2 Φεβ 2026

Από ψηλά

Το καταφύγιο

Η μέρα ήταν καθαρή, ηλιόλουστα παγωμένη. Που και που λίγα χιόνια στη γη, -στα ζερβά, δίπλα από μεγάλες πέτρες, κάτω απ΄τα έλατα. Το μονοπάτι καθαρό, εμείς αποφασισμένοι.
"Ξεκινήσαμε πρωί και είναι μεσημέρι…"
H Bίβιαν αναστέναξε, θα μπορούσε όλα να ήταν αλλιώς, είπε.
Φίλοι από μικρά παιδιά, πήραμε άλλους δρόμους. Εκείνη στο Παρίσι, εγώ στη Βοστώνη.
Είχαμε χρόνια να συναντηθούμε από κοντά, πάντα μιλούσαμε όμως, πότε με λόγια καθημερινά, πότε με τα τραγούδια μας, πότε με τη σιωπή, διάβαζα τα βιβλία της πριν εκδοθούν. Ήρθαμε στο χωριό για τα Χριστούγεννα, η Ελλάδα ήταν μπλοκαρισμένη, η Ευρώπη αποπροσανατολισμένη.
Το βουνό ήταν πάντα η πρόκληση, δεν ανεβήκαμε ποτέ στην κορυφή. Ή τώρα ή ποτέ είπαμε, μεγαλώνουμε. Πέντε ώρες ανηφορικός δρόμος.
Ο δρόμος έρημος, Γενάρης μήνας, πέτρινες βρύσες και κρυστάλλινες πηγές, γυμνά δέντρα στα χαμηλά, τα έλατα μετά, ο Αη Λιάς, ένα παρατημένο σπίτι, διάσπαρτες καλοκαιρινές στάνες βοσκών, ούτε αρκούδες, ούτε λύκοι, μόνο ή Λίζα μας ακολουθούσε πιστά.
Κοντεύαμε στη κορυφή, το βουνό καθαρό πια σαν αυγό, οι φτέρες σάπιζαν στη γη, άπλωνες το χέρι και έφτανες τον ουρανό.
Η Βίβιαν έλαμπε, εγώ κούτσαινα! Είχαμε πει πολλά για τις ζωές μας, μόνο ένα δεν είπαμε ποτέ.
Μικρή στάση ζωής και ξανά πάλι στην κορυφή, φτάσαμε. Ο κόσμος από ψηλά.
Μακριά βόρεια άλλες ψηλότερες κορφές άσπρες στο χιόνι, πέρα δυτικά η θάλασσα, ανατολικά η μισή Ελλάδα, η άλλη μισή δεν φαίνονταν πουθενά, ούτε καν στις εκλογές.
Η Βίβιαν έβλεπε ακόμα πιο μακριά, την Ουκρανία πληγωμένη, την Παλαιστίνη τραυματισμένη, στο Ιράν έβλεπε φωτιές, εγώ πάλι δεν έβλεπα τίποτα, λόγω της ωχράς κηλίδας στο δεξί μου μάτι. Όλα μικρά κι ασήμαντα από ψηλά, ένοιωθα τους φίλους που έφυγαν τη χρονιά που πέρασε, τη μάνα και τον πατέρα μέσα μου, έγινα ένα με τον Ουρανό.
Ε, είσαι καλά; είπε η Βίβιαν
Ναι, καλά, εσύ;
Αφήσαμε τα σακίδια μέσα στο μικρό καταφύγιο, τέσσερα κρεβάτια και μια σόμπα, πέτρα και ξύλο, επιδέξια φτιαγμένο στην εσοχή ενός μεγάλου βράχου.
Φυσάει.
Τα ξανθά μακριά μαλλιά της Βίβιαν κάνουν βόλτες μέσα στα πράσινα μάτια της, ψάχνει ένα κοτσιδάκι, τα δένει, με τα χέρια πίσω στο κεφάλι της μου φάνηκε σαν να παραδόθηκε στο Θεό. Βέβαια εγώ από παιδιά την ήξερα καστανή, φαίνεται πως μεγαλώνοντας τα μαλλιά της άλλαξαν χρώμα. Ξαφνικά την είδα μπροστά μου 18 χρονών να δίνουμε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο το ονειρικό 1978. Πηγαίναμε στη Λάρισα τότε, γυρίζαμε μέσα στην κάψα του Αυγούστου, μόνο τα τραγούδια του οδηγού ήταν δροσερά, Σταύρος Ζώρας, Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο.
Η Λίζα γαύγιζε και έφυγε τρέχοντας, ένα μεγάλο γεράκι πετούσε από πάνω μας, σιγά μην το φτάσει. Η Βίβιαν έβγαλε το μικρό σημειωματάριό της, κάτι έγραφε, η Καρυστιανού ήθελε δημοψήφισμα για τις αμβλώσεις, ο Τραμπ ήθελε τη Γροιλανδία, εγώ διάβαζα τα ονόματα και τα σημάδια στον βράχο. Υψόμετρο 1980 μέτρα.
Η Βίβιαν πλάι στην Πανεπιστημιακή της πορεία έγραφε λογοτεχνία, τη θυμάμαι πάντα να κρατά σημειώσεις, ψιλοβελονιές στα κεντημένα βιβλία της.
-Τον Οκτώβριο σκέφτομαι να γυρίσω μόνιμα στο χωριό, με κούρασε το Παρίσι, τα παιδιά πήραν το δρόμο τους, βγαίνω στη σύνταξη, είπε η Βίβιαν.
-Στο χωριό, εσύ; Μα είκοσι άνθρωποι μένουν εδώ τον χειμώνα.
- Ε, και; Ο κόσμος άλλαξε και εμείς μεγαλώσαμε. Τα έχω σκεφτεί όλα. Θέλω να ξεφύγω απ΄ το χρόνο, να διαβάζω, να γράφω, να ταξιδεύω χωρίς λόγο, να αναπνέω καθαρό αέρα, οι ρίζες μου είναι στο Ανθοχώρι, εδώ γεννήθηκα, εδώ θέλω να πεθάνω.
Είχαμε περάσει τα εξήντα, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση του χρόνου, οι ώρες είναι πολύτιμες.
Πήρα μια μυτερή πέτρα κι άρχισα να σκαλίζω το όνομά μου στη μεγάλη πέτρα, Δήμος. Η Βίβιαν ήρθε κοντά, έγραψε δίπλα το δικό της. Ανεξίτηλες οι λέξεις.
Η Λίζα γαύγιζε, ακούστηκαν οπλές αλόγου, ένας άντρας καβάλα στο μαύρο άλογο μπροστά μας.
-Γεια χαρά, καλώς ήρθατε, είπε.
Άσπρα μαλλιά, μακριά γένια, εύρωστος, γύρω στα εβδομήντα.
Κατέβηκε απ’ το άλογο, πιάσαμε την κουβέντα. Ζούσε, μας είπε, μόνος εδώ και δώδεκα χρόνια, παρακάτω σε μια σπηλιά.
-Και πως ζεις μόνος σου εδώ πάνω, τον ρώτησε η Βίβιαν, νερό, ρεύμα, φαγητό, δεν φοβάσαι;
-Τι να φοβηθώ; Από τότε που ήρθα εδώ δυνάμωσαν οι αισθήσεις μου, ακούω τον παραμικρό ψίθυρο, βλέπω πιο μακριά, ανεβαίνω κάθε μέρα εδώ και αγναντεύω τη θάλασσα, βλέπω την Ιταλία πέρα, νοιώθω κάθε μικρή γεύση, μυρίζω το άρωμα του αέρα, αγγίζω τη ζωή που δεν είχα, νοιώθω το σώμα μου ολάκερο. Με το καιρό ξαναβρήκα τη φαντασία, τα ένστικτα, την διαίσθηση, τα συναισθήματα. Ένας μικρός Θεός είναι ο άνθρωπος.
Εγώ δεν βρήκα κάτι πιο έξυπνο και τον ρώτησα αν βλέπει και τον αλάθητο Πάπα στο Βατικανό, αφού βλέπει τόσο μακριά...
Κάποιες φορές ανόητες ερωτήσεις, φέρνουν σοφές απαντήσεις, ο Νικόλας ήταν δεξιοτέχνης του λόγου και άρχισε να μας λέει γιατί έφυγε απ' την Αθήνα. Δεν είπαμε λίγα περί θρησκειών. Θρησκεία
είναι η ιστορική παράδοση κάθε λαού, κατέληξε. Εμένα αυτό με βόλευε, γιατί τα τελευταία χρόνια κάνω πράγματα αλλόκοτα, απαντήσεις δεν είχα.
Μαύρα σύννεφα πρόβαλαν απ' τον βορά, ο αέρας κρύωνε, πήγε απόγευμα δίχως να καταλάβουμε. Ξεχαστήκαμε σαν τα μικρά παιδιά.
Ο Νικόλας μας προσκάλεσε στη σπηλιά του, η Βίβιαν είπε πρέπει να επιστρέψουμε θα νυχτώσει.
Αν μείνετε απόψε στο καταφύγιο σας περιμένω αύριο, μας χαιρέτησε ο Νικόλας καβαλώντας τη μαύρη φοράδα.
Με τη Βίβιαν κοιταχτήκαμε!
Ο ήλιος έδυε, το κρύο περόνιαζε, ο δρόμος της επιστροφής τρεις ώρες κατήφορος, κανείς δεν μας περίμενε, το καταφύγιο πρόκληση.
Μια κάπα, ένα μαλιότο, μερικές κουβέρτες, μια στοίβα ξύλα, σπίρτα, λάμπα θυέλλης, ένα βιβλίο εντυπώσεων και μια πινακίδα: Αφήστε το καταφύγιο όπως το βρήκατε, μετά από σας θάρθουν κι άλλοι.
Κάτω το παλαμισμένο χώμα στεγνό, πάνω οι κορμοί από κέδρο κρατούσαν σανίδες από έλατο, απ' έξω δεν το ξεχώριζες απ' τον βράχο έτσι όπως το σκέπαζαν οι πέτρινες πλάκες. Μια βαριά ξύλινη πόρτα άφηνε έξω τον καιρό.
Ή φεύγουμε τώρα ή μένουμε, είπα.
Μένουμε, είπε η Βίβιαν, αύριο θα πάμε στον Νικόλα, θέλω να μάθω για την ζωή του.
Μάζεψα κάποια μικρά ξυλαράκια, τα φέρνει ο αέρας ως εδώ πάνω, για προσανάματα. Κατάφερα ν' ανάψω τη σόμπα με μεγάλη προσπάθεια.
Η κορυφή του βουνού κάπνιζε τώρα, η μέρα νύχτωνε, η Βίβιαν σημείωνε πάλι, η Λίζα ήρθε μέσα κι εγώ μέτραγα τα πρώτα αστέρια.
"Ψηλά στη Κωστηλάτα, στα κρύα τα νερά, χορεύουν τα κορίτσια μαζί με τα παιδά" .. Η Κωστηλάτα βέβαια ήταν χιονισμένη, το καλοκαίρι μακριά, εγώ μάλλον είχα ψευδαισθήσεις.
Η Βοστώνη και το Παρίσι έγιναν κουκίδες στο χάρτη, στον κάμπο οι αγρότες έφευγαν όπως πάντα με άδεια χέρια, η Αθήνα θρηνούσε τη νεαρή εκπαιδευτικό που πνίγηκε στην τελευταία νεροποντή, η ICE σκότωνε εν ψυχρώ αθώους πολίτες, η σόμπα έκαιγε, η φωτιά φώτιζε αμυδρά το δωμάτιο, η Βίβιαν έβγαλε την πετσέτα με τον πλαστό, προνόησα για ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, μια αλλιώτικη νύχτα μας περίμενε.
Το όνειρο όταν πραγματοποιείται δεν υπάρχει πιά, η ουτοπία κινεί τα νήματα, ο ανεκπλήρωτος έρωτας κρατάει μια ζωή, όσοι έζησαν δεν φοβούνται το τέλος. Και οι πληγές αιμορραγούν ως το θάνατο.
Είχα ξαπλώσει όπως ήμουν, στο απέναντι κρεβάτι, ξαφνική θλίψη, την ήξερα καλά αυτή τη διάθεση, έρχονταν πάντα όταν δεν την περίμενα, στις πιο μεγάλες στιγμές, στις γιορτές, στα μεγάλα ύψη. Ολόκληρη ζωή στην ταχύτητα, τώρα εδώ όλα ήταν από μόνα τους γαλήνια. Η Βίβιαν δίπλα μου.
-Τι έπαθες; είπε
Τίποτα, κουράστηκα, απάντησα δήθεν αδιάφορα. Είναι εκείνη η ενοχή για όσα δεν έκανες όταν μπορούσες, για όσα δεν σήκωσες το μπόι σου να διεκδικήσεις για τον εαυτό σου, για την κοινωνία, για το πέρασμα της ζωής σου. Είναι εκείνη η παραδοξολογία να ξεχνάς τα τόσα που κατάφερες και να βουτάς στα άλλα, που δεν προσπάθησες, δεν τόλμησες, είναι ότι ξόδεψες στα ασήμαντα και δεν αφέθηκες στα σημαντικά. Ποια τα σημαντικά και ποια τα ασήμαντα, στροβίλιζε το μυαλό μου.
-Σε ξέρω καλά, έλα πες μου, είπε πάλι η Βίβιαν.
- Αυτό δεν ισχύει, κανένας δεν μπορεί να ξέρει τον άλλον, μόνο ο εαυτός του, ο κάθε άνθρωπος είναι ένα μικρό σύμπαν.
- Για σένα ισχύει, μεγαλώσαμε μαζί, ζήσαμε χωριστά, ποτέ όμως δεν χαθήκαμε, ο ένας για τον άλλον ήταν πάντα πηγή ζωής. Δήμο πες μου, εδώ δεν μας ακούει κανείς, μόνο ο Θεός.
- Ποιος Θεός, αυτός που μας έδιωξε από το φυσικό μας περιβάλλον, που μας πήγε φυλακή στις πόλεις, κι όλα αυτά για ένα δαγκωμένο μήλο;
- Δήμο σταμάτα τους αφορισμούς, είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας.
- Βίβιαν θυμάσαι πώς έφυγα στην Αμερική. Ένα γράμμα, μια μέρα, μια απόφαση στα δέκα οκτώ, έλα εδώ να σπουδάσεις οικονομικά στο κολλέγιο, είναι έτοιμα τα χαρτιά. Αυτό ήταν, άλλαξαν όλα.
- Τα πήγες καλά όμως, ανέβηκες ψηλά, παντρεύτηκες την όμορφη γυναίκα σου, έκανες το παλάτι δίπλα στη θάλασσα, χρηματοοικονομικός σύμβουλος στο Υπουργείο Οικονομίας του Λευκού Οίκου, τι άλλο ήθελες;
- Όλα ήταν λάθος. Τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη, είναι το κόλπο να βγάζεις χρήματα χωρίς να δουλεύεις, η γυναίκα μου δεν ήταν Ελληνίδα, ποτέ δεν με κατάλαβε, το παλάτι επένδυση χρημάτων ήταν κι αυτό. Όλα λάθος.
Πολλά λάθη μαζεμένα κάνουν εκρηκτικό το μείγμα, μια σπίθα και όλα τινάζονται στον αέρα. Και στα συντρίμμια μηδενίζεται ο άνθρωπος, χάνεται και η ζωή.
- Εκ των υστέρων είναι αργά. Μες την ορμή της νιότης πήραμε τη ζωή μας λάθος, "τόσοι βρήκαν τον θάνατο κανείς τον ποταμό", κοίταγα κατάματα τη Βίβιαν λες και έβλεπα τη ζωή μου.
- Αν δεν έφευγες τότε, όλα θα ήταν αλλιώς, είπε με τα μάτια της η Βίβιαν.
Έψαξα το τραγούδι του Καλογιάννη στο κινητό μου (1), βάραινε τόσο η θλίψη, ήθελε απεγνωσμένα κάποια λύτρωση…
Η μπαταρία θα τελειώσει, είπε η Βίβιαν με λέξεις, αυτή τη φορά. Συνέχεια Όλα θα ήταν αλλιώς

