, είπε η Βίβιαν, αύριο θα πάμε στον Νικόλα, θέλω να μάθω για την ζωή του.
Μάζεψα κάποια μικρά ξυλαράκια, τα φέρνει ο αέρας ως εδώ πάνω, για προσανάματα. Κατάφερα ν' ανάψω τη σόμπα με μεγάλη προσπάθεια.
Η κορυφή του βουνού κάπνιζε τώρα, η μέρα νύχτωνε, η Βίβιαν σημείωνε πάλι, η Λίζα ήρθε μέσα κι εγώ μέτραγα τα πρώτα αστέρια.
"Ψηλά στη Κωστηλάτα, στα κρύα τα νερά, χορεύουν τα κορίτσια μαζί με τα παιδά" .. Η Κωστηλάτα βέβαια ήταν χιονισμένη, το καλοκαίρι μακριά, εγώ μάλλον είχα ψευδαισθήσεις.
Η Βοστώνη και το Παρίσι έγιναν κουκίδες στο χάρτη, στον κάμπο οι αγρότες έφευγαν όπως πάντα με άδεια χέρια, η Αθήνα θρηνούσε τη νεαρή εκπαιδευτικό που πνίγηκε στην τελευταία νεροποντή, η ICE σκότωνε εν ψυχρώ αθώους πολίτες, η σόμπα έκαιγε, η φωτιά φώτιζε αμυδρά το δωμάτιο, η Βίβιαν έβγαλε την πετσέτα με τον πλαστό, προνόησα για ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, μια αλλιώτικη νύχτα μας περίμενε.
Το όνειρο όταν πραγματοποιείται δεν υπάρχει πιά, η ουτοπία κινεί τα νήματα, ο ανεκπλήρωτος έρωτας κρατάει μια ζωή, όσοι έζησαν δεν φοβούνται το τέλος. Και οι πληγές αιμορραγούν ως το θάνατο.
Είχα ξαπλώσει όπως ήμουν, στο απέναντι κρεβάτι, ξαφνική θλίψη, την ήξερα καλά αυτή τη διάθεση, έρχονταν πάντα όταν δεν την περίμενα, στις πιο μεγάλες στιγμές, στις γιορτές, στα μεγάλα ύψη. Ολόκληρη ζωή στην ταχύτητα, τώρα εδώ όλα ήταν από μόνα τους γαλήνια. Η Βίβιαν δίπλα μου.
-Τι έπαθες; είπε
Τίποτα, κουράστηκα, απάντησα δήθεν αδιάφορα. Είναι εκείνη η ενοχή για όσα δεν έκανες όταν μπορούσες, για όσα δεν σήκωσες το μπόι σου να διεκδικήσεις για τον εαυτό σου, για την κοινωνία, για το πέρασμα της ζωής σου. Είναι εκείνη η παραδοξολογία να ξεχνάς τα τόσα που κατάφερες και να βουτάς στα άλλα, που δεν προσπάθησες, δεν τόλμησες, είναι ότι ξόδεψες στα ασήμαντα και δεν αφέθηκες στα σημαντικά. Ποια τα σημαντικά και ποια τα ασήμαντα, στροβίλιζε το μυαλό μου.
-Σε ξέρω καλά, έλα πες μου, είπε πάλι η Βίβιαν.
- Αυτό δεν ισχύει, κανένας δεν μπορεί να ξέρει τον άλλον, μόνο ο εαυτός του, ο κάθε άνθρωπος είναι ένα μικρό σύμπαν.
- Για σένα ισχύει, μεγαλώσαμε μαζί, ζήσαμε χωριστά, ποτέ όμως δεν χαθήκαμε, ο ένας για τον άλλον ήταν πάντα πηγή ζωής. Δήμο πες μου, εδώ δεν μας ακούει κανείς, μόνο ο Θεός.
- Ποιος Θεός, αυτός που μας έδιωξε από το φυσικό μας περιβάλλον, που μας πήγε φυλακή στις πόλεις, κι όλα αυτά για ένα δαγκωμένο μήλο;
- Δήμο σταμάτα τους αφορισμούς, είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας.
- Βίβιαν θυμάσαι πώς έφυγα στην Αμερική. Ένα γράμμα, μια μέρα, μια απόφαση στα δέκα οκτώ, έλα εδώ να σπουδάσεις οικονομικά στο κολλέγιο, είναι έτοιμα τα χαρτιά. Αυτό ήταν, άλλαξαν όλα.
