Θαύμαζα τη Βίβιαν από μικρός, έκανε πάντα αυτό που ήθελε αυτή και όχι οι άλλοι, από νωρίς κέρδισε το σεβασμό όλων στο χωριό, ανάλογη ήταν και η πορεία της, πεισματάρα κατάφερε να πετύχει στόχους, σπούδασε αρχιτεκτονική, δίδαξε σχεδιασμό δημόσιων χώρων στο Παρίσι, υιοθέτησε ένα αγόρι απ΄την Αιθιοπία και τη Μυρτώ, το κοριτσάκι που βρέθηκε παρατημένο δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών πριν 27 χρόνια στην Πέρα Χώρα, τόσο ήταν τώρα η Μυρτώ, ζει στις Βρυξέλες και αγαπάει το Ανθοχώρι. Όταν η Μυρτώ μιλάει για την Ελλάδα εννοεί το Ανθοχώρι, το βουνό και τον ήλιο, τον καθαρό αέρα και τις πεζοπορίες, τις πηγές και τα έλατα, δεν τις αρέσει ποτέ η Μύκονος, ούτε αυτό το καλοκαιρινό πανηγύρι με τις κρέμες στην παραλία, σιγά σιγά θα μας πεις ότι σ΄αρέσουν και τα δημοτικά της είπα μια φορά στα ορεινά της Νάξου, τα λατρεύω μου είπε, παίζει γκάιντα, ας μάθει και κλαρίνο τότε, δεν της αρέσουν οι πόλεις της Κρήτης, λατρεύει τα ορεινά χωριά της, μιλάει για τα Ανώγεια με ενθουσιασμό, της αρέσουν κάπως τα Χανιά, ίσως γιατί σ΄ένα μπαράκι δίπλα στο λιμάνι γνώρισε τον φίλο της ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάπως έτσι συμβαίνει όταν ερωτεύεσαι, αλλάζουν όλα, θυμάσαι πόλεις, στιγμές, τραγούδια, μυρωδιές, ποτά, αγαπάς χρώματα που δεν άρεσαν πριν, μπροστά σου έχεις ολόκληρο το μπλε της θάλασσας και συ το βλέπεις πράσινο σαν τα μάτια που αγαπάς, ο έρωτας είναι τυφλός, έγραφε ο Μπορίς Βιαν. Το θέμα μου βέβαια δεν είναι η ζωή της Μυρτώς, εγώ για τη Βίβιαν ήθελα να πω, αλλά να που η Βίβιαν τη λατρεύει, είναι κομμάτι της. Η Βίβιαν λέει συχνά πως ότι πιο σημαντικό κατάφερε είναι τα παιδιά της και δεν έχει άδικο δεν είναι εύκολο να διαπλάσεις υγιή παιδιά σήμερα. Βλέπω στο πρόσωπο της Βίβιαν το κρυφό καμάρι για τα παιδιά της και ζηλεύω, δεν ήμουν καλός πατέρας, τον γιό μου τον είχα αφήσει στον αυτόματο πιλότο, πάρε χρήματα, πέρνα καλά, κατέληξε στα ναρκωτικά και δεν πήρα χαμπάρι, όταν το ανακάλυψα ήταν αργά, τον έχασα στα 27, σαν τη Μυρτώ θα ήταν τώρα, η γυναίκα μου ασχολήθηκε περισσότερο με τα χρώματα του κραγιόν, εγώ με τα οικονομικά, χωρίσαμε όταν πέθανε ο Τζίμης μας, εκείνη έλεγε πως έφταιγα εγώ, εγώ πως έφταιγε αυτή, ποτέ δεν είπαμε πως φταίγαμε κι οι δυό, και να το λέγαμε είχαμε χάσει το παιχνίδι, εκ των υστέρων είναι αργά, η Βοστώνη έγινε κόλαση, εμείς άδικες κατάρες. Τώρα πια είμαι ανίκανος να λύσω τα οικονομικά προβλήματα της Αμερικής, -άστην να βουλιάξει στο χρέος της κι αυτή, ένα κάρο δις χρωστάει, αφού δεν μπόρεσα να λύσω τα του οίκου μου ήθελα να λύσω και του Λευκού.