1 Φεβ 2026

Όλα θα ήταν αλλιώς


Μια μικρή εξομολόγηση, ένα τραγούδι, εικόνες από παλιά, άδειασε το μυαλό μου. Ο χειμώνας νυχτώνει νωρίς, ήταν έξι το απόγευμα και έξω ήταν σκοτάδι.
Άνοιξα με τον σουγιά πολλών χρήσεων του πατέρα μου, το κόκκινο κρασί. Πιες, ποτήρια δεν έχουμε, πιες εσύ, να πιω κι εγώ. Γουλιά γουλιά, σαν φιλιά που δεν δόθηκαν ποτέ στο στόμα που διψούσε. Πλαστός, κόκκινο κρασί, σκηνικό κι αυτό….
Δυσκολεύομαι να αφηγηθώ αυτή την εκδρομή, ενώ φαίνεται εύκολη, δεν είναι, δεν ήμουν έτοιμος το ήξερα, είναι μια αλλόκοτη ιστορία σαν του Πόε, μια νύχτα τρυφερή σαν του Φιτζέραλντ, αλλά αφού ξεκίνησα θα προσπαθήσω λέξη λέξη, λιτά και απέριττα να μην κουράσω κάποιον που θα την ακολουθήσει γεμίζοντας με φλύαρες περιγραφές. Ίσως έπρεπε να την εξιστορήσω σε κάποιον συγγραφέα ή έστω σε κάποιον που έκανε μαθήματα δημιουργικής γραφής και έμαθε. Είπα στη Βίβιαν να καταγράψει εκείνη τη νύχτα και φυσικά αντέδρασε, "δεν έχω γράψει ποτέ για την ιδιώτική μου ζωή και ούτε θα το κάνω ποτέ, οι προσωπικές μας ιστορίες δεν αφορούν τους άλλους, δεν θα ήθελα να μιλήσεις ποτέ για μας, ότι είναι βαθύ κ ανείπωτο δεν εξαϋλώνεται ποτέ…". Βέβαια αντέδρασα κι εγώ, της είπα πως διάβασα κάποια βιβλία, παρ΄ όλα τα οικονομικά που με περιτύλιξαν, και διέκρινα πως οι περισσότεροι γράφουν για τη ζωή τους μέσα από κάποιον άλλον ήρωα που πλάθουν όπως αυτοί θέλουν και πως είναι άτιμο να είσαι ηθοποιός της ζωής σου.
Ο πατέρας μου ήταν αγωγιάτης, είχε έξι άλογα και ένα γάιδαρο. Τότε στο Ανθοχώρι δεν ερχόταν φορτηγό, ούτε λεωφορείο, έφτανε μέχρι την Κερασιά, το κεφαλοχώρι της περιοχής. Κουβαλούσε τους ανθρώπους που έφταναν με τα πράγματά τους από την Αθήνα, τα Τρίκαλα, τα Φάρσαλα, από παντού, από την Κερασιά στο χωριό. Δυό ώρες δρόμος σε απόκρημνα μονοπάτια, μέσα από το ποτάμι, δύσκολες ανηφόρες. Αυτό γινόταν το καλοκαίρι, τον υπόλοιπο καιρό κουβαλούσε άμμο απ΄το ποτάμι, τσιμέντα, τρόφιμα, αλεύρι, αλάτι και πετρέλαιο. Και τα σπίρτα ο πατέρας μου τα έφερνε στο Ανθοχώρι, χωρίς σπίρτα το χωριό έμενε στα σκοτάδια.
Στην Κερασιά υπήρχε το Μονοπώλιο που προμήθευε ολόκληρη την ορεινή περιοχή. Εγώ ήμουν ο γιός του αγωγιάτη, η Βίβιαν η κόρη του δασκάλου. Τα σπίτια μας αντικρυστά. Ο δάσκαλος έχει δυό παιδιά και ένα κορίτσι, έλεγε η μάνα μου, εμείς δεν καταφέραμε να έχεις ένα αδερφάκι. Τότε τα αγόρια ήταν τα παιδιά , τα κορίτσια ήταν απλά κορίτσια. Ξέρω ξεφεύγω τώρα, αν κάποιος διαβάζει αυτά που γράφω μπορεί και να βαρέθηκε. Ήθελα όμως να δικαιολογήσω πως έφυγα στην Αμερική, ένα μήνα αφού σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Ήταν παραμονή τ΄ Αηλιός, πήγαινε στη Κερασιά να φέρει κόσμο, αγρίεψε το άλογο, παραπάτησε, έπεσε και γκρεμοτσακίστηκε στη χαράδρα. Τα υπόλοιπα άλογα γύρισαν πίσω, μας έφεραν το μαντάτο, κάτι συνέβη, τον βρήκαμε νεκρό μετά από δυό μέρες. Τότε δεν υπήρχαν κάμερες στους δρόμους, οπότε ποτέ δεν μάθαμε. Ήταν μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, ήταν εκείνη η πρόσκληση του Θείου απ΄ τη Βοστώνη, έλα να σπουδάσεις εδώ.
Και πήγα. Εκείνος έφυγε να καταπολεμήσει την φτώχεια είπε, και την καταπολέμησε, αλλά κι εκείνος γκρεμοτσακίστηκε όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ χωρίς πάτωμα, έπεσε στο κενό. Τι κρίμα, ήταν καλός άνθρωπος, είπαν στο χωριό.
Η Βίβιαν δεν μου το συγχώρεσε ποτέ, πόσες φορές δεν άκουσα τη φράση "όλα θα ήταν αλλιώς".
Η λάμπα της Βίβιαν ήταν αναμμένη ως τα μεσάνυχτα, από μικρή διάβαζε, δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, ένα μικρό σημείωμα ως το πολυσέλιδο Οι άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ, τα λεπτά χεράκια της κρατούσαν εκείνα τα σκληρόδετα βιβλία και την άλλη μέρα μας έλεγε ιστορίες από την Παναγία Των Παρισίων και το Χωρίς οικογένεια. Ανήσυχη περπατούσε την Οδό Οράματος μόνη, εμείς τα αγόρια είχαμε το μυαλό μας στη μπάλα και στο ποτάμι. Κατάφερα κι εγώ να διαβάσω την καλύβα του μπάρμπα Θωμά και από τότε όλο καλύβες ονειρεύομαι. Παιδιά στο δημοτικό, ούτε το πρώτο βιβλίο, ούτε ο πρώτος έρωτας ξεχνιούνται ποτέ.
Η Τιτάνια είχε σκοτεινιάσει, τα σύννεφα απ΄το Βορά στάθηκαν πάνω μας, κάτω στο νότο αχνόφεγγε μια κόκκινη γραμμή, κάποια αστέρια ανάμεσα στα σύννεφα τρεμόσβηναν, πουθενά το φεγγάρι.
-Κλείσε τη πόρτα, έρχεται κρύο, είπε η Βίβιαν και τυλίχτηκε με μια κουβέρτα. Πάλι τα ίδια, 15 νεκροί και 24 τραυματίες ήταν η είδηση στο κινητό. Πέταξε την κουβέρτα και βγήκε έξω, φώναζε με ένα Why; ουρλιαχτό, σαν την αντιπολεμική αφίσα στα φοιτητικά μας χρόνια.
"Α: πρέπει να τους λέμε Eισβολείς…Αυτή δεν είναι η Oδηγία;"Από το θεατρικό έργο Κουκούλα, του Θανάση Τριαρίδη.
Τον Σεπτέμβρη του 19 η Βίβιαν πήρε ένα χρόνο Πανεπιστημιακή άδεια και πήγε στη Μόρια. Είχα διαβάσει το βιβλίο της "Φόβος και Βία στη Μόρια", αρρώσταινε όταν άκουγε για τους θαλασσοπνιγμένους ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλήν κλίναι.
Μπήκε στο καταφύγιο και έπεσε μπρούμητα στο κρεβάτι κλαίγοντας.
Την σκέπασα με την κουβέρτα, οι τρεις γιαγιάδες της Λέσβου έφυγαν, μαζί τους έφυγε και ο Άνθρωπος.
Τα γεγονότα είναι τόσο πυκνά πια, οι διαθέσεις αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή, ζούμε επιδερμικά, μέσα σ΄ ένα κουβάρι ειδήσεων χάνεται η ζωή μας σκέφτηκα, ρίχνοντας άλλο ένα κούτσουρο στη σόμπα.
Ήμασταν στο κατώι του σπιτιού σου, στην πράσινη κουζίνα, - πράσινα παράθυρα, πράσινη πόρτα, έτσι την έλεγε η Βίβιαν, η μάνα σου μας είχε φτιάξει φέτες με βούτυρο και μέλι, η μάνα σου ήταν νέα, όμορφη, γελαστή, εσύ κι εγώ χαρούμενοι, παιδιά. Η μάνα σου έτριβε ένα κολοκύθι με το κουτάλι, είχε ανάψει τη γάστρα, στο δρόμο ακούστηκαν φωνές, το νερό άρχισε να μπαίνει από παντού στο σπίτι, σβαρνισθήκαμε στην αυλή, η στάθμη ανέβαινε επικίνδυνα, η μάνα σου πνιγόταν, εσύ φώναζες, μαμά, μαμά, δεν μπορούσες να τη φτάσεις το νερό μας σκέπασε, είχε σκεπάσει το σπίτι μου από κάτω, ανέβαινε κατακόρυφα να πνίξει όλο το χωριό, βρεθήκαμε απότομα στον πάτο μιας θολής λίμνης, πνιγήκαμε αγκαλιά, είδα τις καρδιές μας μέσα στις λάσπες πριν πεθάνουμε, δεν θυμάμαι τίποτα μετά…
Η Βίβιαν πετάχτηκε κατακόκκινη στο πρόσωπο, έσταζε ιδρώτα, μόλις την είχε πάρει ο ύπνος, έτρεμε σύγκορμη τι εφιάλτης κι αυτός έλεγε…
Τι είναι τα όνειρα στο πρωτούπνι, πόσο πίσω πάνε στο χρόνο, δεν ξέρω θα φωνάξουμε τον Φρόυντ να μας το εξηγήσει, είπα.
Πενήντα χρόνια πριν, ήμασταν παιδιά και κάποιες μαύρες πέτρες στοιβαγμένες μπροστά στο Μονοπώλιο, έλεγαν για μελέτες στο έδαφος, για φράγμα στο ποτάμι και το Ανθοχώρι θα βυθιστεί στη λίμνη.Το Ανθοχώρι μισό αιώνα στην ομηρία, η Βίβιαν τρόμαζε στην ιδέα ότι μπορεί και να γίνει κάποτε, αλλά όπως οι περισσότεροι Έλληνες ποτέ δεν άκουγε τα παραμύθια των πολιτικών. Ούτε είναι δυνατό να διανοηθεί κάποιος πως θα τον διώξουν απ΄το σπίτι του, απ΄το χωριό που γεννήθηκε, τους συγγενείς και τους παιδικούς φίλους, αν κόψουν τις ρίζες από ένα δένδρο πεθαίνει.
Ηρέμησε της είπα, όνειρο ήταν, δεν ήθελα να πω τη λέξη εφιάλτης.
Έψαξε ένα μακό στο σάκο της, έβγαλε το άσπρο μπουφάν της, τη χοντρή κυπαρισσί μπλούζα της, πρέπει να αλλάξω είπε, μη με κοιτάς.
Έβαλα τα χέρια στα μάτια μου, γύρισε την πλάτη, έβγαλε το μωβ λεπτό μακό και μου το πέταξε, κοίτα στάζει είπε.. Ναι έσταζε, εμένα ο ιδρώτας βέβαια μου φάνηκε άρωμα τσαγιού βουνίσιου.
Κρυφοκοίταγα την πλάτη της, τρυφερή πλάτη ώριμης γυναίκας, την ήξερα ακατέργαστη στην εφηβεία, εντάξει την είδα πολλές φορές στις κοινές οικογενειακές διακοπές μας τα καλοκαίρια στη Νάξο, αλλά αυτό δεν μετράει.