- Τα πήγες καλά όμως, ανέβηκες ψηλά, παντρεύτηκες την όμορφη γυναίκα σου, έκανες το παλάτι δίπλα στη θάλασσα, χρηματοοικονομικός σύμβουλος στο Υπουργείο Οικονομίας του Λευκού Οίκου, τι άλλο ήθελες;
- Όλα ήταν λάθος. Τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη, είναι το κόλπο να βγάζεις χρήματα χωρίς να δουλεύεις, η γυναίκα μου δεν ήταν Ελληνίδα, ποτέ δεν με κατάλαβε, το παλάτι επένδυση χρημάτων ήταν κι αυτό. Όλα λάθος.
Πολλά λάθη μαζεμένα κάνουν εκρηκτικό το μείγμα, μια σπίθα και όλα τινάζονται στον αέρα. Και στα συντρίμμια μηδενίζεται ο άνθρωπος, χάνεται και η ζωή.
- Εκ των υστέρων είναι αργά. Μες την ορμή της νιότης πήραμε τη ζωή μας λάθος, "τόσοι βρήκαν τον θάνατο κανείς τον ποταμό", κοίταγα κατάματα τη Βίβιαν λες και έβλεπα τη ζωή μου.
- Αν δεν έφευγες τότε, όλα θα ήταν αλλιώς, είπε με τα μάτια της η Βίβιαν.
Έψαξα το τραγούδι του Καλογιάννη στο κινητό μου (1), βάραινε τόσο η θλίψη, ήθελε απεγνωσμένα κάποια λύτρωση…
Η μπαταρία θα τελειώσει, είπε η Βίβιαν με λέξεις, αυτή τη φορά. Συνέχεια Όλα θα ήταν αλλιώς

1 Φεβ 2026

Όλα θα ήταν αλλιώς


Μια μικρή εξομολόγηση, ένα τραγούδι, εικόνες από παλιά, άδειασε το μυαλό μου. Ο χειμώνας νυχτώνει νωρίς, ήταν έξι το απόγευμα και έξω ήταν σκοτάδι.
Άνοιξα με τον σουγιά πολλών χρήσεων του πατέρα μου, το κόκκινο κρασί. Πιες, ποτήρια δεν έχουμε, πιες εσύ, να πιω κι εγώ. Γουλιά γουλιά, σαν φιλιά που δεν δόθηκαν ποτέ στο στόμα που διψούσε. Πλαστός, κόκκινο κρασί, σκηνικό κι αυτό….
Δυσκολεύομαι να αφηγηθώ αυτή την εκδρομή, ενώ φαίνεται εύκολη, δεν είναι, δεν ήμουν έτοιμος το ήξερα, είναι μια αλλόκοτη ιστορία σαν του Πόε, μια νύχτα τρυφερή σαν του Φιτζέραλντ, αλλά αφού ξεκίνησα θα προσπαθήσω λέξη λέξη, λιτά και απέριττα να μην κουράσω κάποιον που θα την ακολουθήσει γεμίζοντας με φλύαρες περιγραφές. Ίσως έπρεπε να την εξιστορήσω σε κάποιον συγγραφέα ή έστω σε κάποιον που έκανε μαθήματα δημιουργικής γραφής και έμαθε. Είπα στη Βίβιαν να καταγράψει εκείνη τη νύχτα και φυσικά αντέδρασε, "δεν έχω γράψει ποτέ για την ιδιώτική μου ζωή και ούτε θα το κάνω ποτέ, οι προσωπικές μας ιστορίες δεν αφορούν τους άλλους, δεν θα ήθελα να μιλήσεις ποτέ για μας, ότι είναι βαθύ κ ανείπωτο δεν εξαϋλώνεται ποτέ…". Βέβαια αντέδρασα κι εγώ, της είπα πως διάβασα κάποια βιβλία, παρ΄ όλα τα οικονομικά που με περιτύλιξαν, και διέκρινα πως οι περισσότεροι γράφουν για τη ζωή τους μέσα από κάποιον άλλον ήρωα που πλάθουν όπως αυτοί θέλουν και πως είναι άτιμο να είσαι ηθοποιός της ζωής σου.