Θέλω να ζητήσω συγγνώμη, από όποιον διαβάζει αυτή την ιστορία, κατέληξα σαν τα κανάλια που ασχολούνται με τα παραπολιτικά και ποτέ με την ουσία της πολιτικής. Το δήλωσα απ΄την αρχή, δεν είμαι συγγραφέας και νοιώθω ενοχές γιατί η Βίβιαν μου είπε να μην πω τίποτα για εκείνη τη νύχτα. Αλλά αν κάποτε θελήσω να τη δημοσιεύσω, θα της δώσω να τη διορθώσει, μπορεί και να τη πετάξει.
Είχα μελαγχολήσει.
Η Βίβιαν με κοίταξε στα μάτια, κοίταμε είπε, τι είναι αυτό που σε βασανίζει;
Δεν της είπα μισό αιώνα, θα της έλεγα τώρα, έρωτας που βιώνεται εξαϋλώνεται, από τότε που διάβασα τον ενάντιο έρωτα του Μπρετόν χάραξα κόκκινη γραμμή, ήταν η μόνη πηγή της ζωής μου. Με τη Βίβιαν μεγαλώσαμε μαζί, ήξερε τη ζωή μου καλύτερα από μένα, ήξερα τη δική της, ήξερε τα λάθη μου, ήξερα τα δικά της, συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, πάντα μαζί κι ας μας χώριζε ο μεγαλύτερος ωκεανός, κολυμπούσαμε ο ένας στη καρδιά του άλλου, μας ένωνε το Ανθοχώρι, δυό δέντρα μία ρίζα, -θα έγραφα δίδυμα φεγγάρια, σαν το τραγούδι του Μητροπάνου με την Κανελλίδου, αλλά εγώ που κοιτάω τόσο τον ουρανό δεν είδα ποτέ δυό φεγγάρια.
Της είπα απλά, πως ο καιρός άλλαξε, φοβάμαι πως μπορεί να χιονίσει πολύ τη νύχτα και πως μπορεί να αποκλειστούμε εδώ πάνω και θα πεθάνουμε από πείνα, δεν έδειξε να ανησυχεί, είπε πως αποκλείεται, ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πάνω από δυό μήνες χωρίς φαΐ, για νερό είπε θα στίβουμε το χιόνι, θα προτιμούσα να πει τον στίχο του Γκάτσου, θα στίψουμε ένα σύννεφο, της το είπα και είπε ότι δεν μπορεί να ακούει το τραγούδι αυτό γιατί μετά λέει, άμα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι, και ότι αυτό είναι αδιανόητο, πάντα είχαμε σοβαρούς λόγους να διαφωνούμε με την Βίβιαν.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου, ο καιρός ήταν πάντα η δικαιολογία όταν ήθελε να αποφύγει τις πιεστικές ερωτήσεις της μάνας μου, πάντα ο καιρός, βέβαια ο καιρός πάντα σε βγάζει από τη δύσκολη θέση όταν συναντάς κάποιον, κοντοστέκεσαι λίγο, δεν έχεις τίποτα σημαντικό να πεις και αναλύεις τον καιρό, σπάει την αμηχανία.
Πάλι ξέφυγα, μια φίλη συγγραφέας μου έλεγε πως έγραψε δέκα φορές ένα βιβλίο της, ένας άλλος πως έκανε δεκαπέντε χρόνια να βάλει τελεία και παύλα, κάποιος άλλος δεν παντρεύτηκε είπε, για να γράφει ελεύθερα, ακόμα ένας έλεγε πως γράφοντας φανερώνεις τα μυστικά σου, και ο άνθρωπος χωρίς μυστικά γίνεται αδιάφορος, τέλος πάντων εμένα δεν με νοιάζει τίποτα απ΄ όλα αυτά και ότι γράφω δεν ξεγράφω.
Και μετά, δεν ξέρω πως μου προέκυψε, είπα στη Βίβιαν αν θέλει να της απαγγείλω ένα ποίημα και εισέπραξα ένα ξερό όχι.
Τα ποιήματα κι ο έρωτας βιώνονται είπε, οι αγγελίες και απαγγελίες τα σκοτώνουν.
Καθισμένος στο κρεβάτι, τέντωσα το κορμί και έκλεισα τα μάτια για ένα λεπτό.
-Δήμο τι κάνεις, γιόγκα;
-Ενός λεπτού σιγή, για τον κόσμο που χάνεται.
