Θαύμαζα τη Βίβιαν από μικρός, έκανε πάντα αυτό που ήθελε αυτή και όχι οι άλλοι, από νωρίς κέρδισε το σεβασμό όλων στο χωριό, ανάλογη ήταν και η πορεία της, πεισματάρα κατάφερε να πετύχει στόχους, σπούδασε αρχιτεκτονική, δίδαξε σχεδιασμό δημόσιων χώρων στο Παρίσι, υιοθέτησε ένα αγόρι απ΄την Αιθιοπία και τη Μυρτώ, το κοριτσάκι που βρέθηκε παρατημένο δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών πριν 27 χρόνια στην Πέρα Χώρα, τόσο ήταν τώρα η Μυρτώ, ζει στις Βρυξέλες και αγαπάει το Ανθοχώρι. Όταν η Μυρτώ μιλάει για την Ελλάδα εννοεί το Ανθοχώρι, το βουνό και τον ήλιο, τον καθαρό αέρα και τις πεζοπορίες, τις πηγές και τα έλατα, δεν τις αρέσει ποτέ η Μύκονος, ούτε αυτό το καλοκαιρινό πανηγύρι με τις κρέμες στην παραλία, σιγά σιγά θα μας πεις ότι σ΄αρέσουν και τα δημοτικά της είπα μια φορά στα ορεινά της Νάξου, τα λατρεύω μου είπε, παίζει γκάιντα, ας μάθει και κλαρίνο τότε, δεν της αρέσουν οι πόλεις της Κρήτης, λατρεύει τα ορεινά χωριά της, μιλάει για τα Ανώγεια με ενθουσιασμό, της αρέσουν κάπως τα Χανιά, ίσως γιατί σ΄ένα μπαράκι δίπλα στο λιμάνι γνώρισε τον φίλο της ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάπως έτσι συμβαίνει όταν ερωτεύεσαι, αλλάζουν όλα, θυμάσαι πόλεις, στιγμές, τραγούδια, μυρωδιές, ποτά, αγαπάς χρώματα που δεν άρεσαν πριν, μπροστά σου έχεις ολόκληρο το μπλε της θάλασσας και συ το βλέπεις πράσινο σαν τα μάτια που αγαπάς, ο έρωτας είναι τυφλός, έγραφε ο Μπορίς Βιαν. Το θέμα μου βέβαια δεν είναι η ζωή της Μυρτώς, εγώ για τη Βίβιαν ήθελα να πω, αλλά να που η Βίβιαν τη λατρεύει, είναι κομμάτι της. Η Βίβιαν λέει συχνά πως ότι πιο σημαντικό κατάφερε είναι τα παιδιά της και δεν έχει άδικο δεν είναι εύκολο να διαπλάσεις υγιή παιδιά σήμερα. Βλέπω στο πρόσωπο της Βίβιαν το κρυφό καμάρι για τα παιδιά της και ζηλεύω, δεν ήμουν καλός πατέρας, τον γιό μου τον είχα αφήσει στον αυτόματο πιλότο, πάρε χρήματα, πέρνα καλά, κατέληξε στα ναρκωτικά και δεν πήρα χαμπάρι, όταν το ανακάλυψα ήταν αργά, τον έχασα στα 27, σαν τη Μυρτώ θα ήταν τώρα, η γυναίκα μου ασχολήθηκε περισσότερο με τα χρώματα του κραγιόν, εγώ με τα οικονομικά, χωρίσαμε όταν πέθανε ο Τζίμης μας, εκείνη έλεγε πως έφταιγα εγώ, εγώ πως έφταιγε αυτή, ποτέ δεν είπαμε πως φταίγαμε κι οι δυό, και να το λέγαμε είχαμε χάσει το παιχνίδι, εκ των υστέρων είναι αργά, η Βοστώνη έγινε κόλαση, εμείς άδικες κατάρες. Τώρα πια είμαι ανίκανος να λύσω τα οικονομικά προβλήματα της Αμερικής, -άστην να βουλιάξει στο χρέος της κι αυτή, ένα κάρο δις χρωστάει, αφού δεν μπόρεσα να λύσω τα του οίκου μου ήθελα να λύσω και του Λευκού. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη, από όποιον διαβάζει αυτή την ιστορία, κατέληξα σαν τα κανάλια που ασχολούνται με τα παραπολιτικά και ποτέ με την ουσία της πολιτικής. Το δήλωσα απ΄την αρχή, δεν είμαι συγγραφέας και νοιώθω ενοχές γιατί η Βίβιαν μου είπε να μην πω τίποτα για εκείνη τη νύχτα. Αλλά αν κάποτε θελήσω να τη δημοσιεύσω, θα της δώσω να τη διορθώσει, μπορεί και να τη πετάξει. Είχα μελαγχολήσει.Η Βίβιαν με κοίταξε στα μάτια, κοίταμε είπε, τι είναι αυτό που σε βασανίζει;