Έβγαλε και το σουτιέν, όχι αυτό δεν μου το πέταξε, μπορεί να μην έσταζε αυτό…
Ντύθηκε γρήγορα, το πρόσωπό της επανήλθε, η σόμπα έκαιγε, το καταφύγιο είχε ζεστάνει.
Το πρώτο άρθρο που πρέπει να προστεθεί στο Σύνταγμα είναι η προστασία και το απαράβατο της πρώτης κατοικίας κάθε πολίτη, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία στη χώρα είναι ντροπή για τον όποιο πολιτισμό μας, είπε η Βίβιαν κάτι είδε πάλι στο κινητό της. Χιλιάδες οικογένειες όμηροι του παλαιοκομματικού συστήματος που αναλίσκεται σε εκλογικές προσθέσεις και αφαιρέσεις, ο κόσμος είναι απογοητευμένος, οι νέοι φεύγουν σε άλλες χώρες, τα χωριά μας ερήμωσαν, η χώρα αργοπεθαίνει, και να μπει ακόμα ένα άρθρο, πως δεν μπορεί να υποθηκεύεται το σπίτι που μένεις για κανένα δάνειο, συνέχισε.
- Βίβιαν αυτά τα συζητάμε χρόνια τώρα, οι γονείς μας ήταν φτωχοί και περήφανοι, ούτε δάνεια, ούτε περιττά λούσα, έζησαν με το κεφάλι ψηλά, χάρη σ΄ αυτούς επιζεί η χώρα σήμερα. Η γενιά μας τα διέλυσε όλα, καιρός να αποσυρθεί, ανέχτηκε και σιώπησε μπροστά στον εύκολο πλουτισμό, σαν ξεπουπουλιασμένη κότα καταντήσαμε, ο μόνος θεός το χρήμα.
- Το κακό είναι ότι και σήμερα δεν καταλάβαμε τι έγινε. Τα πολιτικά κόμματα που χρεοκόπησαν τη χώρα δίνουν σόου υπεροχής χωρίς τσίπα, προβάλουν τα αυτονόητα σαν επιτεύγματα και αποσιωπούν τον θάνατο και τον πόνο που έσπειραν στην κοινωνία. Οι λίγοι ευνοούμενοι βλέπουν δεξιά, οι άλλοι βλέπουν αριστερά, και οι πολλοί απέχουν. Η αποχή είναι ανθρώπινη κατάντια.
-Βίβιαν, ξέρεις με τον πατέρα μου είχα πολιτικές διαφωνίες, κάθε φορά που πιάναμε τα δύσκολα το βράδυ, Δήμο έλεγε, άσε να το συζητήσουμε μέρα. Έτσι κι εγώ τώρα, ήρθαμε εκδρομή, μείναμε απόψε εδώ, ας απολαύσουμε το βουνό, εκεί κάτω ο κόσμος έγινε τεκές.
- Γόρδιος δεσμός, κάποιος πρέπει να τον κόψει, δεν πάει άλλο.
- Ο πιο νέος, είπα.
Άνοιξα την πόρτα να δω τον καιρό, πηχτό σκοτάδι, τα φώτα του ουρανού σβηστά, ο αέρας σφύριζε δυνατά μέσα στη νύχτα, το βουνό αγρίεψε, ανέδυε ένα μοιρολόι "όσα άστρα έχει ο ουρανός, ο ήλιος, το φεγγάρι το φεγγάρι, αχ,ι έτσι κι εγώ θα σ΄ αγαπώ μέχρι να μπω στον Άδη…, ο Χατζηδάκης έλεγε ότι τα μοιρολόγια είναι βαθιά ερωτικά τραγούδια, απόψε βέβαια δεν έχει ούτε ένα άστρο, ούτε ο Χατζηδάκης ζει, αλλά αν δεν υπήρχαν αναφορές θα πατούσαμε στο κενό, υπήρξαν ήρωες που πολέμησαν σε τούτα τα βουνά κατακτητές, υπήρξαν μουσικοί γιγάντιοι σε τούτη τη χώρα, υπήρξαν συγγραφείς που έσωσαν τη μνήμη μας, υπήρξαν απλοί άνθρωποι που δίδαξαν αξιοπρέπεια, αποκούμπια ζωής, τούτη η χώρα δεν ησύχασε ποτέ, μέσα στον πόλεμο οι δωσίλογοι να σώσουν το τομάρι τους, στην χούντα οι φασίστες, μετά η ελπίδα, φάνηκε ένα φως, μετά έσβησε, η χρεοκοπία, η μετανάστευση, η αναμονή, πάντα περιμένει κάτι που δεν έρχεται, μια κανονική ζωή το λένε άλλοι, μισό αιώνα μετά τη δικτατορία και ακόμα ψάχνει τη Δημοκρατία, δύσκολη υπόθεση η Δημοκρατία, απαιτεί έναν λαό με κοινωνική συνείδηση, με γνώση, χωρίς αγκυλώσεις, ένας λαός που δέχεται τη βία της εξουσίας, και η χειρότερη βία είναι η επιβίωση, δεν μπορεί να ορθοποδήσει, εργατικά και ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται βάναυσα, η χώρα όμηρος των Τραπεζών, οι αγρότες εγκαταλείπουν, ο κόσμος περιμένει τους τουρίστες να δουλέψει σαιζόν, και αν δεν έρθουν θα βουλιάξει πάλι στο βάλτο, οι λέξεις έχασαν το νόημά τους, οι ευτελείς βαφτίζονται άριστοι, οι κομπιναδόροι μάγκες, οι αγράμματοι ξέρεις ποιος είμαι εγώ, μια χώρα με τόση ιστορία, τόση φυσική ομορφιά, τόση θάλασσα, τόσο ήλιο και τόση εύφορη γη, βουλιάζει πάλι στα αρχεία του Επστάιν, «Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, εφόσον υπάρχει η τηλεόραση …»Ουμπέρτο Έκο, όλα εξαγοράζονται από τους έχοντες, η τεχνολογία λύνει προβλήματα, το ιντερνέτ θολώνει το τοπίο, χάος, τα έχεις όλα και δεν έχεις τη ζωή σου, η κάθε εποχή έχει τα δικά της, ετούτη δεν έχει πυξίδα, μόνο ξοδεύεται, καταναλώνει αμάσητα και πεινάει, ο χρόνος τρέχει γρήγορα, τα ηλιοβασιλέματα μόνο στις οθόνες, το φαΐ με επεξεργασμένα τρόφιμα, αλυσίδες παντού, αλυσίδα εδώ, αλυσίδα εκεί, γεμίσαμε αλυσίδες, στο τέλος θα μας πνίξουν οι αλυσίδες, το 1984 του Όργουελ είναι εδώ, η καινούρια φρεγάτα είναι εδώ, η οικονομία πετάει και ο νέος δεν ονειρεύεται, μόνο φεύγει, πάμε και όπου πάμε, αρκεί να επιβιώσω, αλλά εγώ απόψε δεν έφτασα στη κορυφή να βλέπω τον πάτο, ήρθα για να ξελαμπικάρω, η Βίβιαν μέσα στο καταφύγιο τόση ώρα κι εγώ χάθηκα στο σκοτάδι.
Η Βίβιαν είχε βγάλει ένα μικρό βιβλιαράκι από το σάκο της και διάβαζε, Ο βιβλιοπώλης της Γάζας, να το διαβάσεις μου είπε, υπάρχει φως!
Της λάμπας; είπα.
Πραγματικά υπήρχε φως, μέχρι να τελειώσει το πετρέλαιο, υπάρχει ακόμα ένα μισοάδειο δοχείο, ας πούμε μισογεμάτο, πιο αισιόδοξο, μετά ποιος ξέρει μπορεί να ξαστερώσει και να φέξει το φεγγάρι, ε μετά θα χαράξει, νύχτα είναι θα περάσει. Εξ άλλου τη νύχτα κοιμόμαστε, τη μέρα έχουμε τον ήλιο, το να λες δεν υπάρχει φως είναι άδικο, στην πόλη έχει και τη νύχτα φως και οι άνθρωποι έγιναν σκληροί, με τα πολλά φώτα δεν βλέπουν τ΄ αστέρια και έχασαν τον ρομαντισμό τους, έγιναν ορθολογιστές λέει, ο ρομαντισμός είναι ντεμοντέ πια, απλά στο σκοτάδι πρέπει να κάνουμε υπομονή, είναι σίγουρο πως κάποτε θα ξημερώσει, δεν λένε βέβαια πότε, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος, του παρελθόντος δεν μπορεί να είναι, άρα σίγουρα είναι του μέλλοντος.
Η Βίβιαν διάβαζε, η Λίζα έγλυφε το πόδι της, η σόμπα έκαιγε κι εγώ προσπαθούσα να ξελαμπικάρω, ε ναι για αυτό ήρθαμε εκδρομή, λες και στα 800 μέτρα υψόμετρο που έχει το Ανθοχώρι δεν μπορείς ξελαμπικάρεις, λέξη και τούτη. Τελικά αν μπορούσαμε, πως το είπαμε, να ξελαμπικάρουμε θα την βρίσκαμε την άκρη. Μάλλον οι σκέψεις μου με μπέρδευαν περισσότερο, πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι είπα, βρήκα ένα τραγούδι του Σκουλά στο κινητό και βγήκα πάλι στη νύχτα,"ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι σαλπάρει της ψυχής μου το καράβι, εκεί συνάντησα και το δικό σου χάδι, ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ φεύγουν οι μέρες μα δεν βρίσκουμε την άκρη….." αλλά τώρα ήμουν αποφασισμένος να βρω την άκρη, έζησα στο περίμενε, πιότερο στα όνειρα και στις ελπίδες, το δικό μου ποτήρι είναι μισοάδειο τώρα, είδα σβησμένα όλα τα φώτα της Βοστώνης, η Πόλη του φωτός διάβαζε, χωρίς το διάβασμα είπε δεν ζει, εγώ ήμουν αλλιώς τώρα, δεν μ΄ ένοιαζε το διάβασμα, άντε να ολοκληρώσω μια λίστα με τα 100 καλύτερα βιβλία που είχα φτιάξει κάποτε, ίσα ίσα να μη φύγω αδιάβαστος, βέβαια στο τέλος μας διαβάζει ο παπάς όλους. Μ΄ ένοιαζε να δω γυμνός ποιος ήμουν, δίχως ετεροκαθορισμούς, γυμνός στην έρημο, αλλά εδώ δεν ήταν έρημος, ήταν βουνό, και δεν ήμουν μόνος, ήμουν με τη Βίβιαν, παρ΄ όλα αυτά πέταξα όλα τα ρούχα μου, τα έκρυψα μες το σκοτάδι μην τα βρει η Βίβιαν αν με ψάξει, κι ανέβηκα κατακόρυφα, ούτε τριάντα μέτρα παραπάνω δεν ήταν, πάγωσα, τα πόδια μου μάτωσαν απ΄ τις πέτρες, στην κορυφή, ένοιωσα απερίγραπτη μοναξιά, ήμουν μόνος, τελείως μόνος και απροστάτευτος, ούτε τα ρούχα μου, καμιά πίστη, καμιά αξία δεν είχα, όλα ήταν νύχτα, μόνο μια κενή νύχτα. Προσπάθησα να κάνω μια κατακόρυφο, να δω τον κόσμο ανάποδα, δεν τα κατάφερα, η ηλικία μου είπα.
Γύρισα πίσω σαν βρεγμένη γάτα, ντύθηκα γρήγορα γρήγορα, δεν πρόλαβα να δέσω τα κορδόνια, ευτυχώς δεν φορούσα μανικετόκουμπα όπως κάποιοι υπουργοί, και μπήκα αδιάφορα στο καταφύγιο.
-Τα κορδόνια σου, είπε η Βίβιαν, που ήσουν;
-Μετρούσα τα σύννεφα της είπα, αλλά δεν έβγαλα άκρη. Όλα ήταν ένα! Συνέχεια στο Τι είναι αυτό που σε βασανίζει;