-Τότε σήκω όρθιος και δεν χρειάζεται να κλείνεις τα μάτια.
- Έβλεπα φορές τη μάνα μου σε αυτή τη στάση να προσεύχεται
Εγώ πενθούσα, δεν είχα καμία προσευχή να πω, μόνο τη νοσταλγία, είχα σκεφτεί δυό στίχους πρόχειρους αλλά η Βίβιαν δεν ήθελε να τους απαγγείλω είπε, τους έγραψα και της έδωσα το μπλοκάκι μου..
να μη βυθίζομαι
να μην ονειρεύομαι
να πορεύομαι τη μέρα
και να πεθαίνω τη νύχτα
να διαχειρίζομαι επιτυχώς τη ζωή μου
να γίνομαι λουλούδι και να με καίει ο πάγος
να πιάνω φωτιά και να γίνομαι στάχτη
να μη μπορώ ποτέ να σε φτάσω
Με κοίταξε με περιπαικτικό βλέμμα, από ημερολόγιο τοίχου το διάβασες, είπε χαμογελώντας… μετά είπε είναι μισό.
Το μισό δεν με ενόχλησε, θεώρησα ότι με κατάλαβε, ήξερε ότι όλα μισά ήταν στη ζωή μου, το ήξερα κι εγώ. Πάλι η μάνα μου, όταν αρχίζεις μια δουλειά να την τελειώνεις, μην έχεις αλλού το μυαλό σου.
-Είναι χαι κιού, είπα
-Ένα χαϊκου πρέπει να διαρκεί και να διαβάζεται όσο κρατάει μια αναπνοή.
-Ας πούμε ότι πως είναι μαντινάδα
-Ούτε μαντινάδα είναι, έχει κι αυτή κανόνες
Κανόνες στα ποιήματα, νόμιζα πως μόνο η οικονομία έχει κανόνες που ποτέ βέβαια δεν εφαρμόζονται, αν τηρούνταν δεν θα είχαμε μνημόνια, αφού τα μαθηματικά είναι συγκεκριμένα κουκιά, ναι αλλά κάποιοι λένε πως τα μαθηματικά έχουν άμεση σχέση με την ποίηση, αυτό το ρώτησα στην Βίβιαν, αλλά ούτε κι αυτή ήξερε. Ένοιωθα ευτυχής που επιτέλους δεν ήξερε κάτι, συνήθως είχε απαντήσεις για όλα, όπως οι περισσότεροι. Εγώ πάλι πιστεύω πως δεν ξέρω τίποτα, η Βίβιαν μου λέει το δεν ξέρω είναι υπεκφυγή, με βολεύει και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Να μάθεις.
Η γνώση μας δεν μπορεί, παρά να είναι περιορισμένη, η άγνοιά μας απεριόριστη, είπε ο Καρλ Πόπερ και ένας τραγουδιστής ο Καράς νομίζω, άστην να λέει, τώρα πως κολλάει ο Πόπερ με τον Καρά στην ίδια πρόταση, κολλάει, όλα κολλάνε σήμερα, παράδειγμα το fb, μπαίνεις να δεις τi γράφουν οι φίλοι σου και φεύγεις με άχρηστες πληροφορίες και για τις τριάντα Τουρκάλες που χόρευαν τσιφτετέλι στη Σύμη, μετά πας και σκάβεις τον κήπο σου ή παίρνεις ένα Xanax να ηρεμήσεις, έτσι και πετύχεις κι ένα βίντεο με τον Άδωνη τσιρίζεις κι εσύ όλη μέρα τα κορακίστικα.
Η Βίβιαν τελείωνε με το φως της λάμπας το βιβλίο της κι εγώ ονειροπολούσα νοσταλγώντας τη ζωή που άφησα να περάσει μέσα στα θολά οικονομικά ποτάμια μου. Και ήταν ακόμα αποβραδίς.