Ο πατέρας μου ήταν αγωγιάτης, είχε έξι άλογα και ένα γάιδαρο. Τότε στο Ανθοχώρι δεν ερχόταν φορτηγό, ούτε λεωφορείο, έφτανε μέχρι την Κερασιά, το κεφαλοχώρι της περιοχής. Κουβαλούσε τους ανθρώπους που έφταναν με τα πράγματά τους από την Αθήνα, τα Τρίκαλα, τα Φάρσαλα, από παντού, από την Κερασιά στο χωριό. Δυό ώρες δρόμος σε απόκρημνα μονοπάτια, μέσα από το ποτάμι, δύσκολες ανηφόρες. Αυτό γινόταν το καλοκαίρι, τον υπόλοιπο καιρό κουβαλούσε άμμο απ΄το ποτάμι, τσιμέντα, τρόφιμα, αλεύρι, αλάτι και πετρέλαιο. Και τα σπίρτα ο πατέρας μου τα έφερνε στο Ανθοχώρι, χωρίς σπίρτα το χωριό έμενε στα σκοτάδια.
Στην Κερασιά υπήρχε το Μονοπώλιο που προμήθευε ολόκληρη την ορεινή περιοχή. Εγώ ήμουν ο γιός του αγωγιάτη, η Βίβιαν η κόρη του δασκάλου. Τα σπίτια μας αντικρυστά. Ο δάσκαλος έχει δυό παιδιά και ένα κορίτσι, έλεγε η μάνα μου, εμείς δεν καταφέραμε να έχεις ένα αδερφάκι. Τότε τα αγόρια ήταν τα παιδιά , τα κορίτσια ήταν απλά κορίτσια. Ξέρω ξεφεύγω τώρα, αν κάποιος διαβάζει αυτά που γράφω μπορεί και να βαρέθηκε. Ήθελα όμως να δικαιολογήσω πως έφυγα στην Αμερική, ένα μήνα αφού σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Ήταν παραμονή τ΄ Αηλιός, πήγαινε στη Κερασιά να φέρει κόσμο, αγρίεψε το άλογο, παραπάτησε, έπεσε και γκρεμοτσακίστηκε στη χαράδρα. Τα υπόλοιπα άλογα γύρισαν πίσω, μας έφεραν το μαντάτο, κάτι συνέβη, τον βρήκαμε νεκρό μετά από δυό μέρες. Τότε δεν υπήρχαν κάμερες στους δρόμους, οπότε ποτέ δεν μάθαμε. Ήταν μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, ήταν εκείνη η πρόσκληση του Θείου απ΄ τη Βοστώνη, έλα να σπουδάσεις εδώ.
Και πήγα. Εκείνος έφυγε να καταπολεμήσει την φτώχεια είπε, και την καταπολέμησε, αλλά κι εκείνος γκρεμοτσακίστηκε όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ χωρίς πάτωμα, έπεσε στο κενό. Τι κρίμα, ήταν καλός άνθρωπος, είπαν στο χωριό.
Η Βίβιαν δεν μου το συγχώρεσε ποτέ, πόσες φορές δεν άκουσα τη φράση "όλα θα ήταν αλλιώς".
Η λάμπα της Βίβιαν ήταν αναμμένη ως τα μεσάνυχτα, από μικρή διάβαζε, δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, ένα μικρό σημείωμα ως το πολυσέλιδο Οι άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ, τα λεπτά χεράκια της κρατούσαν εκείνα τα σκληρόδετα βιβλία και την άλλη μέρα μας έλεγε ιστορίες από την Παναγία Των Παρισίων και το Χωρίς οικογένεια. Ανήσυχη περπατούσε την Οδό Οράματος μόνη, εμείς τα αγόρια είχαμε το μυαλό μας στη μπάλα και στο ποτάμι. Κατάφερα κι εγώ να διαβάσω την καλύβα του μπάρμπα Θωμά και από τότε όλο καλύβες ονειρεύομαι. Παιδιά στο δημοτικό, ούτε το πρώτο βιβλίο, ούτε ο πρώτος έρωτας ξεχνιούνται ποτέ.
Η Τιτάνια είχε σκοτεινιάσει, τα σύννεφα απ΄το Βορά στάθηκαν πάνω μας, κάτω στο νότο αχνόφεγγε μια κόκκινη γραμμή, κάποια αστέρια ανάμεσα στα σύννεφα τρεμόσβηναν, πουθενά το φεγγάρι.