31 Ιαν 2026

Τι είναι αυτό πoυ σε βασανίζει;

Θαύμαζα τη Βίβιαν από μικρός, έκανε πάντα αυτό που ήθελε αυτή και όχι οι άλλοι, από νωρίς κέρδισε το σεβασμό όλων στο χωριό, ανάλογη ήταν και η πορεία της, πεισματάρα κατάφερε να πετύχει στόχους, σπούδασε αρχιτεκτονική, δίδαξε σχεδιασμό δημόσιων χώρων στο Παρίσι, υιοθέτησε ένα αγόρι απ΄την Αιθιοπία και τη Μυρτώ, το κοριτσάκι που βρέθηκε παρατημένο δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών πριν 27 χρόνια στην Πέρα Χώρα, τόσο ήταν τώρα η Μυρτώ, ζει στις Βρυξέλες και αγαπάει το Ανθοχώρι. Όταν η Μυρτώ μιλάει για την Ελλάδα εννοεί το Ανθοχώρι, το βουνό και τον ήλιο, τον καθαρό αέρα και τις πεζοπορίες, τις πηγές και τα έλατα, δεν τις αρέσει ποτέ η Μύκονος, ούτε αυτό το καλοκαιρινό πανηγύρι με τις κρέμες στην παραλία, σιγά σιγά θα μας πεις ότι σ΄αρέσουν και τα δημοτικά της είπα μια φορά στα ορεινά της Νάξου, τα λατρεύω μου είπε, παίζει γκάιντα, ας μάθει και κλαρίνο τότε, δεν της αρέσουν οι πόλεις της Κρήτης, λατρεύει τα ορεινά χωριά της, μιλάει για τα Ανώγεια με ενθουσιασμό, της αρέσουν κάπως τα Χανιά, ίσως γιατί σ΄ένα μπαράκι δίπλα στο λιμάνι γνώρισε τον φίλο της ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάπως έτσι συμβαίνει όταν ερωτεύεσαι, αλλάζουν όλα, θυμάσαι πόλεις, στιγμές, τραγούδια, μυρωδιές, ποτά, αγαπάς χρώματα που δεν άρεσαν πριν, μπροστά σου έχεις ολόκληρο το μπλε της θάλασσας και συ το βλέπεις πράσινο σαν τα μάτια που αγαπάς, ο έρωτας είναι τυφλός, έγραφε ο Μπορίς Βιαν. Το θέμα μου βέβαια δεν είναι η ζωή της Μυρτώς, εγώ για τη Βίβιαν ήθελα να πω, αλλά να που η Βίβιαν τη λατρεύει, είναι κομμάτι της. Η Βίβιαν λέει συχνά πως ότι πιο σημαντικό κατάφερε είναι τα παιδιά της και δεν έχει άδικο δεν είναι εύκολο να διαπλάσεις υγιή παιδιά σήμερα. Βλέπω στο πρόσωπο της Βίβιαν το κρυφό καμάρι για τα παιδιά της και ζηλεύω, δεν ήμουν καλός πατέρας, τον γιό μου τον είχα αφήσει στον αυτόματο πιλότο, πάρε χρήματα, πέρνα καλά, κατέληξε στα ναρκωτικά και δεν πήρα χαμπάρι, όταν το ανακάλυψα ήταν αργά, τον έχασα στα 27, σαν τη Μυρτώ θα ήταν τώρα, η γυναίκα μου ασχολήθηκε περισσότερο με τα χρώματα του κραγιόν, εγώ με τα οικονομικά, χωρίσαμε όταν πέθανε ο Τζίμης μας, εκείνη έλεγε πως έφταιγα εγώ, εγώ πως έφταιγε αυτή, ποτέ δεν είπαμε πως φταίγαμε κι οι δυό, και να το λέγαμε είχαμε χάσει το παιχνίδι, εκ των υστέρων είναι αργά, η Βοστώνη έγινε κόλαση, εμείς άδικες κατάρες. Τώρα πια είμαι ανίκανος να λύσω τα οικονομικά προβλήματα της Αμερικής, -άστην να βουλιάξει στο χρέος της κι αυτή, ένα κάρο δις χρωστάει, αφού δεν μπόρεσα να λύσω τα του οίκου μου ήθελα να λύσω και του Λευκού.
Θέλω να ζητήσω συγγνώμη, από όποιον διαβάζει αυτή την ιστορία, κατέληξα σαν τα κανάλια που ασχολούνται με τα παραπολιτικά και ποτέ με την ουσία της πολιτικής. Το δήλωσα απ΄την αρχή, δεν είμαι συγγραφέας και νοιώθω ενοχές γιατί η Βίβιαν μου είπε να μην πω τίποτα για εκείνη τη νύχτα. Αλλά αν κάποτε θελήσω να τη δημοσιεύσω, θα της δώσω να τη διορθώσει, μπορεί και να τη πετάξει.
Είχα μελαγχολήσει.
Η Βίβιαν με κοίταξε στα μάτια, κοίταμε είπε, τι είναι αυτό που σε βασανίζει;