Σκέφτηκα τον πληθυσμό της γης, την ιστορία των χρόνων στο άπειρο, την εξέλιξη της ανθρωπότητας και των έμβιων όντων, τη μικρή ζωή των πουλιών και την ελιά που συνεχίζει να βγάζει καρπούς μετά από τέσσερις χιλιάδες χρόνια, τον τζίτζικα του καλοκαιριού που πεθαίνει τραγουδώντας πάνω στα δέντρο, όλα ξαναγυρίζουν στο χώμα, η μάνα μου στο χώμα, ο πατέρας μου στο χώμα, τόσοι φίλοι μου στο χώμα, εγώ ο τζίτζικας να τραγουδάω ερωτικά και πένθιμα μαζί, εγώ θα υμνήσω το ασήμαντο της ύπαρξής μου, το θαύμα ότι υπήρξα και μπόρεσα να γράψω το όνομα μου σε τούτη την κορυφή του βουνού των παιδικών μου ματιών.
Ευλογημένος που κατάφερα να ανέβω ως εδώ πάνω.
Είχα ξεχάσει πως δίπλα μου ήταν η Βίβιαν, τώρα καθάριζε ένα κόκκινο μήλο με τον σουγιά το πατέρα μου, η μάνα μου έλεγε πως στις φλούδες είναι η βιταμίνες, να το πλένεις και να το τρως έτσι, πάλι το μήλο, της Βίβιαν τώρα.
-Μισό μισό είπε, όλα τα μοιραζόμασταν με τη Βίβιαν από παιδιά, ένα μανταρίνι, ένα μακό, ένα βιβλίο, μια ζωή.
-Δεν θέλω, είπα, θα βγω να καπνίσω.
- Ακόμα καπνίζεις;
- Υπάρχουν πιο βλαβερά απ΄ το τσιγάρο είπα, όπως ένα μήλο τον εικοστό πρώτο αιώνα, εκτός αν είναι απ΄το Ανθοχώρι.
Πάντα κάπνιζα κρυφά, κρυφά απ΄τους γονείς μου, κρυφά απ΄τη γυναίκα μου, κρυφά απ΄τη Βίβιαν. Ντρέπομαι την εικόνα του καπνιστή, υποδηλώνει αδυναμία, εγώ ήθελα να φαίνομαι δυνατός. Τώρα πια δεν είχα λόγο να κρυφτώ, πάει καιρός που έπεσα τόσο χαμηλά.
- Να με προσέχεις γιατί έχω πέσει χαμηλά, της είπα ..το μάτια μου γλυκά δεν της το είπα, μοιάζει γλυκανάλατο, όπως και το σ΄ αγαπώ δεν της το είπα ποτέ, δεν υπάρχει άλλη λέξη που να έχει φθαρεί τόσο τα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Η αγάπη δεν είναι θεωρία, είναι πράξη.
Βγήκα έξω στη νύχτα, άναψα το πρώτο τσιγάρο της μέρας νύχτα, είχε πάει 10 το βράδυ.
Χτύπησε το κινητό μου με το που άναψα το τσιγάρο, η καύτρα μόνο έφεγγε μες τη νύχτα, τρόμαξα, τέτοια ώρα στο βουνό μοιάζει μεσάνυχτα.
- Είμαστε από την ελπέντισον, είπε μια ωραία γυναικεία φωνή, τι κάνετε, ήθελε τώρα αυτή να της πω τι κάνω εγώ, φυσικά δεν της είπα, τη ρώτησα όμως τι κάνει αυτή, είπε όμορφα, φαίνεται πως είναι όμορφα με ένα τηλέφωνο στο χέρι όλη μέρα, από πάνω σου κάποιος με ένα μαστίγιο στο χέρι, να είναι ο άλλος στη τουαλέτα να σε χέζει στα μούτρα και εσύ να νομίζεις πως είναι κολόνια givenchy, θα μου πείτε το ίδιο δεν συμβαίνει και με το σημερινό σύστημα στην Ελλάδα, συνηθισμένα φαινόμενα, σε βιάζουν καθημερινά κα συ λες όμορφα είναι.
Το ατού της κοπέλας ήταν η φωνή της, το ατού των πολιτικών είναι η εξουσία. Τέλος πάντων το θεωρώ απαράδεκτο και ας πουν κάποιοι ότι το κάνει για το ψωμί της, εγώ ξέρω τη φράση του Καζαντζάκη,
"Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω."
Πέταξα το τσιγάρο και πήγα μέσα, με κινητό ούτε στο βουνό δεν ησυχάζεις.