31 Ιαν 2026
Τι είναι αυτό πoυ σε βασανίζει;
Δεν της είπα μισό αιώνα, θα της έλεγα τώρα, έρωτας που βιώνεται εξαϋλώνεται, από τότε που διάβασα τον ενάντιο έρωτα του Μπρετόν χάραξα κόκκινη γραμμή, ήταν η μόνη πηγή της ζωής μου. Με τη Βίβιαν μεγαλώσαμε μαζί, ήξερε τη ζωή μου καλύτερα από μένα, ήξερα τη δική της, ήξερε τα λάθη μου, ήξερα τα δικά της, συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, πάντα μαζί κι ας μας χώριζε ο μεγαλύτερος ωκεανός, κολυμπούσαμε ο ένας στη καρδιά του άλλου, μας ένωνε το Ανθοχώρι, δυό δέντρα μία ρίζα, -θα έγραφα δίδυμα φεγγάρια, σαν το τραγούδι του Μητροπάνου με την Κανελλίδου, αλλά εγώ που κοιτάω τόσο τον ουρανό δεν είδα ποτέ δυό φεγγάρια.
Της είπα απλά, πως ο καιρός άλλαξε, φοβάμαι πως μπορεί να χιονίσει πολύ τη νύχτα και πως μπορεί να αποκλειστούμε εδώ πάνω και θα πεθάνουμε από πείνα, δεν έδειξε να ανησυχεί, είπε πως αποκλείεται, ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πάνω από δυό μήνες χωρίς φαΐ, για νερό είπε θα στίβουμε το χιόνι, θα προτιμούσα να πει τον στίχο του Γκάτσου, θα στίψουμε ένα σύννεφο, της το είπα και είπε ότι δεν μπορεί να ακούει το τραγούδι αυτό γιατί μετά λέει, άμα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι, και ότι αυτό είναι αδιανόητο, πάντα είχαμε σοβαρούς λόγους να διαφωνούμε με την Βίβιαν.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου, ο καιρός ήταν πάντα η δικαιολογία όταν ήθελε να αποφύγει τις πιεστικές ερωτήσεις της μάνας μου, πάντα ο καιρός, βέβαια ο καιρός πάντα σε βγάζει από τη δύσκολη θέση όταν συναντάς κάποιον, κοντοστέκεσαι λίγο, δεν έχεις τίποτα σημαντικό να πεις και αναλύεις τον καιρό, σπάει την αμηχανία.
Πάλι ξέφυγα, μια φίλη συγγραφέας μου έλεγε πως έγραψε δέκα φορές ένα βιβλίο της, ένας άλλος πως έκανε δεκαπέντε χρόνια να βάλει τελεία και παύλα, κάποιος άλλος δεν παντρεύτηκε είπε, για να γράφει ελεύθερα, ακόμα ένας έλεγε πως γράφοντας φανερώνεις τα μυστικά σου, και ο άνθρωπος χωρίς μυστικά γίνεται αδιάφορος, τέλος πάντων εμένα δεν με νοιάζει τίποτα απ΄ όλα αυτά και ότι γράφω δεν ξεγράφω.
Και μετά, δεν ξέρω πως μου προέκυψε, είπα στη Βίβιαν αν θέλει να της απαγγείλω ένα ποίημα και εισέπραξα ένα ξερό όχι.
Τα ποιήματα κι ο έρωτας βιώνονται είπε, οι αγγελίες και απαγγελίες τα σκοτώνουν.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)