Δεν της είπα μισό αιώνα, θα της έλεγα τώρα, έρωτας που βιώνεται εξαϋλώνεται, από τότε που διάβασα τον ενάντιο έρωτα του Μπρετόν χάραξα κόκκινη γραμμή, ήταν η μόνη πηγή της ζωής μου. Με τη Βίβιαν μεγαλώσαμε μαζί, ήξερε τη ζωή μου καλύτερα από μένα, ήξερα τη δική της, ήξερε τα λάθη μου, ήξερα τα δικά της, συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, πάντα μαζί κι ας μας χώριζε ο μεγαλύτερος ωκεανός, κολυμπούσαμε ο ένας στη καρδιά του άλλου, μας ένωνε το Ανθοχώρι, δυό δέντρα μία ρίζα, -θα έγραφα δίδυμα φεγγάρια, σαν το τραγούδι του Μητροπάνου με την Κανελλίδου, αλλά εγώ που κοιτάω τόσο τον ουρανό δεν είδα ποτέ δυό φεγγάρια.
Της είπα απλά, πως ο καιρός άλλαξε, φοβάμαι πως μπορεί να χιονίσει πολύ τη νύχτα και πως μπορεί να αποκλειστούμε εδώ πάνω και θα πεθάνουμε από πείνα, δεν έδειξε να ανησυχεί, είπε πως αποκλείεται, ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πάνω από δυό μήνες χωρίς φαΐ, για νερό είπε θα στίβουμε το χιόνι, θα προτιμούσα να πει τον στίχο του Γκάτσου, θα στίψουμε ένα σύννεφο, της το είπα και είπε ότι δεν μπορεί να ακούει το τραγούδι αυτό γιατί μετά λέει, άμα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι, και ότι αυτό είναι αδιανόητο, πάντα είχαμε σοβαρούς λόγους να διαφωνούμε με την Βίβιαν.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου, ο καιρός ήταν πάντα η δικαιολογία όταν ήθελε να αποφύγει τις πιεστικές ερωτήσεις της μάνας μου, πάντα ο καιρός, βέβαια ο καιρός πάντα σε βγάζει από τη δύσκολη θέση όταν συναντάς κάποιον, κοντοστέκεσαι λίγο, δεν έχεις τίποτα σημαντικό να πεις και αναλύεις τον καιρό, σπάει την αμηχανία.
Πάλι ξέφυγα, μια φίλη συγγραφέας μου έλεγε πως έγραψε δέκα φορές ένα βιβλίο της, ένας άλλος πως έκανε δεκαπέντε χρόνια να βάλει τελεία και παύλα, κάποιος άλλος δεν παντρεύτηκε είπε, για να γράφει ελεύθερα, ακόμα ένας έλεγε πως γράφοντας φανερώνεις τα μυστικά σου, και ο άνθρωπος χωρίς μυστικά γίνεται αδιάφορος, τέλος πάντων εμένα δεν με νοιάζει τίποτα απ΄ όλα αυτά και ότι γράφω δεν ξεγράφω.
Και μετά, δεν ξέρω πως μου προέκυψε, είπα στη Βίβιαν αν θέλει να της απαγγείλω ένα ποίημα και εισέπραξα ένα ξερό όχι.
Τα ποιήματα κι ο έρωτας βιώνονται είπε, οι αγγελίες και απαγγελίες τα σκοτώνουν.
Καθισμένος στο κρεβάτι, τέντωσα το κορμί και έκλεισα τα μάτια για ένα λεπτό.
-Δήμο τι κάνεις, γιόγκα;
-Ενός λεπτού σιγή, για τον κόσμο που χάνεται.
-Τότε σήκω όρθιος και δεν χρειάζεται να κλείνεις τα μάτια.
- Έβλεπα φορές τη μάνα μου σε αυτή τη στάση να προσεύχεται
Εγώ πενθούσα, δεν είχα καμία προσευχή να πω, μόνο τη νοσταλγία, είχα σκεφτεί δυό στίχους πρόχειρους αλλά η Βίβιαν δεν ήθελε να τους απαγγείλω είπε, τους έγραψα και της έδωσα το μπλοκάκι μου..
να μη βυθίζομαι
να μην ονειρεύομαι
να πορεύομαι τη μέρα
και να πεθαίνω τη νύχτα
να διαχειρίζομαι επιτυχώς τη ζωή μου
να γίνομαι λουλούδι και να με καίει ο πάγος
να πιάνω φωτιά και να γίνομαι στάχτη
να μη μπορώ ποτέ να σε φτάσω
Με κοίταξε με περιπαικτικό βλέμμα, από ημερολόγιο τοίχου το διάβασες, είπε χαμογελώντας… μετά είπε είναι μισό.
Το μισό δεν με ενόχλησε, θεώρησα ότι με κατάλαβε, ήξερε ότι όλα μισά ήταν στη ζωή μου, το ήξερα κι εγώ. Πάλι η μάνα μου, όταν αρχίζεις μια δουλειά να την τελειώνεις, μην έχεις αλλού το μυαλό σου.
-Είναι χαι κιού, είπα
-Ένα χαϊκου πρέπει να διαρκεί και να διαβάζεται όσο κρατάει μια αναπνοή.
-Ας πούμε ότι πως είναι μαντινάδα
-Ούτε μαντινάδα είναι, έχει κι αυτή κανόνες
Κανόνες στα ποιήματα, νόμιζα πως μόνο η οικονομία έχει κανόνες που ποτέ βέβαια δεν εφαρμόζονται, αν τηρούνταν δεν θα είχαμε μνημόνια, αφού τα μαθηματικά είναι συγκεκριμένα κουκιά, ναι αλλά κάποιοι λένε πως τα μαθηματικά έχουν άμεση σχέση με την ποίηση, αυτό το ρώτησα στην Βίβιαν, αλλά ούτε κι αυτή ήξερε. Ένοιωθα ευτυχής που επιτέλους δεν ήξερε κάτι, συνήθως είχε απαντήσεις για όλα, όπως οι περισσότεροι. Εγώ πάλι πιστεύω πως δεν ξέρω τίποτα, η Βίβιαν μου λέει το δεν ξέρω είναι υπεκφυγή, με βολεύει και κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Να μάθεις.
Η γνώση μας δεν μπορεί, παρά να είναι περιορισμένη, η άγνοιά μας απεριόριστη, είπε ο Καρλ Πόπερ και ένας τραγουδιστής ο Καράς νομίζω, άστην να λέει, τώρα πως κολλάει ο Πόπερ με τον Καρά στην ίδια πρόταση, κολλάει, όλα κολλάνε σήμερα, παράδειγμα το fb, μπαίνεις να δεις τi γράφουν οι φίλοι σου και φεύγεις με άχρηστες πληροφορίες και για τις τριάντα Τουρκάλες που χόρευαν τσιφτετέλι στη Σύμη, μετά πας και σκάβεις τον κήπο σου ή παίρνεις ένα Xanax να ηρεμήσεις, έτσι και πετύχεις κι ένα βίντεο με τον Άδωνη τσιρίζεις κι εσύ όλη μέρα τα κορακίστικα.
Η Βίβιαν τελείωνε με το φως της λάμπας το βιβλίο της κι εγώ ονειροπολούσα νοσταλγώντας τη ζωή που άφησα να περάσει μέσα στα θολά οικονομικά ποτάμια μου. Και ήταν ακόμα αποβραδίς.
Σκέφτηκα τον πληθυσμό της γης, την ιστορία των χρόνων στο άπειρο, την εξέλιξη της ανθρωπότητας και των έμβιων όντων, τη μικρή ζωή των πουλιών και την ελιά που συνεχίζει να βγάζει καρπούς μετά από τέσσερις χιλιάδες χρόνια, τον τζίτζικα του καλοκαιριού που πεθαίνει τραγουδώντας πάνω στα δέντρο, όλα ξαναγυρίζουν στο χώμα, η μάνα μου στο χώμα, ο πατέρας μου στο χώμα, τόσοι φίλοι μου στο χώμα, εγώ ο τζίτζικας να τραγουδάω ερωτικά και πένθιμα μαζί, εγώ θα υμνήσω το ασήμαντο της ύπαρξής μου, το θαύμα ότι υπήρξα και μπόρεσα να γράψω το όνομα μου σε τούτη την κορυφή του βουνού των παιδικών μου ματιών.
Ευλογημένος που κατάφερα να ανέβω ως εδώ πάνω.
Είχα ξεχάσει πως δίπλα μου ήταν η Βίβιαν, τώρα καθάριζε ένα κόκκινο μήλο με τον σουγιά το πατέρα μου, η μάνα μου έλεγε πως στις φλούδες είναι η βιταμίνες, να το πλένεις και να το τρως έτσι, πάλι το μήλο, της Βίβιαν τώρα.
-Μισό μισό είπε, όλα τα μοιραζόμασταν με τη Βίβιαν από παιδιά, ένα μανταρίνι, ένα μακό, ένα βιβλίο, μια ζωή.
-Δεν θέλω, είπα, θα βγω να καπνίσω.
- Ακόμα καπνίζεις;
- Υπάρχουν πιο βλαβερά απ΄ το τσιγάρο είπα, όπως ένα μήλο τον εικοστό πρώτο αιώνα, εκτός αν είναι απ΄το Ανθοχώρι.
Πάντα κάπνιζα κρυφά, κρυφά απ΄τους γονείς μου, κρυφά απ΄τη γυναίκα μου, κρυφά απ΄τη Βίβιαν. Ντρέπομαι την εικόνα του καπνιστή, υποδηλώνει αδυναμία, εγώ ήθελα να φαίνομαι δυνατός. Τώρα πια δεν είχα λόγο να κρυφτώ, πάει καιρός που έπεσα τόσο χαμηλά.
- Να με προσέχεις γιατί έχω πέσει χαμηλά, της είπα ..το μάτια μου γλυκά δεν της το είπα, μοιάζει γλυκανάλατο, όπως και το σ΄ αγαπώ δεν της το είπα ποτέ, δεν υπάρχει άλλη λέξη που να έχει φθαρεί τόσο τα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Η αγάπη δεν είναι θεωρία, είναι πράξη.