Η Βίβιαν αποκοιμήθηκε με τα ρούχα και τα αθλητικά παπούτσια της, τυλιγμένη με την μπορντό κουβέρτα, το μικρό καταφύγιο είχε ζεστάνει, έριξα αθόρυβα ένα ακόμα ξύλο στη σόμπα, εδώ δεν υπάρχει ούτε νερό, ούτε οδοντόβουρτσα, ούτε ήταν στο πρόγραμμα της κορυφής να μείνουμε, εμείς να αγναντέψουμε από ψηλά είπαμε, και τώρα μοιάζει να ήμαστε σαν ναυαγοί σε ακατοίκητο νησί, το Ανθοχώρι ήταν μακριά, το Παρίσι και η Βοστώνη λες και είχαν σβηστεί απ΄ τον χάρτη.
Πήρα το βιβλίο της και άρχισα να το διαβάζω, στην αρχή το χάιδεψα σαν να ήταν σώμα γυναίκας, μετά διάβασα το βιογραφικό του συγγραφέα, Rachid Benzine, Μαροκινός ισλαμολόγος, πολιτειολόγος, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, ακαδημαϊκός στη Γαλλία.
Πόσες φορές διαβάζοντας βιογραφικά συγγραφέων δεν ένοιωσα το λίγο της ύπαρξής μου, διαβολόστειλα ακόμα μια φορά τα οικονομικά που ρούφηξαν την άχαρη ζωή μου, ταυτόχρονα νοιώθω να ανάβει ένα φως μέσα μου όταν αρχίζει να με μαγεύουν οι σκέψεις και οι λέξεις, ο Μπενζίν προσεγγίζει, λέει, ιστορικά το Ισλάμ με έμφαση στην αλληγορική και φιλοσοφική ανάγνωση του Κορανίου. Απόψε είχα ένα λόγο παραπάνω, πριν λίγο διάβασε το βιβλίο αυτό η Βίβιαν, τα δάκτυλα της ξεφύλλισαν τις σελίδες του, τα μάτια της διαπέρασαν τις λέξεις του, η ιστορία του εισέβαλε στο μυαλό της, τι ένοιωσε, πόση δύναμη πήρε, πόσο γαλήνεψε η ζωή της και τώρα κοιμάται ήρεμα με τη μορφή της Αφροδίτης της Μήλου στο πρόσωπό της. Πόσο γλυκύτατοι οι άνθρωποι όταν κοιμούνται, πόσο θηρία όταν ξυπνάνε, σκέφτηκα. Μια διάβαζα το βιβλίο, μια κοιτούσα το άγιο πρόσωπο της Βίβιαν, ήθελα να της χαϊδέψω τα μαλλιά σαν να ήταν βιβλίο.
Το βιβλίο ξεκινάει απλά με μια πρόταση τριών λέξεων, Μια συνηθισμένη μέρα, εγώ βέβαια βίωνα μια ασυνήθιστη νύχτα. Η δεύτερη πρόταση είναι, Χτες δυο χτυπήματα σκότωσαν τέσσερα παιδιά που το μοναδικό τους έγκλημα ήταν ότι έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία. Εδώ σταμάτησα πριν αρχίσω, έκανα την εικόνα στο μυαλό μου και ήρθε ένα άλλο βιβλίο στο νου μου, Εάν αυτό είναι άνθρωπος, μόνο τώρα οι ρόλοι είχαν αλλάξει, τα θύματα έγιναν θύτες. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, η βία είναι βία απ΄ όπου και αν προέρχεται σκέφτηκα. Αλλά πάλι με τόση βία πως θα κατακτήσουμε την ειρήνη αν δεν ασκηθεί βία; Απ΄τις πρώτες γραμμές του βιβλίου έθετα ερωτήματα στον εαυτό μου, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν μπορούσα να ρωτήσω τη γνώμη της, αυτή έχει το τρόπο της, έχει τη γνώση και κάνει πιο τρυφερές τις απαντήσεις, λες και πίνεις αθάνατο νερό όταν μιλάει για την ασχήμια και την ομορφιά του κόσμου, τη ζωή και το θάνατο, για την ιστορία και το μέλλον της ανθρωπότητας, μοιάζει λες και κατάλαβε, εγώ σκέφτηκα πως ακόμα ψάχνομαι, από που ήρθα, γιατί ήρθα, που πάω, αν θα συναντήσω ξανά τους πεθαμένους γονείς μου, το μόνο βέβαια που δεν με τρομάζει είναι ο δικός μου θάνατος, μια στιγμή είναι, αλλά τι γίνεται, πως αντέχουν τον πόνο της απουσίας αυτοί που μένουν πίσω στη γη, εγώ είμαι σίγουρος καλά θα περνάω στον Άδη ή στους ουρανούς, το μόνο που με τρομάζει είναι η βαρεμάρα στον παράδεισο και οι φρικαλεότητες στην κόλαση, αν είχε ένα φράχτη θα την έβρισκα την τρύπα, λέω για να ηρεμήσω…. Ναι, ούτε η κόλαση, ούτε ο παράδεισος αντέχεται, παν μέτρον άριστον.