-Κλείσε τη πόρτα, έρχεται κρύο, είπε η Βίβιαν και τυλίχτηκε με μια κουβέρτα. Πάλι τα ίδια, 15 νεκροί και 24 τραυματίες ήταν η είδηση στο κινητό. Πέταξε την κουβέρτα και βγήκε έξω, φώναζε με ένα Why; ουρλιαχτό, σαν την αντιπολεμική αφίσα στα φοιτητικά μας χρόνια.
"Α: πρέπει να τους λέμε Eισβολείς…Αυτή δεν είναι η Oδηγία;"Από το θεατρικό έργο Κουκούλα, του Θανάση Τριαρίδη.
Τον Σεπτέμβρη του 19 η Βίβιαν πήρε ένα χρόνο Πανεπιστημιακή άδεια και πήγε στη Μόρια. Είχα διαβάσει το βιβλίο της "Φόβος και Βία στη Μόρια", αρρώσταινε όταν άκουγε για τους θαλασσοπνιγμένους ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλήν κλίναι.
Μπήκε στο καταφύγιο και έπεσε μπρούμητα στο κρεβάτι κλαίγοντας.
Την σκέπασα με την κουβέρτα, οι τρεις γιαγιάδες της Λέσβου έφυγαν, μαζί τους έφυγε και ο Άνθρωπος.
Τα γεγονότα είναι τόσο πυκνά πια, οι διαθέσεις αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή, ζούμε επιδερμικά, μέσα σ΄ ένα κουβάρι ειδήσεων χάνεται η ζωή μας σκέφτηκα, ρίχνοντας άλλο ένα κούτσουρο στη σόμπα.
Ήμασταν στο κατώι του σπιτιού σου, στην πράσινη κουζίνα, - πράσινα παράθυρα, πράσινη πόρτα, έτσι την έλεγε η Βίβιαν, η μάνα σου μας είχε φτιάξει φέτες με βούτυρο και μέλι, η μάνα σου ήταν νέα, όμορφη, γελαστή, εσύ κι εγώ χαρούμενοι, παιδιά. Η μάνα σου έτριβε ένα κολοκύθι με το κουτάλι, είχε ανάψει τη γάστρα, στο δρόμο ακούστηκαν φωνές, το νερό άρχισε να μπαίνει από παντού στο σπίτι, σβαρνισθήκαμε στην αυλή, η στάθμη ανέβαινε επικίνδυνα, η μάνα σου πνιγόταν, εσύ φώναζες, μαμά, μαμά, δεν μπορούσες να τη φτάσεις το νερό μας σκέπασε, είχε σκεπάσει το σπίτι μου από κάτω, ανέβαινε κατακόρυφα να πνίξει όλο το χωριό, βρεθήκαμε απότομα στον πάτο μιας θολής λίμνης, πνιγήκαμε αγκαλιά, είδα τις καρδιές μας μέσα στις λάσπες πριν πεθάνουμε, δεν θυμάμαι τίποτα μετά…
Η Βίβιαν πετάχτηκε κατακόκκινη στο πρόσωπο, έσταζε ιδρώτα, μόλις την είχε πάρει ο ύπνος, έτρεμε σύγκορμη τι εφιάλτης κι αυτός έλεγε…
Τι είναι τα όνειρα στο πρωτούπνι, πόσο πίσω πάνε στο χρόνο, δεν ξέρω θα φωνάξουμε τον Φρόυντ να μας το εξηγήσει, είπα.
Πενήντα χρόνια πριν, ήμασταν παιδιά και κάποιες μαύρες πέτρες στοιβαγμένες μπροστά στο Μονοπώλιο, έλεγαν για μελέτες στο έδαφος, για φράγμα στο ποτάμι και το Ανθοχώρι θα βυθιστεί στη λίμνη.Το Ανθοχώρι μισό αιώνα στην ομηρία, η Βίβιαν τρόμαζε στην ιδέα ότι μπορεί και να γίνει κάποτε, αλλά όπως οι περισσότεροι Έλληνες ποτέ δεν άκουγε τα παραμύθια των πολιτικών. Ούτε είναι δυνατό να διανοηθεί κάποιος πως θα τον διώξουν απ΄το σπίτι του, απ΄το χωριό που γεννήθηκε, τους συγγενείς και τους παιδικούς φίλους, αν κόψουν τις ρίζες από ένα δένδρο πεθαίνει.
Ηρέμησε της είπα, όνειρο ήταν, δεν ήθελα να πω τη λέξη εφιάλτης.