Βγήκα έξω στη νύχτα, άναψα το πρώτο τσιγάρο της μέρας νύχτα, είχε πάει 10 το βράδυ.
Χτύπησε το κινητό μου με το που άναψα το τσιγάρο, η καύτρα μόνο έφεγγε μες τη νύχτα, τρόμαξα, τέτοια ώρα στο βουνό μοιάζει μεσάνυχτα.
- Είμαστε από την ελπέντισον, είπε μια ωραία γυναικεία φωνή, τι κάνετε, ήθελε τώρα αυτή να της πω τι κάνω εγώ, φυσικά δεν της είπα, τη ρώτησα όμως τι κάνει αυτή, είπε όμορφα, φαίνεται πως είναι όμορφα με ένα τηλέφωνο στο χέρι όλη μέρα, από πάνω σου κάποιος με ένα μαστίγιο στο χέρι, να είναι ο άλλος στη τουαλέτα να σε χέζει στα μούτρα και εσύ να νομίζεις πως είναι κολόνια givenchy, θα μου πείτε το ίδιο δεν συμβαίνει και με το σημερινό σύστημα στην Ελλάδα, συνηθισμένα φαινόμενα, σε βιάζουν καθημερινά κα συ λες όμορφα είναι.
Το ατού της κοπέλας ήταν η φωνή της, το ατού των πολιτικών είναι η εξουσία. Τέλος πάντων το θεωρώ απαράδεκτο και ας πουν κάποιοι ότι το κάνει για το ψωμί της, εγώ ξέρω τη φράση του Καζαντζάκη,
"Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω."
Πέταξα το τσιγάρο και πήγα μέσα, με κινητό ούτε στο βουνό δεν ησυχάζεις.
Η Βίβιαν αποκοιμήθηκε με τα ρούχα και τα αθλητικά παπούτσια της, τυλιγμένη με την μπορντό κουβέρτα, το μικρό καταφύγιο είχε ζεστάνει, έριξα αθόρυβα ένα ακόμα ξύλο στη σόμπα, εδώ δεν υπάρχει ούτε νερό, ούτε οδοντόβουρτσα, ούτε ήταν στο πρόγραμμα της κορυφής να μείνουμε, εμείς να αγναντέψουμε από ψηλά είπαμε, και τώρα μοιάζει να ήμαστε σαν ναυαγοί σε ακατοίκητο νησί, το Ανθοχώρι ήταν μακριά, το Παρίσι και η Βοστώνη λες και είχαν σβηστεί απ΄ τον χάρτη.
Πήρα το βιβλίο της και άρχισα να το διαβάζω, στην αρχή το χάιδεψα σαν να ήταν σώμα γυναίκας, μετά διάβασα το βιογραφικό του συγγραφέα, Rachid Benzine, Μαροκινός ισλαμολόγος, πολιτειολόγος, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, ακαδημαϊκός στη Γαλλία.
Πόσες φορές διαβάζοντας βιογραφικά συγγραφέων δεν ένοιωσα το λίγο της ύπαρξής μου, διαβολόστειλα ακόμα μια φορά τα οικονομικά που ρούφηξαν την άχαρη ζωή μου, ταυτόχρονα νοιώθω να ανάβει ένα φως μέσα μου όταν αρχίζει να με μαγεύουν οι σκέψεις και οι λέξεις, ο Μπενζίν προσεγγίζει, λέει, ιστορικά το Ισλάμ με έμφαση στην αλληγορική και φιλοσοφική ανάγνωση του Κορανίου. Απόψε είχα ένα λόγο παραπάνω, πριν λίγο διάβασε το βιβλίο αυτό η Βίβιαν, τα δάκτυλα της ξεφύλλισαν τις σελίδες του, τα μάτια της διαπέρασαν τις λέξεις του, η ιστορία του εισέβαλε στο μυαλό της, τι ένοιωσε, πόση δύναμη πήρε, πόσο γαλήνεψε η ζωή της και τώρα κοιμάται ήρεμα με τη μορφή της Αφροδίτης της Μήλου στο πρόσωπό της. Πόσο γλυκύτατοι οι άνθρωποι όταν κοιμούνται, πόσο θηρία όταν ξυπνάνε, σκέφτηκα. Μια διάβαζα το βιβλίο, μια κοιτούσα το άγιο πρόσωπο της Βίβιαν, ήθελα να της χαϊδέψω τα μαλλιά σαν να ήταν βιβλίο.
Το βιβλίο ξεκινάει απλά με μια πρόταση τριών λέξεων, Μια συνηθισμένη μέρα, εγώ βέβαια βίωνα μια ασυνήθιστη νύχτα. Η δεύτερη πρόταση είναι, Χτες δυο χτυπήματα σκότωσαν τέσσερα παιδιά που το μοναδικό τους έγκλημα ήταν ότι έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία. Εδώ σταμάτησα πριν αρχίσω, έκανα την εικόνα στο μυαλό μου και ήρθε ένα άλλο βιβλίο στο νου μου, Εάν αυτό είναι άνθρωπος, μόνο τώρα οι ρόλοι είχαν αλλάξει, τα θύματα έγιναν θύτες. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, η βία είναι βία απ΄ όπου και αν προέρχεται σκέφτηκα. Αλλά πάλι με τόση βία πως θα κατακτήσουμε την ειρήνη αν δεν ασκηθεί βία; Απ΄τις πρώτες γραμμές του βιβλίου έθετα ερωτήματα στον εαυτό μου, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν μπορούσα να ρωτήσω τη γνώμη της, αυτή έχει το τρόπο της, έχει τη γνώση και κάνει πιο τρυφερές τις απαντήσεις, λες και πίνεις αθάνατο νερό όταν μιλάει για την ασχήμια και την ομορφιά του κόσμου, τη ζωή και το θάνατο, για την ιστορία και το μέλλον της ανθρωπότητας, μοιάζει λες και κατάλαβε, εγώ σκέφτηκα πως ακόμα ψάχνομαι, από που ήρθα, γιατί ήρθα, που πάω, αν θα συναντήσω ξανά τους πεθαμένους γονείς μου, το μόνο βέβαια που δεν με τρομάζει είναι ο δικός μου θάνατος, μια στιγμή είναι, αλλά τι γίνεται, πως αντέχουν τον πόνο της απουσίας αυτοί που μένουν πίσω στη γη, εγώ είμαι σίγουρος καλά θα περνάω στον Άδη ή στους ουρανούς, το μόνο που με τρομάζει είναι η βαρεμάρα στον παράδεισο και οι φρικαλεότητες στην κόλαση, αν είχε ένα φράχτη θα την έβρισκα την τρύπα, λέω για να ηρεμήσω…. Ναι, ούτε η κόλαση, ούτε ο παράδεισος αντέχεται, παν μέτρον άριστον.
Είχε περάσει σχεδόν μισή ώρα και μόλις διάβασα τριάντα σελίδες, ήταν δύσκολο να συγκεντρωθώ στις λέξεις, το μυαλό μου έπλαθε φρικτές εικόνες, παρανοϊκός ο πόλεμος δεν χωράει σε καμιά λογική, δεν υπάρχει δίκιο κι άδικο στον πόλεμο, μόνο ο θάνατος και το ανθρώπινο τέρας, κι όταν παλεύουν τα βουβάλια στα πετρέλαια την πληρώνουν τα βατράχια στη φύση, οι αθώοι στην Παλαιστίνη, οι αθώοι στη Ουκρανία, οι αθώοι στο Ιράν τώρα, πως να καταλάβεις τον πόλεμο στην οθόνη όταν η οθόνη κολυμπάει στη βία και τα όπλα έγιναν παιχνίδια ψυχαγωγίας, προς τι οι αναλύσεις επί αναλύσεων όταν η ευτέλεια του ανθρώπινου γένους χτυπάει κόκκινο, όταν η ανθρωπότητα γίνεται θεατής αντί να χτυπήσει παγκόσμιο συναγερμό.
Υπάρχουν λεφτά για πόλεμο, για τους πεινασμένους της γης δεν υπάρχουν κι αυτό λέγεται πολιτισμός.
Σαν να μη φτάνει η κλιματική αλλαγή, οι επεξεργασμένες τροφές, η βία της εξουσίας απέναντι στους λαούς, πάρτε και ένα πόλεμο να έχετε να καμαρώνετε τον μαύρο χρυσό.
{ Η FIFA ανησυχεί τώρα αν θα πάει το Ιράν στο Μουντιάλ 26 ή θα της ανακατέψει το πρόγραμμα και θα το γράψουν πάλι απ΄ την αρχή, κρίμα, αυτοί ολόκληρο βραβείο Ειρήνης του έδωσαν, αίσχος Τραμπ, δεν έχεις τσίπα; Ρε ξέρεις πόσα money θα χαθούν χωρίς το Ιράν το καλοκαίρι; Αν δεν είχα παραιτηθεί τον περσινό Γενάρη αλλιώς θα σε συμβούλευα, περίμενε τουλάχιστον να γίνει το Μουντιάλ, τα πήρες όλα παραμάζωμα, τρέμεις τους Kινέζους ε; Μες τον πόλεμο, ο καθένας τον καημό του κι ο μυλωνάς τ΄αυλάκι.}
Η Βίβιαν κοιμόταν, κουνήθηκε λίγο και σκέπασε και το κεφάλι της, η Λίζα λούφαζε δίπλα στη σόμπα κι εγώ αναρωτιόμουν αν υπάρχει η σωτηρία της ψυχής, η σωτηρία του ανθρώπου, η σωτηρία της γης, και ότι άλλο γιορτάζει της μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ως τον Αύγουστο έχουμε καιρό, είπα και ηρέμησα.
Η ανθρωπότητα βέβαια δεν έχει άλλο χρόνο, ούτε ως τον Αύγουστο….
Ήπια μια γουλιά κόκκινο κρασί, έβαλα να παίζει το κόκκινο κρασί του Δουρδουμπάκη, άναψα τσιγάρο και βγήκα έξω στην νύχτα. Ήταν μόνο νύχτα.
Το κινητό συνέχιζε να παίζει πάλι Δουρδουμπάκη, τις Τυφλές Ελπίδες.