Είχε περάσει σχεδόν μισή ώρα και μόλις διάβασα τριάντα σελίδες, ήταν δύσκολο να συγκεντρωθώ στις λέξεις, το μυαλό μου έπλαθε φρικτές εικόνες, παρανοϊκός ο πόλεμος δεν χωράει σε καμιά λογική, δεν υπάρχει δίκιο κι άδικο στον πόλεμο, μόνο ο θάνατος και το ανθρώπινο τέρας, κι όταν παλεύουν τα βουβάλια στα πετρέλαια την πληρώνουν τα βατράχια στη φύση, οι αθώοι στην Παλαιστίνη, οι αθώοι στη Ουκρανία, οι αθώοι στο Ιράν τώρα, πως να καταλάβεις τον πόλεμο στην οθόνη όταν η οθόνη κολυμπάει στη βία και τα όπλα έγιναν παιχνίδια ψυχαγωγίας, προς τι οι αναλύσεις επί αναλύσεων όταν η ευτέλεια του ανθρώπινου γένους χτυπάει κόκκινο, όταν η ανθρωπότητα γίνεται θεατής αντί να χτυπήσει παγκόσμιο συναγερμό.
Υπάρχουν λεφτά για πόλεμο, για τους πεινασμένους της γης δεν υπάρχουν κι αυτό λέγεται πολιτισμός.
Σαν να μη φτάνει η κλιματική αλλαγή, οι επεξεργασμένες τροφές, η βία της εξουσίας απέναντι στους λαούς, πάρτε και ένα πόλεμο να έχετε να καμαρώνετε τον μαύρο χρυσό.
{ Η FIFA ανησυχεί τώρα αν θα πάει το Ιράν στο Μουντιάλ 26 ή θα της ανακατέψει το πρόγραμμα και θα το γράψουν πάλι απ΄ την αρχή, κρίμα, αυτοί ολόκληρο βραβείο Ειρήνης του έδωσαν, αίσχος Τραμπ, δεν έχεις τσίπα; Ρε ξέρεις πόσα money θα χαθούν χωρίς το Ιράν το καλοκαίρι; Αν δεν είχα παραιτηθεί τον περσινό Γενάρη αλλιώς θα σε συμβούλευα, περίμενε τουλάχιστον να γίνει το Μουντιάλ, τα πήρες όλα παραμάζωμα, τρέμεις τους Kινέζους ε; Μες τον πόλεμο, ο καθένας τον καημό του κι ο μυλωνάς τ΄αυλάκι.}
Η Βίβιαν κοιμόταν, κουνήθηκε λίγο και σκέπασε και το κεφάλι της, η Λίζα λούφαζε δίπλα στη σόμπα κι εγώ αναρωτιόμουν αν υπάρχει η σωτηρία της ψυχής, η σωτηρία του ανθρώπου, η σωτηρία της γης, και ότι άλλο γιορτάζει της μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ως τον Αύγουστο έχουμε καιρό, είπα και ηρέμησα.
Η ανθρωπότητα βέβαια δεν έχει άλλο χρόνο, ούτε ως τον Αύγουστο….
Ήπια μια γουλιά κόκκινο κρασί, έβαλα να παίζει το κόκκινο κρασί του Δουρδουμπάκη, άναψα τσιγάρο και βγήκα έξω στην νύχτα. Ήταν μόνο νύχτα.
Το κινητό συνέχιζε να παίζει πάλι Δουρδουμπάκη, τις Τυφλές Ελπίδες.
Συνεχίζεται Και δεν πήγε ακόμα μεσάνυχτα