Έψαξε ένα μακό στο σάκο της, έβγαλε το άσπρο μπουφάν της, τη χοντρή κυπαρισσί μπλούζα της, πρέπει να αλλάξω είπε, μη με κοιτάς.
Έβαλα τα χέρια στα μάτια μου, γύρισε την πλάτη, έβγαλε το μωβ λεπτό μακό και μου το πέταξε, κοίτα στάζει είπε.. Ναι έσταζε, εμένα ο ιδρώτας βέβαια μου φάνηκε άρωμα τσαγιού βουνίσιου.
Κρυφοκοίταγα την πλάτη της, τρυφερή πλάτη ώριμης γυναίκας, την ήξερα ακατέργαστη στην εφηβεία, εντάξει την είδα πολλές φορές στις κοινές οικογενειακές διακοπές μας τα καλοκαίρια στη Νάξο, αλλά αυτό δεν μετράει.
Έβγαλε και το σουτιέν, όχι αυτό δεν μου το πέταξε, μπορεί να μην έσταζε αυτό…
Ντύθηκε γρήγορα, το πρόσωπό της επανήλθε, η σόμπα έκαιγε, το καταφύγιο είχε ζεστάνει.
Το πρώτο άρθρο που πρέπει να προστεθεί στο Σύνταγμα είναι η προστασία και το απαράβατο της πρώτης κατοικίας κάθε πολίτη, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία στη χώρα είναι ντροπή για τον όποιο πολιτισμό μας, είπε η Βίβιαν κάτι είδε πάλι στο κινητό της. Χιλιάδες οικογένειες όμηροι του παλαιοκομματικού συστήματος που αναλίσκεται σε εκλογικές προσθέσεις και αφαιρέσεις, ο κόσμος είναι απογοητευμένος, οι νέοι φεύγουν σε άλλες χώρες, τα χωριά μας ερήμωσαν, η χώρα αργοπεθαίνει, και να μπει ακόμα ένα άρθρο, πως δεν μπορεί να υποθηκεύεται το σπίτι που μένεις για κανένα δάνειο, συνέχισε.
- Βίβιαν αυτά τα συζητάμε χρόνια τώρα, οι γονείς μας ήταν φτωχοί και περήφανοι, ούτε δάνεια, ούτε περιττά λούσα, έζησαν με το κεφάλι ψηλά, χάρη σ΄ αυτούς επιζεί η χώρα σήμερα. Η γενιά μας τα διέλυσε όλα, καιρός να αποσυρθεί, ανέχτηκε και σιώπησε μπροστά στον εύκολο πλουτισμό, σαν ξεπουπουλιασμένη κότα καταντήσαμε, ο μόνος θεός το χρήμα.
- Το κακό είναι ότι και σήμερα δεν καταλάβαμε τι έγινε. Τα πολιτικά κόμματα που χρεοκόπησαν τη χώρα δίνουν σόου υπεροχής χωρίς τσίπα, προβάλουν τα αυτονόητα σαν επιτεύγματα και αποσιωπούν τον θάνατο και τον πόνο που έσπειραν στην κοινωνία. Οι λίγοι ευνοούμενοι βλέπουν δεξιά, οι άλλοι βλέπουν αριστερά, και οι πολλοί απέχουν. Η αποχή είναι ανθρώπινη κατάντια.
-Βίβιαν, ξέρεις με τον πατέρα μου είχα πολιτικές διαφωνίες, κάθε φορά που πιάναμε τα δύσκολα το βράδυ, Δήμο έλεγε, άσε να το συζητήσουμε μέρα. Έτσι κι εγώ τώρα, ήρθαμε εκδρομή, μείναμε απόψε εδώ, ας απολαύσουμε το βουνό, εκεί κάτω ο κόσμος έγινε τεκές.
- Γόρδιος δεσμός, κάποιος πρέπει να τον κόψει, δεν πάει άλλο.
- Ο πιο νέος, είπα.