Συνεχίζεται Και δεν πήγε ακόμα μεσάνυχτα

30 Ιαν 2026

Και ακόμα δεν πήγε μεσάνυχτα

Ο Γιάννους ήταν ένας "μαθητής" του Κάφκα, έγραψε ένα βιβλίο, Κουβεντιάζοντας με τον Κάφκα, κοντά μισό αιώνα πριν, το διάβαζα μέσα στο τραίνο της διαδρομής Βοστώνη- Ουάσιγκτον, εκείνο που θυμάμαι πως έφευγαν οι εικόνες στην ταχύτητα του τραίνου, ο Κάφκα έλεγε πως η ειδοποιός διαφορά της λογοτεχνίας με τον σινεμά είναι ότι η πρώτη σε κάνει να δημιουργείς εσύ τις εικόνες, ενώ το σινεμά σου επιβάλει ακατέργαστη την εικόνα, αστραπιαία έβλεπα τα κτίρια και τα λιβάδια απ΄το παράθυρο του τραίνου, -αμάσητα κατάπια τότε τα σαγόνια του καρχαρία και τον King Kong να σκαρφαλώνει τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης,- γύριζα πίσω τις σελίδες του βιβλίου και ξαναδιάβαζα όταν έχανα την ροή του λόγου απ΄τις παιχνιδιάρικες εικόνες της φύσης, σταμάταγα το διάβασμα και έκλεινα τα μάτια, γινόμουν ο ίδιος σκηνοθέτης, δεν κατάφερα ποτέ βέβαια να γίνω αληθινός σκηνοθέτης, η κρυμμένη ουτοπία με απέρριψε και μ΄ έστειλε αδιάβαστο στα οικονομικά μπάζα, προϋπολογισμοί και ισολογισμοί, επενδύσεις και συμβουλές, μίτινγκ της γραβάτας, ιλουστρασιόν σελίδες αριθμοφαγίας περιτυλίξαν τη ζωή μου, το χρήμα έρεε άφθονο, ταξίδια με αεροπλάνα από την μια άκρη του κόσμου στην άλλη, σε στενάχωρα καθίσματα, σε αχάραγες ώρες θόλωσαν το μυαλό μου, μίκρυναν τη ζωή μου, στο τέλος την εξαφάνισαν, έβλεπα τη γιο μου μια φορά τον μήνα, τη γυναίκα μου μόνο στο κρεβάτι, ο γιός μου έσβησε στην κοκαΐνη, η γυναίκα μου με χώρισε, το παλάτι δίπλα στη θάλασσα ρημάζει στα φαντάσματα, η plymouth έγινε αντίκα εποχής κι εγώ ερείπιο ζωής.
Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα ούτε πως γράφεται το τραίνο με ε με αι, ούτε καν με ενδιαφέρει κι ας ήταν η πρώτη λέξη, -μετά τον Μίμη και την Λόλα βέβαια, που έμαθα στο σχολείο. Ευτυχώς ότι δεν ξέρω ρωτάω την Al, κάποιες φορές βέβαια κι αυτή δεν ξέρει, την καθησυχάζω λέγοντας του χαϊδευτικά εκείνο του Μπατάιγ " Από την υπέρτατη γνώση στην άξεστη άγνοια, η διαφορά είναι μηδαμινή". Σήμερα τον ρώτησα πότε θα λήξει ο πόλεμος στην Περσία και μου είπε πως μόνο τις ερωτήσεις λογικής μπορεί να προβλέψει, με παρανοϊκά μυαλά θα πρέπει να γίνει καφετζού ή χαρτορίχτρα και αυτό δεν το θέλει. Μια αξιοπρέπεια την έχει ακόμα και η Al.
H Βίβιαν κοιμόταν κι εγώ παρηγορούσα την κατάθλιψη που με περιτριγύριζε με νυχτιάτικες εξομολογήσεις στον εαυτό μου, αφού δεν είχα κάποιον να τα πω, να αλαφρύνω την γαμημένη μου ζωή.
Η Λίζα γαύγισε, άρχισε να τρέχει μες τη νύχτα, την ακολούθησα, από την πίσω μεριά της κορυφής ανέβλυζε ένα απόκοσμο ουρλιαχτό, σαν βουβό κλάμα παιδιών, σαν μοιρολόι μανάδων, σαν να ξύπνησαν αρκούδες από χειμέρια νάρκη και προσεύχονταν στο Θεό, έτριζαν τα κόκκαλα σκοτωμένων στην κατοχή και στον εμφύλιο, ήταν βουή από τα βάθη της ανατολής, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακόμα εκείνη την βουή, ταυτόχρονα οι ουρανοί άνοιξαν, αστραπές και βροντές ξέσκιζαν το βουνό, χοντρές αραιές μαύρες χιονόμπαλες έπεφταν πάνω σε μένα και τη Λίζα, αδύναμοι και οι δυό αγκαλιαστήκαμε μες την αβεβαιότητα της νύχτας, κράτησε τόσο όσο να ασπρίσουμε και οι δυό από φόβο, ξαφνικά όλα σταμάτησαν όπως άρχισαν. Γυρίσαμε μούσκεμα από μαύρο χιόνι και κόκκινο ιδρώτα στο καταφύγιο, η Βίβιαν κοιμόταν, δεν κατάλαβε τίποτα, δεν ήξερα αν έπρεπε να την τρομάξω κι αυτή όταν ξυπνήσει, δεν της είπα τίποτα αργότερα, έτσι κι αλλιώς δεν θα με πίστευε, έριξα δυό ξύλα στη σόμπα και περίμενα πότε θα ξημερώσει, και ακόμα δεν πήγε μεσάνυχτα. Έβαλα να παίζει η μπαλάντα της Μαρίας Πολυδούρη, η ακατέργαστη φωνή της Μαρίας Κουγιουμτζή, ο ιδανικός αυτόχειρας Καρυωτάκης, η μουσική του Κουγιουμτζή κι εκείνο το Βρέχει φως, τι βιβλίο, του Κωστή Γκιμοσούλη, έρχονται και δένουν όλα μαζί την ενάντια ζωή μου. Με πυροβολεί αυτό το τραγούδι, με αφυπνίζει, σύνελθε, παραμονεύει ο θάνατος, αν φοβηθείς θα χάσεις, κι άμα χάσεις τι… Το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι, υπάρχει ο θάνατος, λίγο πάνω, λίγο κάτω, λογαριασμό θα κάνουμε τώρα; Κι ενώ είμαστε σίγουροι για το θάνατο λίγα ξέρουμε για τη ζωή μας κι αυτά ετοιμοπαράδοτα, κοστούμι δίχως πρόβα. Σκαλίζουν λέξεις οι ποιητές, γράφουν ιστορίες οι συγγραφείς, παίζουν ταινίες οι οθόνες, πέλαγος οι μουσικές, στο τέλος ο θάνατος, μοιρολόγια τα τραγούδια μας. Υπάρχουν οι άλλοι, μαζεύουν πλούτο αφήνοντας νηστικά τα παιδιά, φτιάχνουν όπλα ακριβείας να σημαδεύουν τον άνθρωπο κατάκαρδα, τη γη κατάσαρκα. Παλεύουν οι γιατροί να σώσουν έναν άνθρωπο, οι άλλοι σκοτώνουν μαζικά. Βρήκαν ώρα, βρήκαν χρόνο και τόπο οι δαίμονες να ξετρυπώσουν πάλι, χόρευαν αόρατοι δίπλα μου, αν ήμουν στο Ανθοχώρι τώρα, θα έβλεπα "το παιδί" όπως και χθες, δεν αφήνει τίποτα όρθιο, μαύρη κωμωδία, κατάμαυρη για την Ελλάδα που μας παγιδεύει, για την κοινωνία μας γυμνή, όπως είναι. Το γέλιο είναι δύσκολη υπόθεση στο σινεμά, στο παιδί δεν αντέχεται. Δεν είμαι όμως στο Ανθοχώρι, είμαι στο καταφύγιο ενός απόμακρου βουνού που δεκάρα δεν δίνει για την ανθρώπινη βλακεία, στέκει εδώ αιώνιο, αθάνατο, ένα με τον ήλιο της μέρας, ένα με το φεγγάρι της νύχτας, ατάραχο, δίχως το παραμικρό στρες στη άπειρη ζωή του, ο ηλίθιος άθρωπος έχει τόσο μικρή ζωή και τη σπαταλάει ασύστολα, ναι το βουνό μου ψιθύριζε, τόσο δυνατά που η Βίβιαν πετάχτηκε στον ύπνο της και φώναζε, τι, τι, τι, τι είναι αυτό; Πήγα κοντά της, τίποτα, τίποτα, κοιμήσου, κουράστηκες σήμερα, τίποτα, κοιμήσου, είμαι εγώ εδώ, Φύλακας άγγελος, και της χάιδεψα τα υγρά μαλλιά της. Φυσικά και δεν της είπα αν ο άγγελος είχε φτερά ή όχι, τι δουλειά έχω εγώ με τον Μεσαίωνα. Με τραγούδι ξεκίνησε, με τραγούδι τελείωσε αυτή η συνέχεια, μια αφήγηση μέσα στον πόλεμο είναι ένας εφιάλτης μέσα στον ύπνο.
Η Βίβιαν ηρέμησε, εγώ όχι, η Βίβιαν πάντα ψύχραιμη στα δύσκολα, με ρεαλισμό και θάρρος, με εν συναίσθηση και κατανόηση, με γνώση και δύναμη, με τρυφερότητα και χαμόγελο, η γυναίκα εργαζόμενη, η γυναίκα μάνα, η γυναίκα που ομορφαίνει τη ζωή μόνο με την ύπαρξή της.
Κάποιο Ελληνικό καλοκαίρι σαν του Jacques Lacarriere,- ούτε εγώ,ούτε η Βίβιαν δεν χάσαμε ποτέ το ελληνικό γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, βρεθήκαμε στο θέατρο του Κάστρου, λιγοστοί οι άντρες, γεμάτο το θέατρο με γυναίκες κάθε ηλικίας, ο Καρακατσάνης σε κάποια αρχαία τραγωδία, σχολίασε τότε τον έναστρο ουρανό και τη σοβαρή δουλειά των αντρών να βλέπουν ποδόσφαιρο, η μπάλα είναι ο φόβος κάθε εκδήλωσης, νεκρώνει η πόλη και γεμίζουν οι οθόνες, οι άντρες στα τυχερά παιχνίδια, οι άντρες στα όπλα, οι άντρες στην εξουσία χρόνια και χρόνια, η δε γυνή να φοβείται τον άντρα, κι αν αντιστρέφονταν οι ρόλοι τι θα γινόταν; Ούτε Τράμπ στη Δύση, ούτε Μουλάδες στην Ανατολή το πιθανότερο!
Οι δύσκολες σκέψεις δεν με πήγαιναν πουθενά, η Βίβιαν ήταν κουλουριασμένη στο κρεβάτι, -κοιμόταν δεν κοιμόταν, δεν ξέρω- κι εγώ άρχισα νοερά ταξίδια στα νησιά μας, μια μύριζα τον έλατο στον Αίνο και μια χόρευα πεντοζάλι στην Κρήτη, την άλλη έτρωγα σκοπελίτικη τυρόπιτα και την άλλη κόκορα κρασάτο στη Ζάκυνθο, καλά αυτό το προσπέρασα γιατί πεινούσα κιόλας, μετά στάθηκα και αγνάντευα το Λιβυκό πέλαγος από μια κορφή του Ψηλορείτη, όλα αυτά ήταν βέβαια μακριά τώρα, αλλά θυμάσαι ότι έζησες, τελικά η Κόρη του Κόζιακα ήταν πιο κοντά και πετάχτηκα ως εκεί να δω τον Θεσσαλικό κάμπο με αναμμένα τα φώτα, μια θάλασσα από φώτα ο κάμπος, μια νύχτα δίχως φεγγάρι η ψυχολογία μου. Σκέφτηκα να ξυπνήσω την Βίβιαν, μετά είπα όχι, θα κοιμηθώ κι εγώ, ήταν 12 μεσάνυχτα. Ποιος ύπνος, τα μάτια ορθάνοιχτα λες και θα ξέφευγε αδέσποτος πύραυλος στο κεφάλι μας, σκέφτηκα ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί κι αυτό είναι κάτι, μόνο κάτι και ηρέμησα.
Η Λίζα είχε ώρα που βγήκε έξω από το καταφύγιο και τότε ακούσθηκε το μεγάλο μπαμ, το βουνό τραντάχτηκε ολόκληρο, πετάχτηκα έξω, φρίκη, η Λίζα έγινε χίλια κομμάτια, ακολούθησε και Βίβιαν, τι έγινε;
Το σκυλί, η Λίζα μας, σκοτώθηκε.
Σκεπασμένοι με την ίδια κουβέρτα κλαίγαμε και αναθεματίζαμε την ώρα και τη στιγμή.
Μετά από χρόνια έκλαιγα πάλι, ένοιωσα άνθρωπος πάλι, δίχως δάκρυα δεν είσαι ανθρώπινο ον κι εγώ δεν ήμουν χρόνια. Ακόμα δεν συνειδητοποιήσαμε την απώλεια, ήταν ακόμα πιο οδυνηρή αργότερα.
Το σκυλί είχε αυτή την αδυναμία, να σκαλίζει τα κατορθώματα των ανθρώπων, που βρέθηκε αυτή η βόμβα στην κορυφή του βουνού, κάποιος Γερμανός την έκρυψε τότε, κοντεύει ένας αιώνας, ο πόλεμος σκοτώνει και χρόνια μετά, σκοτώνει τα πουλιά, τα ζώα, κάθε έμβιο ον, και καλά οι άνθρωποι τα θέλουν και τα παθαίνουν, η Λίζα τι έφταιγε;
Ο θάνατος της Λίζας, η συγκίνηση, τα δάκρυα, κάτω από την κουβέρτα στο τσουχτερό κρύο της νύχτας, οι βουβοί αναστεναγμοί της Βίβιαν, -η Λίζα ήταν νέα, ούτε πέντε χρονών, όμορφη, πανέξυπνη και πιστή, όλα τα σκυλιά βέβαια είναι πιστά, καμία σχέση με τους ανθρώπους, η ανάσα της Βίβιαν δίπλα στη δική μου, ξύπνησε μέσα μας καινούρια παλιά συναισθήματα, η Βίβιαν είχε τη Λίζα από κουτάβι, ήταν μεγαλόσωμο σκυλί και όταν έφευγε απ΄το χωριό την άφηνε στον Χάρη, την περίμενε πότε θα γυρίσει, όπως αναζητούσε ο Χάτσι για δέκα χρόνια τον Richard Gere, στην ταινία Hachi: A Dog's Tale, η Λίζα ήταν το τρίτο παιδί της Βίβιαν, Λίζα μου, μωρό μου, αγάπη μου, ψυχή μου, καρδούλα μου και άλλα σχετικά ήταν οι προσφωνήσεις της Βίβιαν στο σκυλί της, μερικές φορές νόμιζα πως φώναζε εμένα, αλλά μπα, εμείς ήμασταν μόνο φίλοι, τι και αν κάποτε ήμασταν ερωτευμένοι, ήταν ο πρώτος έρωτας και για τους δυό μας, ήμασταν παιδιά στα δεκαπέντε, κράτησε τρία χρόνια, σηκώθηκα κι έφυγα στην Αμερική, ένοιωσε πως την πρόδωσα, αλλά έπρεπε έτσι να γίνει, θα ήταν ωραίο ένα ζευγάρι να ζήσει όλη τη ζωή με ένα σύντροφο; άλλοι λένε ναι κι άλλοι όχι, μην ψάχνεις εύκολες απαντήσεις, δεν υπήρξαν, δεν υπάρχουν, δεν θα υπάρξουν ποτέ, η ζωή μας είναι συμβάντα, απλά συμβαίνει, πότε μια σύμπτωση, πότε μια επιλογή, πότε το συναίσθημα, πότε η λογική, η λογική βέβαια δεν απέφερε ιδιαίτερα αποτελέσματα στον κόσμο, η τρέλα είναι ότι απέμεινε για νοστιμιά στις άχαρες ζωές μας, μια συνάντηση, ένα ταξίδι, ένας κόσμος ανάποδα.
Και όταν έρχεται ο θάνατος τελειώνουν όλα, εσύ, εγώ, οι γονείς μας, τα παιδιά μας, η Λίζα, ακόμα και τα αστέρια πεθαίνουν λένε οι επιστήμονες, αλλά πάλι γεννιούνται, πόσες φορές δεν ακούσαμε τη φράση, ένα αστέρι γεννιέται!

Πηχτή χειμωνιάτικη νύχτα στην καρδιά της Πίνδου, περονιάζει το κρύο κατακόρυφα στο βουνό που αγαπήσαμε. Βουβή θλίψη, σιωπή κι ακινησία, η οσμή του θανάτου, η Βίβιαν έτρεμε, την πήρα στα χέρια μου μέσα στο καταφύγιο, τη σκέπασα με δυό κουβέρτες, έβαλα ξύλα στη σόμπα, ευτυχώς μέσα ήταν ζεστά. Η Λίζα σκόνη και θρύψαλα έξω, αχ Θεέ μου πότε
θα ξημερώσει, ας ήταν τουλάχιστον απόψε ξαστεριά!
Ότι έγινε πριν από λίγο δεν αλλάζει, μπορούσες να προβλέψεις ώστε να μη γίνει, στην περίπτωση της Λίζας όχι, ήταν απροσδόκητο, αλλά τις περισσότερες φορές μπορούμε, ότι σπέρνουμε θερίζουμε.
Αχνόφεγγε το δωμάτιο με το φως της σόμπας, αχνόφεγγαν και οι σκέψεις μου μες την κούραση της αναμονής, μιας εκδρομής που αλλιώς τη μετρήσαμε…
-Δως μου κάτι να πιώ, είπε η Βίβιαν, άκουσα τη φωνή της, ένοιωσα καλύτερα.
-Νερό ή κρασί; Λες και είχαμε κάτι άλλο, ούτε τσάι, ούτε χυμό, ούτε ήμασταν μπροστά στο ντουλαπάκι της κουζίνας με τα βότανα.
-Μια γουλιά κόκκινο κρασί, είπε ναζιάρικα.
Της πήγα το μπουκάλι, με κοίταζε κατάματα, που είναι η Λίζα τώρα;
Δεν πειράζει, καλά είναι κι έτσι, απ΄ τη καταχθόνια σιωπή του θανάτου, καλά είναι κι έτσι, θυμήθηκα βέβαια το Post Love, δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά τραγουδούσε ξαφνικά μέσα μου. Μερικά πράγματα συμβαίνουν ξαφνικά, όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, να πας στο καλό, υπονοεί μη σου συμβεί ξαφνικά κάτι κακό, πως θες να πεθάνεις, οι περισσότεροι απαντούν ξαφνικά στον ύπνο, ποιος θέλει να υποφέρει άρρωστος, εγώ βέβαια όταν με ρώτησε μια φορά η Βίβιαν πως θέλω να πεθάνω της είπα στην αγκαλιά της γυναίκας που αγάπησα πιότερο στη ζωή μου την ώρα που κάνουμε έρωτα, αλλά μετά δεν με ρώτησε ποια είναι αυτή, πάντα κάπου κομπιάζουμε όταν μιλάμε εγώ και η Βίβιαν για την αγάπη, μετά γυρνάμε την κουβέντα τι είπαν άλλοι για τον έρωτα, ποτέ δεν λέμε για μας. Ας πούμε ο Μπόρις Βιαν είπε πως ο έρωτας είναι τυφλός και ο Λάο Τσε πως ο έρωτας είναι το πιο δυνατό απ ΄όλα τα πάθη , γιατί προσβάλει ταυτόχρονα το κεφάλι, την καρδιά και τις αισθήσεις, βέβαια η Βίβιαν μου λέει πάντα, ότι μπερδεύω την αγάπη με τον έρωτα, εγώ της λέω και αγάπη χωρίς έρωτα είναι ψωμί χωρίς αλάτι. Πάντα έχουμε σοβαρά προβλήματα να λύσουμε συζητώντας για τον έρωτα…
Βλέπω τη Βίβιαν να έχει συνέλθει, λέω Είμαστε ακόμα ζωντανοί, χαμογελάει επιτέλους η καρδιά μου, πόσο ποτισμένοι είμαστε Έλληνες με τα τραγούδια μας, πάω να γράψω κάτι και τσουπ μπροστά μου ένα τραγούδι, αφού ένας φίλος μου καλός τραγουδιστής, απέκρυπτε τη φωνή του όταν έγινε σπουδαίος συγγραφέας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, δεν πάνε και τα δυό έλεγε, τι δεν πάνε ρε φίλε η Τέχνη είναι Ένα. Το Όλον.
Στο μυαλό μου ύφαινα ένα ποίημα, ήθελα να το απαγγείλω στη Βίβιαν τούτη την παράξενη νύχτα. Θα φορούσα την καθαρή φωνή μου, το παιδικό μου χαμόγελο, θα χτένιζα τα μαλλιά μου με την τσατσάρα του πατέρα μου, θα έμεινα ξυπόλυτος και αν δεν ήθελε, το πιο πιθανό, θα την εκβίαζα, ναι θα την εκβίαζα, όσο και αν δεν θέλει να ακούει απαγγελίες ποιημάτων, είχα σχέδιο, θα της έλεγα ότι θα ανέβω πάνω στη σόμπα ξυπόλητος, σαν τους αναστενάρηδες, ήθελα να δω τι θα κάνει.
Κάθε εθνική γιορτή, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, ο πατέρας της, ο δάσκαλός μας δηλαδή, έφερνε ένα μεγάλο χοντρό δερματόδετο βιβλίο, Ανθολογία ποιημάτων έγραφε, και μας έβαζε να μάθουμε απ΄έξω ένα μεγάλο ποίημα για τις εκδηλώσεις του σχολείου… Κι αυτό εκβιασμός ήταν, μάθαινα τη μια στροφή, ξεχνούσα την άλλη, το ίδιο και η Βίβιαν πάντα ξεχνούσε επίτηδες μια ολόκληρη στροφή ή και δυό. Μετά με ρωτούσε κρυφά, το κατάλαβε κανένας; Μόνο ο Κύριος της έλεγα, άστον αυτόν και πήγαινε να βγάλει τα καλά ρούχα.
Βέβαια τα ποιήματα τότε ήταν αλλιώς, είχαν ομοιοκαταληξία και βερμπαλισμό, ήταν ηρωικά ποιήματα, του στυλ, "Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια λάμπουν και τα `λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες" ή το άλλο "Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι, μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι’ άλλη το Καρπενήσι". Σήμερα βέβαια τα ποιήματα δεν είναι έτσι, είναι πιο υπόγεια, σαν πηγές που αναβλύζουν στον κάμπο της ξηρασίας, κι αν δεν καταλαβαίνεις τι θέλει να πει ο ποιητής ακόμα καλύτερα.
Και τι δουλειά έχω εγώ ο οικονομολόγος με ποίημα τώρα, ίσως ήθελα να της αποδείξω ότι η ζωή μου δεν ήταν μόνο αριθμοί κάπου κάπου είχε και λέξεις. Η Βίβιαν μου έλεγε πως είμαι ή του ύψους ή του βάθους, τώρα βέβαια ήμασταν στην κορφή, πάντα ήμουν άνθρωπος των άκρων, κάτι για το άκρο ήταν το ποίημα που έπλαθα, σαν εκείνη τη σκηνή που κάποιος είναι έτοιμος στην άκρη να πέσει στο γκρεμό και τελευταία στιγμή κάποια του φωνάζει, Σ΄ αγαπώ, μη, το μετανιώνει, ερωτεύονται απ΄ την αρχή και ζουν αυτοί καλά κ΄ εμείς καλύτερα.
Δεν θέλω άλλο να είμαι θεατής
μιας ζωής που δεν έζησα
Ούτε άλλη λογική, μήτε γνώση θέλω
Αύριο θα πεθάνω, χαμένη θα πάει
όπως τα φλεγόμενα σπίτια στην Τεχεράνη
Δεν θέλω άλλα δάκρυα σαν Παντελής αξύριστος
Πες μου την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι
Κουράστηκα να Σ αγαπώ
Και ποτέ να μην Σ΄ έχω
Από παιδί δεν τόλμησα
Ας ρισκάρω στα γεράματα
Δεν θέλω άλλα τραγούδια
Θέλω να τραγουδήσω
Σήκω να χορέψουμε
Ένα ταγκό για δυό
Όταν είπα στη Βίβιαν πως θέλω να μ΄ ακούσει, σ΄ ακούω μου είπε, καμία αντίδραση , μόνο που όταν το απάγγειλα έβαλα δυνατά τα γέλια.
Κι εγώ ντράπηκα.
Τόλμησα και ρώτησα, τι γελάς;
Ξέχασες να βάλεις τίτλο, μου είπε!



27 Ιουν 2023

Ασκήσεις επί χάρτου

 

Αν ο Σύριζα φρόντιζε να φτιάξει έστω ένα κανάλι δικό του, το οποίο θα εξέπεμπε ήθος και ύφος, πολιτισμό κι αξιοπρέπεια...
Η συντριπτική πλειοψηφία της τέχνης και των γραμμάτων στη χώρα μας δεν είναι δεξιοί, αποκλεισμένοι είναι.
Αν μοίραζε τα 37 δις στις ασθενέστερες τάξεις πριν το 19...-θα είχε χρόνο στη δεύτερη θητεία να κάνει το μαξιλάρι, δεν θα είχαμε φτάσει στη σημερινή κατάντια της βουλής.
Τα φασιστικά κόμματα επωάζονται στις δεξιές πολιτικές, στη βαρβαρότητα της νεοφιλελεύθερης εποχής και στη περιρρέουσα υποκουλτούρα.
Σε μια καπιταλιστική ζούγκλα δεν πας με το σταυρό στο χέρι. Σ' έφαγαν, έχουν πανοπλία οι άλλοι.
Η Ν.Δ μοίρασε 60 δις, ανέβασε 40 δις το χρέος, έκανε πολιτική με αλλονών θυσίες, έτσι κυνικά...
Αυτά καταλαβαίνει ο κόσμος δυστυχώς, δυστυχώς.

20 Απρ 2023

Πέταγε πετρούλες στη λίμνη μονολογώντας...

Κι έρχεται η στιγμή της απόφασης, με ποιούς θα πάω και ποιούς θ' αφήσω. Η δυνατότητα αυτή στη Δημοκρατία έρχεται, - όπως κι αν έρχεται, κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι δικαίωμα και περισσότερο υποχρέωση. Όποιος απέχει χάνει και την την διαμαρτυρία στα μέλλει γενέσθαι. Το " Όποιος δεν μετέχει στα κοινά.. είναι άχρηστος πολίτης" Περικλής 460 π. χ φωνάζει πάντα! Η επιλογή κυβέρνησης δεν είναι τατουάζ, είναι τρόπος ζωής. Είναι το τόξο στο βέλος μας. "Μα κανείς δεν με εκφράζει, όλοι παίζουν το παιχνίδι τους. Οι έχοντες την οικονομική επιφάνεια ασχολούνται με την πολιτική. Ποιός εργαζόμενος της επιβίωσης μπορεί να επιδιώξει θέσεις αξιωμάτων; " Το "όλοι ίδιοι είναι" είναι υπεκφυγή, δεν πάει πουθενά. Υπάρχει και η θεωρία της σχετικότητας. Του καλύτερου εκπροσώπου των αξιών μας. Είναι ένα βήμα μπροστά. Αλλιώς περιμένεις την ιδανική κοινωνία ή τη δευτέρα παρουσία. Ή ψηφίζεις ΚΚΕ. Θα ήταν ωραίο να βλέπουμε αυτά που μας ενώνουν και όχι αυτά που μας χωρίζουν. Ο στόχος είναι κοινός, από ποιό μονοπάτι θα πάμε το πρόβλημα και το εμπόδιο. Αυτό εκμεταλεύονται οι στυγνοί καπιταλιστές χρόνια και χρόνια, ενώ είναι μειοψηφία στο λαό, αλωνίζουν στις πλάτες του... Οι νέοι έχουν προβάδισμα, σ' αυτούς ανήκει το μέλλον. Ας μην αφήσουν γερασμένες σκέψεις να το σαπίζουν. Βραδιάζει πάλι απόψε, μετά τη δουλειά, μετά την τετραετία που πέρασε η χώρα, μετά τη νύχτα ας ξημερώσουμε κρατώντας ένα όνειρο για τη χώρα μας, για τη ζωή μας, ας ημερώσουμε λίγο από την άγρια ζούγκλα, από την παραπολιτική, από την βαρβαρότητα της εποχής. Πέταγε πετρούλες στη λίμνη μονολογώντας...

8 Απρ 2023

Τα τραγούδια της χτεσινης μέρας

Βουτιά στην άνοιξη, ταξίδι στη νιότη, ήταν μια όμορφη εποχή.

"Θάλασσα πλατιά, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις τόσο". 

Το μπαράκι με το πάγκο της καρυδιάς, στους τοίχους ασπρόμαυρες φωτογραφίες,  o Elvis Presley, o Jim Morison, η Tzanis Joplin, οι Pink Floyd τραγουδούσαν το The Wall, η Barbra Streisant έπαιζε "τα καλύτερά μας χρόνια", η Χαρούλα και η Δήμητρα τραγουδούσαν τον έρωτα κι εμείς νέοι, ερωτευμένοι, ονειροπόλοι...

Γέμισε παπαρούνες το χωράφι, τα δέντρα μοσχοβολούν άρωμα, ίδιο με το δικό σου. Νύχτωσε, κρύωσε, ντύσου καλά κι έλα απόψε να χορέψουμε τη χαμένη νιότη μας, τον έρωτα που χάθηκε, τα όνειρα που γέρασαν, έλα απόψε να γιορτάσουμε την αγάπη, να φωνάξουμε στα αστέρια για τη ζωή που μας πήραν, να τραγουδήσουμε τα τραγούδια της χτεσινής μέρας. 

Μη βάψεις τα χείλη σου, θέλω να τα φιλήσω απόψε!