Άνοιξα την πόρτα να δω τον καιρό, πηχτό σκοτάδι, τα φώτα του ουρανού σβηστά, ο αέρας σφύριζε δυνατά μέσα στη νύχτα, το βουνό αγρίεψε, ανέδυε ένα μοιρολόι "όσα άστρα έχει ο ουρανός, ο ήλιος, το φεγγάρι το φεγγάρι, αχ,ι έτσι κι εγώ θα σ΄ αγαπώ μέχρι να μπω στον Άδη…, ο Χατζηδάκης έλεγε ότι τα μοιρολόγια είναι βαθιά ερωτικά τραγούδια, απόψε βέβαια δεν έχει ούτε ένα άστρο, ούτε ο Χατζηδάκης ζει, αλλά αν δεν υπήρχαν αναφορές θα πατούσαμε στο κενό, υπήρξαν ήρωες που πολέμησαν σε τούτα τα βουνά κατακτητές, υπήρξαν μουσικοί γιγάντιοι σε τούτη τη χώρα, υπήρξαν συγγραφείς που έσωσαν τη μνήμη μας, υπήρξαν απλοί άνθρωποι που δίδαξαν αξιοπρέπεια, αποκούμπια ζωής, τούτη η χώρα δεν ησύχασε ποτέ, μέσα στον πόλεμο οι δωσίλογοι να σώσουν το τομάρι τους, στην χούντα οι φασίστες, μετά η ελπίδα, φάνηκε ένα φως, μετά έσβησε, η χρεοκοπία, η μετανάστευση, η αναμονή, πάντα περιμένει κάτι που δεν έρχεται, μια κανονική ζωή το λένε άλλοι, μισό αιώνα μετά τη δικτατορία και ακόμα ψάχνει τη Δημοκρατία, δύσκολη υπόθεση η Δημοκρατία, απαιτεί έναν λαό με κοινωνική συνείδηση, με γνώση, χωρίς αγκυλώσεις, ένας λαός που δέχεται τη βία της εξουσίας, και η χειρότερη βία είναι η επιβίωση, δεν μπορεί να ορθοποδήσει, εργατικά και ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται βάναυσα, η χώρα όμηρος των Τραπεζών, οι αγρότες εγκαταλείπουν, ο κόσμος περιμένει τους τουρίστες να δουλέψει σαιζόν, και αν δεν έρθουν θα βουλιάξει πάλι στο βάλτο, οι λέξεις έχασαν το νόημά τους, οι ευτελείς βαφτίζονται άριστοι, οι κομπιναδόροι μάγκες, οι αγράμματοι ξέρεις ποιος είμαι εγώ, μια χώρα με τόση ιστορία, τόση φυσική ομορφιά, τόση θάλασσα, τόσο ήλιο και τόση εύφορη γη, βουλιάζει πάλι στα αρχεία του Επστάιν, «Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, εφόσον υπάρχει η τηλεόραση …»Ουμπέρτο Έκο, όλα εξαγοράζονται από τους έχοντες, η τεχνολογία λύνει προβλήματα, το ιντερνέτ θολώνει το τοπίο, χάος, τα έχεις όλα και δεν έχεις τη ζωή σου, η κάθε εποχή έχει τα δικά της, ετούτη δεν έχει πυξίδα, μόνο ξοδεύεται, καταναλώνει αμάσητα και πεινάει, ο χρόνος τρέχει γρήγορα, τα ηλιοβασιλέματα μόνο στις οθόνες, το φαΐ με επεξεργασμένα τρόφιμα, αλυσίδες παντού, αλυσίδα εδώ, αλυσίδα εκεί, γεμίσαμε αλυσίδες, στο τέλος θα μας πνίξουν οι αλυσίδες, το 1984 του Όργουελ είναι εδώ, η καινούρια φρεγάτα είναι εδώ, η οικονομία πετάει και ο νέος δεν ονειρεύεται, μόνο φεύγει, πάμε και όπου πάμε, αρκεί να επιβιώσω, αλλά εγώ απόψε δεν έφτασα στη κορυφή να βλέπω τον πάτο, ήρθα για να ξελαμπικάρω, η Βίβιαν μέσα στο καταφύγιο τόση ώρα κι εγώ χάθηκα στο σκοτάδι.
Η Βίβιαν είχε βγάλει ένα μικρό βιβλιαράκι από το σάκο της και διάβαζε, Ο βιβλιοπώλης της Γάζας, να το διαβάσεις μου είπε, υπάρχει φως!
Της λάμπας; είπα.
Πραγματικά υπήρχε φως, μέχρι να τελειώσει το πετρέλαιο, υπάρχει ακόμα ένα μισοάδειο δοχείο, ας πούμε μισογεμάτο, πιο αισιόδοξο, μετά ποιος ξέρει μπορεί να ξαστερώσει και να φέξει το φεγγάρι, ε μετά θα χαράξει, νύχτα είναι θα περάσει. Εξ άλλου τη νύχτα κοιμόμαστε, τη μέρα έχουμε τον ήλιο, το να λες δεν υπάρχει φως είναι άδικο, στην πόλη έχει και τη νύχτα φως και οι άνθρωποι έγιναν σκληροί, με τα πολλά φώτα δεν βλέπουν τ΄ αστέρια και έχασαν τον ρομαντισμό τους, έγιναν ορθολογιστές λέει, ο ρομαντισμός είναι ντεμοντέ πια, απλά στο σκοτάδι πρέπει να κάνουμε υπομονή, είναι σίγουρο πως κάποτε θα ξημερώσει, δεν λένε βέβαια πότε, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος, του παρελθόντος δεν μπορεί να είναι, άρα σίγουρα είναι του μέλλοντος.
Η Βίβιαν διάβαζε, η Λίζα έγλυφε το πόδι της, η σόμπα έκαιγε κι εγώ προσπαθούσα να ξελαμπικάρω, ε ναι για αυτό ήρθαμε εκδρομή, λες και στα 800 μέτρα υψόμετρο που έχει το Ανθοχώρι δεν μπορείς ξελαμπικάρεις, λέξη και τούτη. Τελικά αν μπορούσαμε, πως το είπαμε, να ξελαμπικάρουμε θα την βρίσκαμε την άκρη. Μάλλον οι σκέψεις μου με μπέρδευαν περισσότερο, πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι είπα, βρήκα ένα τραγούδι του Σκουλά στο κινητό και βγήκα πάλι στη νύχτα,"ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι σαλπάρει της ψυχής μου το καράβι, εκεί συνάντησα και το δικό σου χάδι, ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ φεύγουν οι μέρες μα δεν βρίσκουμε την άκρη….." αλλά τώρα ήμουν αποφασισμένος να βρω την άκρη, έζησα στο περίμενε, πιότερο στα όνειρα και στις ελπίδες, το δικό μου ποτήρι είναι μισοάδειο τώρα, είδα σβησμένα όλα τα φώτα της Βοστώνης, η Πόλη του φωτός διάβαζε, χωρίς το διάβασμα είπε δεν ζει, εγώ ήμουν αλλιώς τώρα, δεν μ΄ ένοιαζε το διάβασμα, άντε να ολοκληρώσω μια λίστα με τα 100 καλύτερα βιβλία που είχα φτιάξει κάποτε, ίσα ίσα να μη φύγω αδιάβαστος, βέβαια στο τέλος μας διαβάζει ο παπάς όλους. Μ΄ ένοιαζε να δω γυμνός ποιος ήμουν, δίχως ετεροκαθορισμούς, γυμνός στην έρημο, αλλά εδώ δεν ήταν έρημος, ήταν βουνό, και δεν ήμουν μόνος, ήμουν με τη Βίβιαν, παρ΄ όλα αυτά πέταξα όλα τα ρούχα μου, τα έκρυψα μες το σκοτάδι μην τα βρει η Βίβιαν αν με ψάξει, κι ανέβηκα κατακόρυφα, ούτε τριάντα μέτρα παραπάνω δεν ήταν, πάγωσα, τα πόδια μου μάτωσαν απ΄ τις πέτρες, στην κορυφή, ένοιωσα απερίγραπτη μοναξιά, ήμουν μόνος, τελείως μόνος και απροστάτευτος, ούτε τα ρούχα μου, καμιά πίστη, καμιά αξία δεν είχα, όλα ήταν νύχτα, μόνο μια κενή νύχτα. Προσπάθησα να κάνω μια κατακόρυφο, να δω τον κόσμο ανάποδα, δεν τα κατάφερα, η ηλικία μου είπα.
Γύρισα πίσω σαν βρεγμένη γάτα, ντύθηκα γρήγορα γρήγορα, δεν πρόλαβα να δέσω τα κορδόνια, ευτυχώς δεν φορούσα μανικετόκουμπα όπως κάποιοι υπουργοί, και μπήκα αδιάφορα στο καταφύγιο.
-Τα κορδόνια σου, είπε η Βίβιαν, που ήσουν;
-Μετρούσα τα σύννεφα της είπα, αλλά δεν έβγαλα άκρη. Όλα ήταν ένα! Συνέχεια στο Τι είναι αυτό που σε βασανίζει;